Legislator Case Law & Legislation
1610/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment regarding property access width and public land ownership.

Case Number 1610/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first instance judgment regarding property access width and public land ownership. The appellant argued that the court erred in not specifying a 3.5-meter access width and in validating a property transfer involving public forest land. The court rejected these claims as based on false premises, noting that the access width rule applies only to construction and that the land was not proven to be public forest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on erroneous factual premises or misapplication of procedural rules regarding construction standards and property status is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal dismissal access width standards public forest land property ownership transfer procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 21 of the Building Code
Article 1033 of the Civil Code
Law 8, paragraph 8 of the Code
Law 9, paragraph 1 of the Code
Law 2, paragraph 20 of the Code
Law 6, paragraph 1 of the Code
Law 76, paragraph 1 of the Code
Law 7, paragraph 3 of the Code
Law 18 and 21 of the Law of 21 June 1837
Law 1539/1938
Article 24 of the Constitution
AI generated
399/2011
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claims of evidence omission and document distortion.
1192/2012
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that vague property descriptions do not constitute legal indefiniteness under Article 560. The court held that the lower court's rejection was based on quantitative, not legal, indefiniteness. The appeal is inadmissible. The court ruled that the appellant's arguments regarding the indefiniteness of the property description in the lawsuit do not constitute a legal ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court determined that the lower court's decision was based on quantitative rather than legal indefiniteness, thus rejecting the appeal as inadmissible. The appellant is ordered to pay the legal costs of the other parties. The court dismissed the appeal as inadmissible because the appellant's arguments regarding the indefiniteness of the property description in the lawsuit do not constitute a legal ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court determined that the lower court's decision was based on quantitative rather than legal indefiniteness, thus rejecting the appeal as inadmissible. The appellant is ordered to pay the legal costs of the other parties.
1625/2011
Appeal partially allowed; appeal against first defendant dismissed; appeal against second defendant upheld and case remanded.
388/2012
Supreme Court dismisses appeal on servitude claim, ruling lower court correctly applied common sense facts to prove infringement.
1181/2010
Supreme Court remands case for retrial due to failure to consider evidence under Article 559(11)(c) of Civil Procedure Code.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1610 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1610/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: 1. Α. συζ. Κ. Π., το γένος Κ. και Ε. Κ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπύρο Φυτράκη και Πολυξένη Μπαλτά. Στο σημείο αυτό οι πληρεξούσιοι δικηγόροι δήλωσαν ότι η αρχική διάδικος Ε. Κ. Κ., το γένος Γ. Χ., απεβίωσε στις 16-5-2008 και συνεχίζει τη δίκη ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της η θυγατέρα της - ήδη αναιρεσείουσα - (Α. Κ.-Π.).

Των αναιρεσίβλητων: 1. Τ. χας Χ. Α., το γένος Α. Ξ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Α. Α. του Χ., 3. Α. Α., του Χ. και 4. Γ. Α. του Χ., κατοίκων …. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Παπαδέλλης δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη (Τ. χήρα. Χ. Α., το γένος Α. Ξ.) απεβίωσε στις 28-12-2008 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της - ήδη 2ο, 3ο, 4ο αναιρεσιβλήτους- , οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2003 αγωγή των ήδη 2ου, 3ου και 4ου αναιρεσιβλήτων και με την από 14-3-2005 ανταγωγή της αρχικής διαδίκου Ε. Κ., που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας και συνεκδικά-σθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 359/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2009 αίτησή της και με τους από 19-3-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντίδικου του με να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα και προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη Τ. χήρα Χ. Α., το γένος Α. Ξ. απεβίωσε στις 28-12-2008 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Α. Α., Α. Α. και Γ. Α., ήτοι τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.

Εξάλλου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (αρθρ. 62 και 73 του Κ.Πολ.Δ.), από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της ένδικης από 9-3-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 359/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών γνώριζε τον θάνατο της παραπάνω διαδίκου, που επήλθε, όπως ήδη εκτέθηκε, στις 28-12-2008, δηλαδή πριν από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (22-1-2009) και πριν από την άσκηση της αναίρεσης (στις 9-3-2009).

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης γνώριζε τον θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ, εξάλλου, οι προαναφερθέντες κληρονόμοι της δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων παρίστανται νομίμως όχι μόνο ατομικά, αλλά και στη θέση της κληρονομηθείσας ως άνω διαδίκου και δηλώνουν ότι συνεχίζουν την δίκη και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της πιο πάνω αναιρεσίβλητης, που είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της και μπορεί να χωρίσει νομίμως η συζήτηση επί της αναιρέσεως.

Επειδή, από τα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ συνάγονται τα εξής: Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 560 πλημμέλειες.

Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση. Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως.

Ο περιορισμός αυτός των λόγων αναιρέσεως, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεως του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στις αρχές του Συντάγματος για το δικαίωμα ακροάσεως από τα δικαστήρια (αρθρ. 20 παρ. 1) και για την υποχρέωση των δικαστηρίων να διαλαμβάνουν στις αποφάσεις τους ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (αρθρ. 93 παρ. 3), ούτε αντίκειται στις διεθνείς συμβάσεις.

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1121, 1045 ΑΚ προκύπτει ότι οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, για την κτήση πραγματικής δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος και κατεύθυνση της θελήσεως αυτής σε ξένο πράγμα.

Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αναφορικά με την ένδικη από 12-6-2003 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η αρχικώς εναγόμενη να επαναφέρει την αναφερόμενη θέση δουλείας διελεύσεως της πλάτους 2,00 μέτρων στην αρχική της θέση, και την από 14-3-2005 ανταγωγή της αρχικώς εναγόμενης-αντενάγουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί νομέας και κάτοχος της περιγραφόμενης από αυτή δουλείας διόδου, καθώς και κυρία της αναφερόμενης εδαφικής έκτασης, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του …/2-11-2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κρωπίας Σωτηρίας Κατσούδα, όπως αυτό διορθώθηκε με το …/20-5-2003 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχουν νομίμως μεταγραφεί, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εκκαλούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, απέκτησαν από την μητέρα τους Τ.

χήρα Χ. Α., πρώτη εκκαλούσα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Ραφήνας Αττικής, στη θέση "…" εκτάσεως 2.051 τ.μ. όπως αυτό εμφαίνεται στο από Μαΐου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Α. Π.. Το ακίνητο αυτό συνορεύει, βόρεια επί πλευράς ΒΓ μήκους 18,25 μ.

με ιδιοκτησία Σ., επί πλευράς ΔΕ μήκους 17 μ. με ιδιοκτησία εφεσίβλητης, επί πλευράς ΖΗ μήκους 13,30 μ. και επί πλευράς ΘΙ μήκους 26 μ. με ιδιοκτησία Σ., νότια - νοτιοδυτικά σε πλευρά ΙΚ μήκους 40 μ. με κοινοτική οδό Δημοκρατίας, νότια επί πλευράς ΚΑ μήκους 20,20 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Α. και επί πλευράς ΜΑ μήκους 25,60 μ.

με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Α., νοτιοανατολικά επί πλευράς ΛΜ μήκους 8,50 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Α., ανατολικά επί πλευράς ΕΖ μήκους 13 μ. με ιδιοκτησία εφεσίβλητης και πέραν αυτής με τμήμα του αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας της α' εκκαλούσας, επί τεθλασμένης πλευράς ΑΑ'Β' συνολικού μήκους 33,20 μ. με αιγιαλό και θάλασσα και δυτικά επί πλευράς ΓΔ μήκους 13 μ.

με ιδιοκτησία εφεσίβλητης και πέραν αυτής με τμήμα του αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας της α' εκκαλούσας και επί πλευράς ΗΘ μήκους 21,40 μ. με ιδιοκτησία Σ.. Η αρχικώς εναγόμενη και εφεσίβλητη είναι κυρία, ενός ακινήτου επιφάνειας 221 τ.μ. με τα επ1 αυτού κτίσματα εξ αγοράς από τον Χ. Α., σύζυγο της πρώτης εκκαλούσας και πατέρα των λοιπών, δυνάμει του …/1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίλαου Βλαβιανού, που έχει νομίμως μεταγραφεί.

Το ως άνω ακίνητο της εφεσίβλητης συνορεύει ανατολικά με θάλασσα επί πλευράς μήκους 13 μ., αρκτικώς με ιδιοκτησία Σ. επί πλευράς μήκους 17 μ., δυτικά με ιδιοκτησία εκκαλούντων επί πλευράς μήκους 13 μ. και νοτίως με ιδιοκτησία επίσης εκκαλούντων σε πλευρά μήκους 17 μ. Λόγω του ότι το ως άνω ακίνητο κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της κυριότητάς του από τον Χ.

Α. στην εφεσίβλητη, στερείτο προσβάσεως με την πλησιέστερη οδό Δημοκρατίας, ο πωλητής Χ. Α. ανέλαβε με το ανωτέρω συμβόλαιο να αφήσει δίοδο πλάτους δύο (2) μέτρων προς εξυπηρέτηση του ακινήτου της εφεσίβλητης, η οποία όπως όρισε θα είναι κοινόχρηστη και για την υπόλοιπη έκταση του πωλητή, την δίοδο δε αυτή όπως συμφωνήθηκε ο ανωτέρω πωλητής είχε δικαίωμα να αφήσει από οποιαδήποτε πλευρά του ακινήτου, χωρίς να έχει δικαίωμα να προβάλλει αντίρρηση η εφεσίβλητη ως προς την πλευρά, εφόσον εξυπηρετείται η προσπέλαση στο ακίνητο της.

Πράγματι ο ως άνω δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης άφησε δίοδο προς εξυπηρέτηση του ακινήτου της. Η δίοδος αυτή είχε πλάτος δύο (2) μέτρων, άρχισε από την αγροτική τότε οδό και σήμερα οδό Δημοκρατίας άγετο περιμετρικά της υπόλοιπης ιδιοκτησίας του πωλητή Χ. Α. σε μήκος νοτιοδυτικά επί πλευράς ΙΘ μήκους 26 μ., δυτικά επί πλευράς ΗΘ μήκους 21,40 μ., και βόρεια επί πλευράς ΗΖ μήκους 13,30 μ., όπως αποτυπώνεται στο από Μαΐου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.

Π.. Η εφεσίβλητη από το έτος 1964 που αγόρασε το ακίνητο της διερχόταν σ' αυτό η ίδια, η οικογένεια της και οι επισκέπτες της από την ανωτέρω δίοδο και ασκώντας το δικαίωμα αυτό με διάνοια δικαιούχου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, απέκτησε δικαίωμα δουλείας διόδου. Περί το έτος 2003 η εφεσίβλητη αυθαίρετα μετέθεσε την θέση της διόδου από και προς το ακίνητο της και αντί να διέρχεται περιμετρικά του ακινήτου των εκκαλούντων - εναγόντων, διέρχεται από το μέσο περίπου της πλευράς ΗΘ του προαναφερομένου διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Α.

Π., επί διαδρόμου πλάτους 2 μέτρων και μήκους 11,30 μ. παράλληλα προς την βόρεια πλευρά του ακινήτου των εναγόντων και μέσα από αυτό, με βλάβη των εναγόντων, οι οποίοι εμποδίζονται στην άσκηση της νομής τους επ' αυτού του τμήματος της ιδιοκτησίας τους. Δεν αποδείχθηκε από το σύνολο των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων ότι η δίοδος που άφησε ο Χ.

Α., άρχιζε από την είσοδο του όλου ακινήτου του στη νοτιοδυτική γωνία και κατέλειπε δια μέσου του όλου κτήματος στην βόρεια πλευρά του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη - αντενάγουσα. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι το εδαφικό τμήμα που αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά γράμματα α, ε, η, θ, α στο από Σεπτεμβρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Ζ., που βρίσκεται σε επαφή με την αφεθείσα δίοδο, χρησιμοποιεί η εφεσίβλητη από το έτος 1964 ως αυλή και κήπο της οικίας της και κατ' αυτόν τον τρόπο έγινε κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης μεταβίβασε σ' αυτήν συγκεκριμένη έκταση επιφανείας 221 τ.μ. με τα επ' αυτής κτίσματα, είχε δε τοποθετήσει τις σωληνώσεις υδροδότησης και είχε κατασκευάσει τον βόθρο λυμάτων στο τμήμα αυτό του όλου ακινήτου του και το γεγονός αυτό δεν αποτελεί άσκηση πράξης νομής από την εφεσίβλητη.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού έκρινε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου των 2051 τ.μ. κατά τρόπο παράγωγο δυνάμει του αναφερόμενου έγκυρου συμβολαίου γονικής παροχής, δέχτηκε ακολούθως ότι η εναγόμενη-αναιρεσείουσα το έτος 1964 αγόρασε δυνάμει συμβολαίου ένα ακίνητο επιφάνειας 221 τ.μ.

από τον ήδη αποβιώσαντα πατέρα των αναιρεσιβλήτων Χ. Α., ο οποίος προς εξυπηρέτηση του πωληθέντος αυτού ακινήτου άφησε δίοδο πλάτους 2 μέτρων, όπως αυτή λεπτομερώς περιγράφεται, επί της οποίας η αναιρεσείουσα απέκτησε δικαίωμα δουλείας διόδου, ότι περί το έτος 2003 η εναγόμενη αυθαίρετα μετέθεσε τη θέση της διόδου με βλάβη των εναγόντων, οι οποίοι εμποδίζονται στην άσκηση της νομής τους επ' αυτού του τμήματος της ιδιοκτησίας τους και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η δίοδος που άφησε ο πατέρας των εναγόντων είχε τη θέση και τα όρια που ζητεί η εναγομένη-αντενάγουσα, ούτε αποδείχθηκε ότι το περιγραφόμενο εδαφικό τμήμα, που βρίσκεται σε επαφή με την αφεθείσα δίοδο, απέκτησε η εναγόμενη με έκτακτη χρησικτησία".

Κατόπιν τούτου το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την ανταγωγή, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να επαναφέρει τη θέση της διόδου στην αρχική της θέση. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121, 1045 ΑΚ, που ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 138 ΑΚ και 20 του Συντάγματος, που αναφέρονται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κύριας αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, το νομικό πλαίσιο του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού αποτελεί ο ν. 1577/1985, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν. 1831/2000. Ο ΓΟΚ διαιρείται σε δύο Κανονισμούς, δηλαδή στον Πολεοδομικό και στον Κτιριοδομικό. Με τις διατάξεις των άρθρων 2-25 του ΓΟΚ, όπως ισχύει, ρυθμίζεται μόνο ο Πολεοδομικός Κανονισμός, ενώ όσον αφορά τον Κτιριοδομικό Κανονισμό δεν περιέχει λεπτομερείς γενικές ρυθμίσεις, αλλά μια γενική διάταξη (άρθρο 26), που αναφέρεται στις κατασκευές και τα μέτρα που πρέπει να τηρούνται κατά τη δόμηση τους, και ορίζει ότι το ειδικότερο περιεχόμενο του κανονισμού αυτού θα καθοριστεί με υπουργική απόφαση.

Κατ' εξουσιοδότηση του, πιο πάνω άρθρου 26 του ΓΟΚ (ήδη άρθρο 444 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας) εκδόθηκε η 3046/304/1989 (ΦΕΚ 59Δ/3-2-1989) απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, της οποίας οι ρυθμίσεις αποτελούν τον Κτιριοδομικό Κανονισμό, σκοπός του οποίου είναι η ρύθμιση της κατασκευής των δομικών έργων στο σύνολο τους και στα επί μέρους στοιχεία τους, έτσι ώστε να εξυπηρετούν τη χρήση για την οποία προορίζονται και σε κανονικές συνθήκες συντήρησης του έργου για μια οικονομικώς αποδεκτή διάρκεια ζωής να ικανοποιούν απαιτήσεις, όπως για την προστασία του περιβάλλοντος κ.λ.π.

Ειδικότερα, με το άρθρο 21 του άνω Κτιριοδομικού Κανονισμού ρυθμίζεται η προσπέλαση προς εισόδους - εξόδους κτιρίων και ορίζεται ότι, όπου η είσοδος ή η έξοδος κτιρίου ή δομικού έργου βρίσκεται σε αίθριο ή απέχει από την πλησιέστερη σε αυτή είσοδο του οικοπέδου περισσότερο από 30 μ., απαιτείται δίοδος προσπέλασης πεζών και τροχοφόρων προς αυτή την είσοδο ή έξοδο, με ελεύθερο πλάτος στη στενότερη θέση της τουλάχιστο 3,5 μέτρων.

Οι διατάξεις όμως αυτές, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, αναφέρονται στις κατασκευές και τα μέτρα που πρέπει να τηρούνται κατά τη δόμησή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να μη καθορίσει το πλάτος της διόδου διέλευσης της σε 3,50 μέτρα παραβίασε την άνω διάταξη του άρθρου 21 του κτιριοδομικού κανονισμού, ενώ με τους τρίτο λόγο της αναίρεσης και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να δεχτεί εσφαλμένα, ότι η μεταβίβαση της κυριότητας με γονική παροχή από την πρώτη αναιρεσίβλητη προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, τέκνα της, του προαναφερθέντος ακινήτου των 2051 τ,μ., είναι έγκυρη και ισχυρή και με το να μη δεχτεί, ότι το τμήμα αυτό αποτελεί δημόσια δασική έκταση, επί της οποίας αποκλείεται κάθε άσκηση νομής ως πρωτότυπος τρόπος κτήσεως κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033 ΑΚ, των ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), 18 και 21 του ν.

της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ,π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

με το άρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, και του άρθρου 24 του Συντάγματος. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενο της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι δεν υπάρχουν παραδοχές ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων αποτελεί δημόσια δασική έκταση, οι δε διατάξεις του άρθρου 21 του Κτιριοδομικού Κανονισμού εφαρμόζονται στις κατασκευές και τα μέτρα που πρέπει να τηρούνται κατά τη δόμηση τους.

Οι ίδιοι αυτοί λόγοι κατά το μέρος που, με το πρόσχημα της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στην πραγματικότητα, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-3-2009 αίτηση και τους από 9-3-2010 πρόσθετους λόγους της Α. Π. για αναίρεση της 359/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ