1610/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 601 ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από την παρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνηθέντος μισθώματος ως αποζημιώσεως είναι η λήξη της μίσθωσης και μετά ταύτα παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται αν υπέστη ο εκμισθωτής ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως.
Legislator headnote
AI generated1610/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με το από 25-8-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων εκμίσθωσε στον εναγόμενο Ι. Κ., ένα κατάστημα, αποτελούμενο από ισόγειο, πατάρι και υπόγειο, επιφανείας 85,40 και 100 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκεται στον ... και επί της οδού ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1610 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1610/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λεωνίδα Τσουκαλά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5802/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 652/2008 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/4/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 8/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 601 ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από την παρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνηθέντος μισθώματος ως αποζημιώσεως είναι η λήξη της μίσθωσης και μετά ταύτα παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται αν υπέστη ο εκμισθωτής ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως.
Από την αμέσως παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι δεν μπορεί να αξιωθεί αποζημίωση για ζημία του εκμισθωτή, πέραν της ισούμενης με το συμφωνηθέν μίσθωμα τοιαύτης, για όσο χρόνο ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, κατ' εφαρμογή της γενικής ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ, δεδομένου ότι εν προκειμένω προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ ειδική προστασία του εκμισθωτή, συνιστάμενη στη δυνατότητα τούτου να απαιτήσει από το μισθωτή περαιτέρω αποζημίωση και για κάθε άλλη αποδεικνυόμενη ζημία, στην οποία περιλαμβάνεται και το επί πλέον ποσό που θα επιτύγχανε ο εκμισθωτής με βεβαιότητα ως μίσθωμα από τρίτο, αν του παραδινόταν το μίσθιο έγκαιρα (ΑΠ 372/2001).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται , δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με το από 25-8-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων εκμίσθωσε στον εναγόμενο Ι. Κ., ένα κατάστημα, αποτελούμενο από ισόγειο, πατάρι και υπόγειο, επιφανείας 85,40 και 100 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκεται στον ... και επί της οδού ...
αριθ. 28, για το χρονικό διάστημα από 1-9-1999 έως 31-8-2005, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα γενικού εμπορίου, εκτός τροφίμων. Ακόμη αποδείχτηκε ότι τον Απρίλιο του 2005 οι διάδικοι επαναβεβαίωσαν με προφορική συμφωνία τη λύση της μίσθωσης κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου την 31-8-2005 και την απόδοση του μισθίου από τον εναγόμενο στον ενάγοντα.
Πράγματι, τον Αύγουστο του 2005 ο εναγόμενος εκκένωσε το μίσθιο, διέκοψε την παροχή ρεύματος σ' αυτό, πλήρωσε τον τελευταίο λογαριασμό της ΔΕΗ και ανέλαβε την αρχική εγγύηση από αυτή, πλήρωσε τον τελευταίο λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ και την 31-8-2005 διέκοψε τη λειτουργία της επιχείρησης με δήλωσή του στη ΔΟΥ ..., διαγράφηκε από το μητρώο ασφαλισμένων του ΤΕΒΕ με αίτησή του, κάλεσε τον ενάγοντα να παραλάβει το μίσθιο και τα κλειδιά αυτού και πρότεινε σ' αυτόν να καταλογίσει στο μίσθωμα Αυγούστου 2005 ισόποση ανταπαίτησή του από την εγγύηση.
Ο ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει τα κλειδιά, επικαλούμενος ότι δεν είχε αφαιρεθεί η εξωτερική ταμπέλα της επιχείρησης. Μετά την αφαίρεση αυτής από τον εναγόμενο, ο ενάγων αρνήθηκε και πάλι να παραλάβει τα κλειδιά του καταστήματος που του προσέφερε ο εναγόμενος, καίτοι γνώριζε, αφού η κατοικία του ήταν στην ίδια πολυκατοικία, άνωθεν του μισθίου, ότι το κατάστημα ήταν κενό από 31-8-2005.
Τελικά, ο ενάγων παρέλαβε από τον εναγόμενο τα κλειδιά του μισθίου στις 27-11-2005. Με τη συμπεριφορά του ο ενάγων κατέστη από 1-9-2005 υπερήμερος ως προς την παραλαβή του καταστήματος και ο εναγόμενος του οφείλει μόνο το μίσθωμα Αυγούστου 2005 ποσού 1.625,37 ευρώ. Αξίωση του ενάγοντος για τα μισθώματα Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2005 δεν θεμελιώνεται και η αγωγή κατά το μέρος αυτό είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Στη συνέχεια το Εφετείο προβαίνει σε αφαίρεση του οφειλομένου από τον αναιρεσίβλητο μισθώματος Αυγούστου 2005, ύψους 1625,37 ευρώ, από το ποσό της εγγυήσεως των 6.603,08 ευρώ, κατά παραδοχή ενστάσεως του εναγομένου για συμψηφισμό της απαίτησης του ενάγοντος και καταλήγει στο ορθό αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων οφείλει να επιστρέψει στον εναγόμενο το υπόλοιπο της εγγυοδοσίας ύψους 4.977,71 ευρώ (6.603,08 - 1625,37).
Τελικά δέχεται τα ακόλουθα: "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού και την ανταγωγή του εναγομένου Ι. Κ. ως ουσιαστικά αβάσιμη δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον πιο πάνω εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.238,76 ευρώ για αποζημίωση χρήσεως των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου 2005, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων ...".
Από τις παραδοχές αυτές και το όλο γενικά περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο αναφέρεται στην αποζημίωση χρήσεως των συμφωνημένων μισθωμάτων των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2005, που αποτέλεσε και την ιστορική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 601, 297 και 298 ΑΚ, και όχι σε αξίωση πληρωμής μισθωμάτων.
Έτσι με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και άρα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Η εσφαλμένη, μετά την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού (ΑΚ 440) του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αφού την αφαίρεση του μισθώματος Αυγούστου από το ποσό της εγγυοδοσίας ενήργησε και ο εναγόμενος στην ανταγωγή του, και άρα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την παραδοχή αυτή του Εφετείου η αναιρεσείουσα, αφού η οφειλόμενη από αυτήν εγγυοδοσία περιορίστηκε κατά το ποσό του μισθώματος Αυγούστου 2005.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (και όχι εκείνου του αρθρ. 559 αριθ.19 που υπολαμβάνει ο αναιρεσείων), με τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση πλήττεται διότι δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, που ασκήθηκε προφορικά και με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι την ακυρότητα αυτή ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί στο Εφετείο (άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ).
3. Περαιτέρω, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο και τον τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο του προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
4. Η επιβαλλομένη με το άρθρο 240 ΚΠολΔ ρύθμιση της επαναφοράς προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, όπως το περιεχόμενο τους σαφώς προκύπτει, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, όχι δε και εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.
Συνεπώς, για την από το Εφετείο λήψη υπόψη των αγωγικών ισχυρισμών δεν είναι αναγκαίο να επαναφέρονται κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη (ΑΠ 433/1998). Εξάλλου, η ρύθμιση της ανωτέρω διάταξης αφορά τον νικήσαντα διάδικο στον πρώτο βαθμό, διότι ο ηττημένος στον πρώτο βαθμό διάδικος επαναφέρει τους ισχυρισμούς του μέσω λόγου εφέσεως κα μάλιστα δια του δικογράφου της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων της έφεσης και όχι πάντως με τις προτάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρείδε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν επανέφερε με τις προτάσεις του την ανταγωγή του και την ένσταση συμψηφισμού υπό τις διατυπώσεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αυτός τόσο την ανταγωγή του, όσο και την εν λόγω ένσταση επανέφερε με το δικόγραφο της εφέσεως. Άρα ο σχετικός αντίθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2009 αίτηση του Χ. Τ. για αναίρεση της 652/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ