Legislator Case Law & Legislation
1610/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award where arbitrators exceeded jurisdiction by deciding non-technical commercial contract disputes.

Case Number 1610/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the arbitration award issued by the Technical Chamber of Greece. The lower court found that the arbitrators exceeded their statutory authority by adjudicating complex commercial contract issues rather than purely technical matters. Consequently, the court upheld the annulment of the original award and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 897(4) KPolD; Art. 902 KPolD: An arbitration award is annulable if arbitrators exceed the scope of authority granted by the agreement or law, specifically when they decide non-technical commercial disputes reserved for civil courts.

Keywords

AI generated
arbitration jurisdiction exceeding authority technical chamber commercial contract annulment of award statutory mandate technical vs legal

Cited Legislation

AI generated
Art. 897(4) KPolD
Art. 902 KPolD
Art. 559(1) KPolD
Art. 559(20) KPolD
Art. 559(19) KPolD
PD 723/1979

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1610 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1610/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ηλίας Σπινάσας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Νικόλαος Μαλαφέκας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.02.2002 αγωγή περί ακύρωσης απόφασης διαιτησίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Τεχνικού Επιμελητηρίου, την από 10.11.2003 προσεπίκληση της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων και την από 27.04.2004 πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3534/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 03.09.2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 24.08.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενέργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Επομένως, ακυρώσιμη είναι η απόφαση διαιτητών που προέβησαν σε επίλυση διαφοράς, η οποία κατά το νόμο αποκλείεται από τη δικαιοδοσία τους.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 902 ΚΠολΔ, "στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης". (παρ. 1). "Τα διατάγματα της παρ. 1 ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας" (παρ. 2).

Με βάση την πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 902 ΚΠολΔ, εκδόθηκε το π.δ. 723/1979 "περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνιστάται παρά τω τεχνικώ επιμελητηρίω της Ελλάδος (ΤΕΕ) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών" (παρ. 1). "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμεναι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως, συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικάς γνώσεις ή εμπειρίας των μελών του ΤΕΕ" (παρ. 2).

Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνο "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το 723/1979 π.δ/γμα ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ, διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του.

Εξ' αυτών έπεται ότι α) ως τεχνικές διαφορές κατά την έννοια του νόμου πρέπει να νοηθούν οι διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έχουσες ως άμεσο αντικείμενο τεχνικά έργα, κατασκευές, εγκαταστάσεις ή θέματα εμπίπτοντα στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του ΤΕΕ και όχι απλώς έμμεση σχέση με τέτοια έργα κλπ και 2) αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι "τεχνικές", αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδοτήσεως, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρυθμίσεως του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.δ. 723/1979.

Τέτοιες άλλες (μη τεχνικές) προδήλως είναι και οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, έστω και αν το αντικείμενο της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας είναι τεχνικό έργο κατασκευή ή εγκατάσταση, όπως είναι οι εισαγόμενες προκατασκευασμένες οικοδομές από φυσικούς κορμούς δένδρων, αφού στην περίπτωση αυτή το άμεσο αντικείμενο της συμβάσεως είναι η σχέση της εμπορικής αντιπροσωπείας και όχι η μελέτη, εκτέλεση, συντήρηση, λειτουργία τεχνικού έργου κατασκευής ή εγκαταστάσεως, άλλη ανάλογη επέμβαση επί τέτοιου έργου κατασκευής ή εγκαταστάσεως ή άλλο θέμα που εμπίπτει στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του ΤΕΕ.

Επομένως, αν, με συμφωνία, υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ οποιαδήποτε άλλη διαφορά, που δεν είναι τεχνική, κατά την παραπάνω έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, γιατί, οι διαιτητές που την εξέδωσαν, υπερέβησαν την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος. Τέλος, η προαναφερόμενη διάταξη, με την οποία θεσπίζεται η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή της ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, δέχτηκε τα ακόλουθα. Με το από 10-3-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό και με το από 25-5-1995 συμπληρωματικό τούτου, που καταρτίστηκαν στην Αθήνα μεταξύ αφενός του Ψ2 (ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου), ο οποίος ενεργούσε ατομικώς και κατ' εντολή και για λογαριασμό της θυγατέρας του Ψ1 (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και αφετέρου του Χ, ήδη αναιρεσείοντος, (αποκαλούμενοι στα ενλόγω συμφωνητικά αντιπρόσωπος και υποαντιπρόσωπος αντίστοιχα), ο πρώτος από αυτούς, αφού διαβεβαίωσε και έπεισε τον δεύτερο, ότι η επιχείρηση, που έχει ιδρύσει και διατηρεί στη .....

η κόρη του, είχε εξασφαλίσει την αποκλειστική αντιπροσωπεία επιχειρήσεων κατασκευής, εμπορίας και εξαγωγής προκατασκευασμένων οικοδομών από φυσικούς κορμούς δένδρων, οι οποίες έχουν έδρα τη ....., με συμβάσεις που αυτή έχει υπογράψει με τους αντίστοιχους εμπορικούς οίκους της ..... και ότι το προνόμιο της αποκλειστικής αυτής αντιπροσωπείας εκτείνεται σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, με περαιτέρω δικαίωμα να εκχωρεί το προνόμιο αυτό ολικώς η ενμέρει προς τρίτους, κατά την απόλυτο κρίση του, διόρισε στη συνέχεια τον δεύτερο (τον Χ) υποαντιπρόσωπο του, με όλα τα δικαιώματα και το συναφές προς αυτά προνόμιο της αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως όλων των παραπάνω .....

οίκων. Η αντιπροσώπευση αυτή της Ψ1 από τον Χ εκτεινόταν στις αναφερόμενες στο πρώτο πιο πάνω συμφωνητικό περιοχές της Ελλάδος, επεκτάθηκε δε με το δεύτερο συμφωνητικό σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια, για την περίπτωση που "πελάτης" θα είναι τόσο το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, όσο και οποιοσδήποτε άλλος φορέας του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Με ειδικότερους όρους που περιλήφθηκαν στο πρώτο συμφωνητικό ορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υποαντιπροσώπου Χ (ρύθμιση της πληρωμής για κάθε κατασκευαζόμενη οικία και των χρηματικών υποχρεώσεών του προς τους αντιπροσώπους του). Εξάλλου, με ίδιου ακριβώς περιεχομένου όρους και των δύο συμφωνητικών (13ο του πρώτου 3ο του συμπληρωματικού) ορίστηκαν τα εξής: "Κάθε διαφωνία ή διαφορά που τυχόν θα προκύψει από την ερμηνεία, εκτέλεση και εφαρμογή του παρόντος, είτε μεταξύ του αντιπροσώπου και των περαιτέρω υποκατασταθέντων...

θα επιλύεται αποκλειστικώς δια διαιτησίας, αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση της προσφυγής εις τα τακτικά Δικαστήρια. Ως υποχρεωτική Διαιτησία συνομολογείται αυτή του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (ΤΕΕ), κατά τις διατάξεις του Π.Δ/τος 723/1979, ως τούτο θα ισχύει εκάστοτε". Στη συνέχεια ο εναγόμενος και αναιρεσείων στην προκείμενη δίκη Χ συνεχίζει το Εφετείο, επικαλούμενος αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των Ψ2 και Ψ1 (έλλειψη από αυτούς αντιπροσωπευτικής ιδιότητας των .....

οίκων, αφερεγγυότητα αυτών και μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους), με την από 1-11-1995 αγωγή-προσφυγή του, ζήτησε από το Διαιτητικό Δικαστήριο, που συστήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 723/1979, να υποχρεωθούν οι Ψ2 και Ψ1 να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, συνολικά το ποσό των 39.667.000 δραχμών, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής αυτής, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, αναλύονταν:

α) στο ποσό των 9.500.000 δρχ. που φέρεται ότι είχε καταβάλει τμηματικά σ' αυτούς, σε εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης αντιπροσωπείας, β) στο ποσό των 10.167.000 δρχ., για δαπάνες που φέρεται ότι ενήργησε για να λειτουργήσει η σύμβαση αντιπροσωπείας, αποβλέποντας στην είσπραξή του από την πώληση κατοικιών προς πελάτες του, η οποία όμως οριστικά ματαιώθηκε από την αντισυμβατική και συγχρόνως εξωσυμβατική υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά τους και γ) στο ποσό των 20.000.000δρχ.

ως καταπεσούσα σε βάρος τους ποινική ρήτρα, σύμφωνα με τον 12ο όρο του από 10-3-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού. Με την 15/2001 απόφαση του πιο πάνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, αφού απορρίφθηκε σχετική ένσταση για έλλειψη δικαιοδοσίας του, έγινε ενμέρει δεκτή η αγωγή-προσφυγή, για το ποσό των 29.500.000 δρχ. Όμως, είπε το Εφετείο, η διαφορά που υποβλήθηκε προς κρίση στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ δεν ήταν τεχνική, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ. 723/1979, αλλ' αφορούσε διένεξη σχετική με την ερμηνεία ή εφαρμογή των όρων της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα το έγκυρο της καταγγελίας, κατάπτωση ποινικής ρήτρας και τοκοφορία ένδικων απαιτήσεων, η ορθή επίλυση της οποίας απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης.

Έτσι, τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου του ΤΕΕ, που εξέδωσαν την πιο πάνω 15/2001 απόφαση, ενέργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος. Με τις σκέψεις δε αυτές, αφού δέχτηκε την από 18-2-2002 αγωγή, καθώς και την από 27-4-2004 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, ακύρωσε τη διαιτητική αυτή απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του η διαφορά που επέλυσαν τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου του ΤΕΕ δεν ήταν τεχνική, δεν παραβίασε καμμία από τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε οποιαδήποτε άλλη από αυτές των άρθρων 867 επ. ΚΠολΔ που επικαλείται ο αναιρεσείων και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και κατά τα δύο τμήματά του, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Οι δεύτερος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, διότι, το Δικαστήριο αυτό, προβαίνοντας, κατά πλεονασμό, ύστερα από τις πιο πάνω σκέψεις του, με την προσφυγή στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, σε ερμηνεία της περί διαιτησίας συμφωνίας των διαδίκων, δέχτηκε, ότι η αληθής θέλησή τους ήταν να υπαγάγουν στη διαιτησία του ΤΕΕ την επίλυση μόνο των τεχνικών διαφορών που θα προέρχονταν από την επίδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι αβάσιμοι ως αλυσιτελείς, αφού το Εφετείο δέχτηκε ότι τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου υπερέβησαν την εξουσία που τους παρέχει ο νόμος, διότι δεν επρόκειτο για τεχνική διαφορά και, επομένως, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων, βάσει του νόμου πλέον η διαφορά που επέλυσαν, ως μη τεχνική, δεν περιλαμβάνονταν στη δικαιοδοτική εξουσία του ΤΕΕ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.9.2004 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3534/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ