Legislator Case Law & Legislation
160/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding appellate court's free evaluation of evidence.

Case Number 160/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to explicitly reference specific financial documents regarding the company's 2014 income, claiming this violated procedural rules. The court ruled that the appellate court correctly exercised its free and dominant power to evaluate evidence without needing to separately justify every piece of proof or explicitly cite each document in its reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 176 of the Code of Civil Procedure; The appellate court possesses the free and dominant power to evaluate evidence and is not required to explicitly reference or separately justify the evidentiary weight of every document, provided the overall assessment is logical and based on the totality of the evidence.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal free evaluation of evidence appellate court reasoning procedural error claim financial documents relevance

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 160 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 160/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., και 2.Η. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ..., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. Μ. Μ. Ε. Μ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Μ. ", πρώην "Ρ. Μ. Μ. Ε. Α..Ε.." που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ρήγα Μπαρμπούρη και Λεωνίδα Σιδηρόπουλο, οι οποίοι δήλωσαν ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "P. G. R. Ρ. και Ψ. Μ. Α. Ε." με τον διακριτικό τίτλο "P. G. R. & E. Μ. Α..Ε.. (όπως μετονομάσθηκε η πρώην «S.» R. Μ. Α. Ρ. «Ε. με διακριτικό τίτλο «S. R. Μ. Α..Ε..) ως καθολική διάδοχος της αναιρεσείουσας λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από την δεύτερη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2014 (με αριθμό κατάθεσης 2712/2014) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1395/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3789/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 31.5.2022 και με αριθμ. καταθ. 4331/470/31.5.2022 αίτηση αναίρεσης των δυο (2) αναιρεσειόντων [από τους αρχικά τρεις (3) ενάγοντες και εκκαλούντες), προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 3789/1.6.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 15.7.2018 με αριθμ.

καταθ. 89934/6067/27.9.2018 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (δύο εκ των αρχικά τριών εναγόντων - εκκαλούντων), κατά της με αριθμ. 1395/11.10.2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 30.6.2014 και με αριθ. κατάθ.78854/2712/3.7.2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με αντικείμενο Α) την αναγνώριση της ακυρότητας της από μέρους της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας υπό την τότε επωνυμία της "Ρ.

Μ. Μ. Ε. Α..Ε.., και ήδη αναιρεσίβλητης με την επωνυμία "Ρ. Μ. Μ. Ε. Μ. Α. Εταιρία", καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας τους αορίστου χρόνου α) ως καταχρηστικής, κυρίως, ως γενόμενης αποκλειστικά από λόγους εκδίκησης μετά τη νόμιμη άρνηση συναίνεσής τους στην προταθείσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, επικουρικά, λόγω έλλειψης αντικειμενικού λόγου που να τη δικαιολογεί και β) ως αντίθετης στις διατάξεις του ν. 1387/1983 λόγω μη τήρησης από την καταγγέλλουσα-εργοδότριά τους των προβλεπόμενων από το άρθρο 3 του άνω νόμου διατυπώσεων για τις απολύσεις τους, που ήταν ομαδικές και Β) τη συνέχιση απασχόλησής τους με τους ίδιους όρους εργασίας και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας από τις 15.4.2014, οπότε καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας εκάστου εξ αυτών έως και το Φεβρουάριο του 2015.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων, μετά από μερική εξαφάνιση της πρωτόδικης-εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη, κατά το μέρος που θεμελιωνόταν στην επικαλούμενη ακυρότητά της λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του άρθρου 3 του ν.1387/1983, ενώ κατά τα λοιπά επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (1.6.2020) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (31.5.2022), δεν παρήλθε διετία (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Κατά τη συζήτηση παραστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "P. G. R. Ρ. και Ψ. Μ. Α. Ε.", ως οιονεί καθολική διάδοχος με απορρόφηση λόγω συγχώνευσης της αρχικά αναιρεσίβλητης εταιρείας, που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του Α.Κ. (ΑΠ 78/2022, ΑΠ 642/2021, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 179/2016, Α.Π. 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).

Όμως, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 1922/2007 ΑΠ 561/2007).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 έως 351, 361 του Α.Κ., 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο, εκ μέρους του εργοδότη, δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται τη μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του, με τους ίδιους όρους όπως πριν από την μεταβολή, οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας, στην οποία ο τελευταίος περιήλθε (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ. 657/2018).

Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 648, 652 και 361 του Α.Κ., ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα, βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα, τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του, για να επιτύχει τους σκοπούς της. Δεν μπορεί, όμως, να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 258/2019).

Επομένως, εάν ο εργοδότης επιχειρήσει να προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού, όπως να προβεί σε μείωση των συμφωνημένων αποδοχών του εργαζομένου και, στη συνέχεια, λόγω άρνησης του εργαζομένου να αποδεχθεί τη βλαπτική μεταβολή, καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 1325/2020).

Ειδικότερα, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της, με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού, για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου να αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της επαπειλούμενης συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης, δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 1162/2019, Α.Π. 606/2017). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια, μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών, ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.

Ελέγχονται, όμως, από τα δικαστήρια αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης (ultima ratio) και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου, ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Τέτοια λιγότερο επαχθή σε σχέση με την απόλυση μέτρα συνιστούν η, εκ μέρους του εργοδότη, παροχή της δυνατότητας στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, για την απασχόλησή του σε άλλη κενή θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός να είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 232/2021, ΑΠ 539/2018, ΑΠ 606/2017) ή η πρόταση σε αυτόν να απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 539/2018, ΑΠ 595/2015) ή με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 1310/2022, Α.Π. 392/2021, ΑΠ 397/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των, κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.

Επομένως, ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθρο 652 Α.Κ.) μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).

Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της, με βάση το άρθρο 281 του Α.Κ., δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθρο 281 Α.Κ.) και κυρίως ελέγχεται εάν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι, που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 1162/2019).

Και τούτο διότι ο εργαζόμενος έχει ένα άξιο προστασίας δικαίωμα για τη διατήρηση των όρων εργασίας που έχει συμφωνήσει (pacta sunt servanda), το οποίο υποχωρεί οσάκις συντρέχουν λόγοι ικανοί να θεμελιώσουν, από πλευράς εργοδότη, ένα αντικειμενικό συμφέρον για τη μεταβολή του περιεχομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Διαφορετικά, η τροποποιητική καταγγελία θα λειτουργούσε ανεξέλεγκτα, ως ένα μέσο απαλλαγής του εργοδότη από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Επομένως, στην περίπτωση που αποφασισθεί εκ μέρους του εργοδότη η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στην επιχείρηση, προκειμένου να βελτιωθεί η οικονομική της θέση, για να αποφευχθεί η δημιουργία ή/και η σώρευση ζημιών, που θα καθιστούσαν αναπόφευκτες τις απολύσεις ή ακόμη που θα είχαν ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης, με απώλεια όλων των θέσεων εργασίας, ο δικαστικός έλεγχος περιλαμβάνει το κατά πόσο η προταθείσα μείωση των αποδοχών δικαιολογείται από την ένταση των οικονομοτεχνικών λόγων που επικαλέσθηκε ο εργοδότης και προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ή μη λήψης και άλλων μέτρων, εκ μέρους του εργοδότη, για τη μείωση του κόστους λειτουργίας αυτής (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 750/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Προϋπόθεση αυτού του λόγου αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή ή ένσταση) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 356/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 444/2019).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1014/2019). 3.- Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία [ήδη αρχική αναιρεσίβλητη, η οποία απορροφήθηκε λόγω συγχώνευσης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "S. R.

Μ. Α. Ρ. Ε." μετά την άσκηση της αναίρεσης, που μετονομάσθηκε σε "P. G. R. Ρ. και Ψ. Μ. Α. Ε., η οποία παρέστη κατά τη συζήτηση] είναι ιδιοκτήτρια του, ψυχαγωγικού χαρακτήρα, ραδιοφωνικού σταθμού "D. F. ". Οι εκκαλούντες [ήδη αναιρεσείοντες], αντίστοιχα, είναι τεχνικοί ραδιοφωνικού σταθμού και, συγκεκριμένα, ηχολήπτες, ειδικοί στην τεχνική και καλλιτεχνική κάλυψη του προς εγγραφή, επεξεργασία ή μετάδοση από το ραδιοφωνικό σταθμό προγράμματος, απασχολήθηκαν δε με την ανωτέρω ειδικότητα στην εφεσίβλητη εταιρία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Κυριακή, με κυλιόμενο ημερήσιο ωράριο επτά (7) ωρών και εβδομαδιαίο ωράριο τριάντα πέντε (35) ωρών.

Τα καθήκοντα των εκκαλούντων, κατά τη σύμβαση εργασίας τους, ήταν η τεχνική και καλλιτεχνική κάλυψη του προς εγγραφή ή μετάδοση προγράμματος από το ραδιοφωνικό σταθμό, ενώ προβλέφθηκε ότι θα αμείβονται με τις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των τεχνικών ραδιοφώνου σε ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς", οι δε μηνιαίες μεικτές αποδοχές τους είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των 1.436 ευρώ για τον πρώτο, των 1.524 ευρώ για το δεύτερο και των 2.645 ευρώ για τον τρίτο, οι οποίες δεν υπολείπονταν από τις προβλεπόμενες από την ισχύουσα στην περίπτωσή τους ΔΑ 8/2012 που είχε συναφθεί μεταξύ της "Έ.

Τ. Ε. Ρ. (Ε..Τ..Ε..Ρ.) και της «Έ.» Ι. Ι. Ρ. Σ. Α. (Ε..Ι..Ι..Ρ..Α.)", η οποία, άλλωστε, εφαρμοζόταν υποχρεωτικά στις ένδικες συμβάσεις εργασίες, αφού οι διάδικοι είχαν την ιδιότητα του μέλους των συμβαλλόμενων οργανώσεων και, συγκεκριμένα, οι εκκαλούντες ήταν μέλη της Ε.Τ.Ε.Ρ και η εφεσίβλητη μέλος της Ε.Ι.Ι.Ρ.Α (άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 1876/1990).

Στις 29.10.2012 η προαναφερόμενη ΔΑ 8/2012 καταγγέλθηκε από την "Έ. Ι. Ι. Ρ. Σ. Α. (Ε..Ι..Ι..Ρ..Α.) και έκτοτε οι κανονιστικοί της όροι εξακολούθησαν να ισχύουν για τους υπαγόμενους στο πεδίο εφαρμογής της εργαζομένους επί ένα τρίμηνο μετά την καταγγελία, δηλαδή, μέχρι τις 30.1.2013, βάσει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/26.2.2012, με το οποίο ορίστηκε, περαιτέρω, ότι με την πάροδο του τριμήνου από τη λήξη της ισχύος ή την καταγγελία ΣΣΕ και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους της αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, εφόσον τα επιδόματα προβλέπονται στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα, οι όροι δε αυτοί εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης εργασίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον ραδιοφωνικό σταθμό "D. F. …" εκμεταλλευόταν η εταιρεία "Ι. M. S..A.", η οποία ήταν η κύρια μέτοχος της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και η οποία το Δεκέμβριο του έτους 2012 κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, καθόσον είχε περιέλθει σε αδυναμία να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, των ασφαλιστικών οργανισμών, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των προμηθευτών, αλλά και των μισθωτών που απασχολούσε, μεταξύ των οποίων και οι εκκαλούντες.

Ο ραδιοφωνικός σταθμός "D. F. …" λειτούργησε αυτοδιαχειριζόμενος από τους εργαζομένους του για ένα περίπου χρόνο, προκειμένου να μη χαθεί η συχνότητά του αλλά και οι απαιτήσεις τους, μετά δε από πλειστηριασμό των μετοχών της εναγομένης που ανήκαν στην εταιρεία "Ι. M. S..A."; αποκτήθηκε στις αρχές του 2013 από τη νέα μέτοχο της εφεσίβλητης κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία «S. F.

L.". Μετά την ως άνω απόκτηση του ραδιοφωνικού σταθμού, από τις αρχές του έτους 2013 η νέα διοίκηση κλήθηκε να αντιμετωπίσει οικονομικές υποχρεώσεις από προηγούμενα έτη ύψους 1.566.566 ευρώ, μεταξύ δε αυτών και δεδουλευμένες μέχρι την 31.12.2012 αποδοχές των εργαζομένων. Επίσης, κλήθηκε να αντιμετωπίσει και την αναγκαστική, λόγω της πτώχευσης της "Ι.

M. S..A.", μετεγκατάσταση του ραδιοφωνικού σταθμού από τις εγκαταστάσεις της ανωτέρω εταιρίας στο ... Αττικής στις νέες εγκαταστάσεις του σταθμού στο ... Αττικής. Η εφεσίβλητη προσπάθησε να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της με πρώτιστο μέλημα την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών, τις οποίες εξόφλησε τμηματικά και, από 1.1.2013, κατέβαλε κανονικά τις αποδοχές στους εργαζομένους της, τους οποίους είχε την πρόθεση να διατηρήσει στις θέσεις εργασίας τους και πράγματι διατήρησε.

Ωστόσο, οι ως άνω συσσωρευμένες από προηγούμενα έτη οικονομικές υποχρεώσεις, σε συνδυασμό με τη μείωση των διαφημιστικών εσόδων, τα οποία αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων των ραδιοφωνικών σταθμών, και την αδυναμία είσπραξής τους, λόγω και της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στη χώρα το έτος 2010 και έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη, κατέστησαν την εφεσίβλητη ζημιογόνα και κατά τα έτη 2013 και 2014, παρά τις προσπάθειες για περικοπές των λειτουργικών της εξόδων και μείωση των μισθών του λοιπού, πλην των ηχοληπτών, προσωπικού.

Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από τον προσκομιζόμενο ισολογισμό του έτους 2012, η εφεσίβλητη έκλεισε με ζημίες ύψους 391.019,37 ευρώ, ενώ, επίσης, ζημιογόνα ήταν και η χρήση 1.1.2013 έως 31.12.2013, αφού, όπως αποδεικνύεται από τον αντίστοιχο ισολογισμό, η εφεσίβλητη έκλεισε με ζημίες ύψους 265.607 ευρώ. Οι δε οφειλές της μόνο προς το δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ανέρχονταν στις 31.12.2013 στο ποσό των 267.000 ευρώ, ενώ το σύνολο των υποχρεώσεών της του έτους 2013, ύψους 2.180.048 ευρώ, είχε αυξηθεί σε σχέση με του προηγούμενου έτους (1.566.566 ευρώ) τα δε ίδια κεφάλαια της εταιρείας, ανέρχονταν στο ποσό του 1.054.580 ευρώ.

Εξάλλου, ο κύκλος εργασιών της εναγομένης από 821.492 ευρώ που ήταν το έτος 2011, είχε μειωθεί σε 252.017 ευρώ το έτος 2012, συνέχισε δε μειούμενος για το έτος 2013 με 242.098 ευρώ. Η προαναφερόμενη δεινή οικονομική κατάσταση, στην οποία περιήλθε η εφεσίβλητη, κατέστησε επιτακτική για τη βιωσιμότητά της και τη συνακόλουθη διατήρηση των θέσεων εργασίας, την ανάγκη εφαρμογής σχεδίου εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης της λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού προς το σκοπό αύξησης της ανταγωνιστικότητας και την καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου προσωπικού με εναρμόνιση των όρων εργασίας τους με την αγορά του ραδιοφώνου, στα πλαίσια του οποίου κατέστη απαραίτητο μέτρο και η μείωση των αποδοχών των τριών (3) ηχοληπτών που απασχολούνταν στο ραδιοφωνικό σταθμό "D.

F. …", ήτοι των εκκαλούντων, δοθέντος ότι ήταν οι μόνοι εργαζόμενοι που δεν είχαν υποστεί περικοπές μισθού, οι δε μέχρι τότε περικοπές μισθών που είχαν υποστεί οι λοιποί, πλην των ηχοληπτών, εργαζόμενοι καθώς και η περιστολή των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης δεν αρκούσαν. Έτσι η διοίκηση της εφεσίβλητης, ενόψει και του ότι είχε παρέλθει τρίμηνο από την καταγγελία της ΔΑ 8/2012 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των τεχνικών ραδιοφώνου σε ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς", απευθύνθηκε στους εκκαλούντες που είχαν σαφή γνώση της δεινής οικονομικής θέσης στην οποία είχε περιέλθει η εργοδότριά τους, και τους πρότεινε την τροποποίηση των όρων εργασίας τους.

Συγκεκριμένα, στις 14.4.2014, στα γραφεία του ραδιοφωνικού σταθμού, παρουσία του οικονομικού και του τεχνικού διευθυντή, ο διευθύνων σύμβουλος της εφεσίβλητης παρουσίασε στους εκκαλούντες τα στοιχεία της επικρατούσας οικονομικής κατάστασης και τον κίνδυνο της βιωσιμότητας που αντιμετώπιζε η εταιρία και τους ενημέρωσε ότι για να καταστεί δυνατή η συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησης και να διαφυλαχθεί το σύνολο των θέσεων εργασίας απαιτείται, στα πλαίσια μείωσης των εξόδων και λειτουργικής αναδιάρθρωσης του σταθμού, αφενός η περικοπή των αποδοχών τους και αφετέρου η αύξηση των ωρών ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας, ως η μόνη δυνατότητα για την εξακολούθηση των εργασιακών τους συμβάσεων.

Συγχρόνως τους δήλωσε ότι η απόρριψη της πρότασης θα οδηγούσε αναπότρεπτα στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Στους εκκαλούντες, προτάθηκε τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας τους ως προς τις αποδοχές τους, οι οποίες με την προτεινόμενη μείωση θα ανέρχονταν σε 1.092 ευρώ για τον πρώτο (που αντιστοιχεί σε ποσοστό 24%), σε 1.159 ευρώ για το δεύτερο (που αντιστοιχεί σε ποσοστό 24%) και σε 1.878 ευρώ για τον τρίτο (που αντιστοιχεί σε ποσοστό 29%), καθώς και ως προς το ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο, με αύξηση από επτά (7) ώρες σε οκτώ (8) και από τριάντα πέντε (35) ώρες σε σαράντα (40).

Η προαναφερόμενη πρόταση μεταβολής των όρων εργασίας δεν αντίκειται στο νόμο ούτε ως προς την τροποποίηση του ωραρίου απασχόλησης, αφού δεν υπερέβαινε το νόμιμο ωράριο, ούτε ως προς τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών, η οποία δεν απαγορευόταν από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της προαναφερόμενης ΠΥΣ 6/18.2.2012.

Οι εκκαλούντες, ωστόσο, αρνήθηκαν να συζητήσουν και παραλάβουν τα έγγραφα των τροποποιητικών συμβάσεων, έτσι η εφεσίβλητη επέδωσε το απόγευμα της ίδιας ημέρας στους εκκαλούντες την από 14.4.2014 εξώδικη δήλωση, με την οποία, αφού εξέθεσε για άλλη μια φορά τους λόγους που την ανάγκασαν να προτείνει την τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας ως προς τους όρους των αποδοχών και του ωραρίου, τους κάλεσε να αποδεχθούν την προτεινόμενη τροποποίηση και να υπογράψουν την επομένη τις τροποποιητικές συμβάσεις, δηλώνοντάς τους ότι σε περίπτωση μη αποδοχής της πρότασης μέχρι το μεσημέρι της επόμενης ημέρας (15.4.2014) θα προχωρήσει στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους.

Οι εκκαλούντες, με την από 14.4.2014 εξώδικη δήλωση που επέδωσαν στην εφεσίβλητη στις 15.4.2014, ενέμειναν στην άρνησή τους, αποκρούοντας την τυχόν απόλυσή τους ως καταχρηστική, χωρίς να αντιπροτείνουν ή να ζητήσουν από την εναγομένη προθεσμία για διαπραγμάτευση των προτεινόμενων όρων. Μετά ταύτα η εφεσίβλητη, με εξώδικες δηλώσεις που κοινοποίησε στους εκκαλούντες στις 15.4.2014, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, προσφέροντάς τους, παράλληλα, την πρώτη δόση της αποζημίωσης απόλυσης που τους αναλογούσε.

Οι εκκαλούντες αρνήθηκαν να την παραλάβουν, προσφεύγοντας εν συνεχεία στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας της ... από το οποίο ζήτησαν τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, κατά τη συζήτηση της οποίας (στις 24.4.2014) η εφεσίβλητη δήλωσε στους εκκαλούντες ότι δέχεται να ανακαλέσει τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, αν αυτοί αποδεχθούν τους νέους όρους εργασίας, σύμφωνα με το από 14.4.2014 τροποποιητικό κείμενο των συμβάσεων που τους είχε δοθεί για υπογραφή, πλην όμως οι εκκαλούντες αρνήθηκαν εκ νέου.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το δικαίωμα της εφεσίβλητης να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των εκκαλούντων, λόγω της άρνησης των τελευταίων να αποδεχθούν την πρόταση για μείωση των αποδοχών τους και αύξηση του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου απασχόλησής τους, την οποία επέβαλαν οικονομικοτεχνικοί λόγοι της εργοδότριας επιχείρησης, δεν ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον επρόκειτο για τροποποιητική καταγγελία, υπό την αίρεση δηλαδή της απόρριψης από τους εργαζομένους της προτεινόμενης μεταβολής των εργασιακών όρων που αφορούσαν τις μηνιαίες αποδοχές και το ωράριο, για την οποία εν προκειμένω υφίσταντο λόγοι που την δικαιολογούσαν αντικειμενικά και καθιστούσαν δυνατή τη συνέχιση της απασχόλησής τους μόνο με τη μεταβολή των όρων αυτών.

Ειδικότερα, η αύξηση του ωραρίου επιβαλλόταν από την ανάγκη αναδιάρθρωσης της λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού και εναρμόνισής του στα δεδομένα της αγοράς, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι εν συνεχεία με συλλογική ρύθμιση και συγκεκριμένα με τη ΔΑ 1/2015 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των τεχνικών ραδιοφώνου, μέλη της Ε.Τ.Ε.Ρ που εργάζονται σε ραδιοφωνικούς σταθμούς (Ρ/Σ) μέλη της Ε.Ι.Ι.Ρ.Α", καθορίστηκε το ωράριο των ηχοληπτών σε οκτώ (8) ώρες ημερησίως και σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως (άρθρο 3), ενώ η μείωση των αποδοχών, κατέστη επιτακτική από την προαναφερόμενη δεινή οικονομική θέση της εφεσίβλητης, λόγω της συνεχούς συσσώρευσης ζημιών, των ληξιπρόθεσμων οφειλών, της μείωσης των εσόδων από τη διαφήμιση, ως κύριας πηγής εσόδων, και της αδυναμίας είσπραξης αυτών, η οποία, σε συνδυασμό και με την πρωτοφανή και συνεχώς επιδεινούμενη οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα, έθεσε σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά της, με συνέπεια, ελλείψει άλλων μέτρων και ιδίως χρηματοδότησης από πιστωτικά ιδρύματα, να καθίσταται αναγκαία για τη συντήρηση της επιχείρησης η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στην έκταση που προτάθηκε, αφού χωρίς αυτή ήταν πιθανό να οδηγηθεί σε παύση της λειτουργίας της και απώλεια των θέσεων εργασίας τόσο των ιδίων των εκκαλούντων όσο και των λοιπών εργαζομένων, που ήδη είχαν αποδεχθεί περικοπές στις αποδοχές τους.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την επακολουθήσασα συλλογική ρύθμιση, με την προαναφερόμενη ΔΑ 1/2015, των αποδοχών των ηχοληπτών, οι οποίες καθορίστηκαν μειωμένες σε ποσοστό που κυμαινόταν από 10% έως 15% σε σχέση με τις καθορισθείσες από την ΔΑ 8/2012, με την αιτιολογία, όμως της αναμενόμενης βελτίωσης, από το έτος 2015, του οικονομικού κλίματος.

Πρέπει δε να επισημανθεί, ότι δεν προκύπτει εκδικητική διάθεση εκ μέρους της εφεσίβλητης, από το στενό χρονικό περιθώριο που αυτή έδωσε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, για την υπογραφή των τροποποιητικών συμβάσεων, αφού ήδη οι εκκαλούντες στην ενημέρωση της προηγούμενης ημέρας είχαν αρνηθεί ρητά και κατηγορηματικά οποιαδήποτε τροποποίηση των εργασιακών όρων, ούτε και ζήτησαν προθεσμία για διαπραγμάτευση των προτεινόμενων όρων με την εξώδικη δήλωσή τους προς την εφεσίβλητη, ενώ και μετά την πάροδο δέκα ημερών, κατά τη διενέργεια της εργατικής διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας ...

αρνήθηκαν εκ νέου την πρόταση, χωρίς να προβούν σε κάποια αντιπρόταση. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον κατ' αντικειμενικά κριτήρια η μείωση των αποδοχών των εκκαλούντων και η αύξηση του ωραρίου απασχόλησής τους δικαιολογείται από τις οικονομικές συνθήκες και ανάγκες της επιχείρησης της εφεσίβλητης εταιρίας, η από μέρους της καταγγελία των ένδικων συμβάσεων εργασίας, η οποία δεν υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια και δη από λόγους έχθρας και εκδίκησης προς το πρόσωπο των εκκαλούντων, όπως αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται, δεν είναι καταχρηστική, ενόψει και του ότι η καταγγελία που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί μεταβολή των όρων εργασίας, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της είναι η άρνησή του να συναινέσει στη μεταβολή, υποκείμενη μόνο σε κρίση ως προς τους όρους της, με βάση το άρθρο 281 ΑΚ και, συγκεκριμένα, σε έλεγχο εάν η αξίωση για μεταβολή των όρων δικαιολογείται ή μη από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης [. . .].

Περαιτέρω, ενόψει της ειδικότητας των εκκαλούντων ως ηχοληπτών δεν αποδείχθηκε δυνατότητα μετακίνησής τους σε άλλη θέση της επιχείρησης, ενώ, λόγω του τρόπου λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού, δεν ενδείκνυται ούτε η μερική απασχόλησή τους, την οποία από την προαναφερόμενη στάση που αυτοί τήρησαν, είναι βέβαιο ότι δεν θα αποδέχονταν.

Επομένως, ο ισχυρισμός τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους για το λόγο ότι δεν αναζητήθηκε ηπιότερο μέσο προκειμένου να αποφευχθούν οι απολύσεις, το οποίο εν προκειμένω η εφεσίβλητη επιχείρησε με την τροποποιητική καταγγελία, ως ηπιότερο της απόλυσης μέσο, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος. . .".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή καθό μέρος θεμελιωνόταν στην καταχρηστικότητα της ένδικης καταγγελίας, επαγόμενη ακυρότητά της, ως γενόμενη αποκλειστικά από λόγους εκδίκησης των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων μετά τη νόμιμη άρνηση συναίνεσής τους στην προταθείσα από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη μονομερή, βλαπτική για τους ίδιους, μεταβολή των όρων εργασίας τους και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος τούτο, που είχε κρίνει όμοια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν.3198/1955, με ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά τη συνδρομή ή μη περίπτωσης καταχρηστικής άσκησης της ένδικης τροποποιητικής καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσειόντων από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία.

Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ανελέγκτως ότι: 1) για την προτεινόμενη από την αναιρεσίβλητη και στους τρεις ηχολήπτες του ραδιοφωνικού της σταθμού, μεταξύ των οποίων και οι δύο αναιρεσείοντες, μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας τους, επί το δυσμενέστερο, με την ανωτέρω, εντός των νομίμων ορίων, αύξηση του ωραρίου τους και μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους, υφίσταντο λόγοι που την δικαιολογούσαν αντικειμενικά και δη α) η αύξηση του ωραρίου επιβαλλόταν από την ανάγκη αναδιάρθρωσης της λειτουργίας του ραδιοφωνικού της σταθμού και εναρμόνισής του στα δεδομένα της αγοράς και β) η μείωση των αποδοχών ήταν επιτακτική από την δεινή οικονομική της θέση, λόγω της συνεχούς συσσώρευσης ζημιών (ανερχομένων το έτος 2012 στο ποσό των 391.019,37 ευρώ και το έτος 2013 στο ποσό των 265.607 ευρώ), των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τρίτους (ποσού 2.180.048 ευρώ το έτος 2013 και μόνο προς στο Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς στις 31.12.2013, ποσού 267.000 ευρώ), της μείωσης των εσόδων από τη διαφήμιση, ως κύριας πηγής εσόδων και της αδυναμίας είσπραξής τους, η οποία, σε συνδυασμό και με την πρωτοφανή και συνεχώς επιδεινούμενη οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα, έθεσε σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά της, με συνέπεια, ελλείψει άλλων μέτρων και ιδίως χρηματοδότησής της από πιστωτικά ιδρύματα, να καθίσταται αναγκαία για τη συντήρηση της επιχείρησής της, (η μείωση των αποδοχών) στην έκταση που προτάθηκε, προκειμένου να αποφευχθεί η απώλεια των θέσεων εργασίας, τόσο των αναιρεσειόντων, όσο και του λοιπού προσωπικού της, που είχαν αποδεχθεί περικοπές των αποδοχών τους, ως και η παύση της λειτουργίας της που ήταν πιθανή, 2) τον κίνδυνο βιωσιμότητάς της και την αναγκαιότητα της τροποποίησης των συμβάσεών τους ως άνω, είχε γνωστοποιήσει η αναιρεσίβλητη κατ' επανάληψη προφορικά στους αναιρεσείοντες, και στις 14.4.2014, όταν τους κάλεσε να δεχθούν την άνω πρότασή της και να υπογράψουν τις νέες συμβάσεις εργασίας τους μέχρι την επόμενη ημέρα, δηλώνοντάς τους ταυτόχρονα ότι άλλως θα οδηγείτο στην καταγγελία των συμβάσεών τους, οι αναιρεσείοντες όμως άμεσα, την ίδια ημέρα, ρητά αρνήθηκαν την άνω πρόταση της εργοδότριάς τους, η οποία υπαγορευόταν αποκλειστικά από οικονομικοτεχνικούς λόγους και ήταν το ηπιότερο και προσφορότερο μέσο προκειμένου να αποφευχθούν οι απολύσεις τους, η επικαλούμενη δε μεταγενέστερα από τους ίδιους μερική απασχόλησή τους στο σταθμό, ήταν δυσμενέστερο μέσο από το ανωτέρω προταθέν που ήδη είχαν απορρίψει, αλλά και μη ενδεικνυόμενο για τη λειτουργία του σταθμού 3) μετά την ρητή άρνηση των αναιρεσειόντων και τη δήλωσή τους ότι προτιμούν την απόλυσή τους παρά να αποδεχθούν την άνω προτεινόμενη μεταβολή των όρων εργασίας τους, η αναιρεσίβλητη, την επόμενη ημέρα, προέβη στην καταγγελία των άνω συμβάσεων εργασίας τους, η οποία ως τροποποιητική καταγγελία, υπό την αίρεση δηλαδή της απόρριψης της ανωτέρω προταθείσας από την ίδια, δικαιολογημένης αντικειμενικά από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησής της, μεταβολή των όρων εργασίας τους, δεν είναι καταχρηστική, δεν υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια και δη από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, όπως ισχυρίζονται, μόνο δε το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνησή τους να συναινέσουν στην μεταβολή των όρων εργασίας τους δεν την καθιστά καταχρηστική.

Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθενται με πληρότητα, επάρκεια και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, της μη συνδρομής των προϋποθέσεων των άνω διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, προσδιορίζοντας με πληρότητα και σαφήνεια ότι η ένδικη τροποποιητική καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά τους, δεν είναι καταχρηστική, και συνακόλουθα άκυρη, ως γενόμενη αποκλειστικά από λόγους εκδίκησής τους μετά την νόμιμη άρνησή τους να συναινέσουν στην προταθείσα, χωρίς να συντρέχουν οικονομικοτεχνικοί λόγοι, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας τους.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Όλες οι λοιπές επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν α) στο χαρακτηρισμό της στάσης τους και των συνθηκών κατά την γενόμενη πρόταση μεταβολής των όρων εργασίας τους και στη δικαιολόγηση της άρνησής τους να την αποδεχθούν, με επίκληση των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδείξεων, και στα έσοδα της αντιδίκου τους από τις διαφημίσεις το έτος 2014, με βάση τους δικούς της ισχυρισμούς και β) στις επιμέρους, διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη, κρίσεις:

της πιθανής παύσης της λειτουργίας της επιχείρησης της αντιδίκου τους, του αδιευκρίνιστου του ισχυρισμού τους, για προσβολή με την ένδικη προταθείσα τροποποίηση, άλλων, πλην του ωραρίου και των αποδοχών τους, δικαιωμάτων τους, και της μερικής απασχόλησής τους, ως μη ηπιότερου αυτής, αλλά και μη ενδεικνυόμενου, μέσου, ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους σε ελλείψεις σχετικές με την πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς ενίσχυση των αντίθετων με το αποδεικτικό πόρισμα απόψεών τους, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), με συνέπεια να μην ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη, ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών. 4.-Για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει η παραβίαση να αφορά στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή στην εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή στην υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά στην εκτίμηση αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1276/2022, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 1413/2018, ΑΠ 687/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικότητας της ένδικης τροποποιητικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους της αναιρεσίβλητης α) διότι δεν εκτίμησε ότι, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας στα οποία δεν προσέφυγε, ένα μικρό όφελος της τάξης των 20.664 ευρώ που θα είχε η αντίδικός τους, εάν είχαν αποδεχθεί την προτεινόμενη μείωση των μισθών τους, δεν θα μπορούσε να τη βοηθήσει, αφού είχε πολύ μεγάλες ζημίες, και κατά παράβαση των διδαγμάτων αυτών, εσφαλμένα έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη ήταν πιθανό να οδηγηθεί σε παύση της λειτουργίας της με την άρνησή τους στη μείωση των αποδοχών τους και β) διότι δεν εκτίμησε ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας στα οποία δεν προσέφυγε, ένας ηχολήπτης στο χώρο του ραδιοφώνου είναι δυνατόν να εργαστεί με μερική απασχόληση και με κυλιόμενο ωράριο, και κατά παράβαση των διδαγμάτων αυτών, εσφαλμένα έκρινε ότι λόγω του τρόπου λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού της αναιρεσίβλητης δεν ενδείκνυται η μερική τους απασχόληση.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 1β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, διότι δεν γίνεται αναφορά σε οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος να ερμηνεύθηκε ή να εφαρμόσθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα ιστορούμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, η δε επικαλούμενη παραβίασή τους αφορά στην εκτίμηση αποδείξεων και στην πραγματικότητα πλήττει την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. 5.-Με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ή λόγου εφέσεως. (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1596/2022). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016), ούτε τα επιχειρήματα των διαδίκων, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως (ΑΠ 1596/2022, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 785/2019, ΑΠ 902/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με το κύριο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους και δη α) της καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας των συμβάσεών τους, ως γενόμενης αποκλειστικά για λόγους εκδίκησης, και προς βλάβη τους, μετά από αιφνιδιασμό και αδυναμία αντίδρασής τους, χωρίς να συντρέχουν οικονομικοτεχνικοί λόγοι και σχέδιο εξυγίανσης που να δικαιολογούν την προταθείσα μείωση των αποδοχών τους, κατά 25%, το μεν λόγω της ανοδικής πορείας των εσόδων της καταγγέλλουσας εργοδότριας από τις διαφημίσεις τα έτη 2013 και 2014, αντίστοιχα, το δε διότι δεν ήταν το ηπιότερο, κατά την αρχή της αναλογικότητας, μέτρο, αλλά συνιστούσε υπέρμετρα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους β) των οικογενειακών τους αναγκών και του σημαντικού δυσμενούς αντικτύπου, με βάση αυτές, για τον καθένα τους, της ένδικης τροποποιητικής καταγγελίας και γ) τη δική τους διαλλακτική στάση και την πραγματική θέση τους στην προταθείσα από την εργοδότριά τους μεταβολή των όρων της σύμβασής τους, τα έγγραφα που προσκόμισαν οι ίδιοι με επίκληση και αφορούν τον μεν το Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ... (πρώην Επιθεώρηση Εργασίας), με σύσταση επαναπρόσληψής τους και επανάληψη κατά τη διαδικασία αυτή όμοιας πρότασης του πληρεξουσίου δικηγόρου της αντιδίκου τους, χωρίς ένδειξη καλοπιστίας, το δε την οικογενειακή τους κατάσταση και τις οικονομικές τους ανάγκες, και την ομολογία της αντιδίκου τους για αύξηση των εσόδων της από τις διαφημίσεις το έτος 2014.

Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος, δεν ιδρύεται, καθόσον τα διαλαμβανόμενα για τη θεμελίωσή του δεν τον στοιχειοθετούν και δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρθηκε στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, διότι 1) οι υπό τα στοιχεία α' και β' αναφερόμενοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, είναι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί τους, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής τους και αυτοί αντιμετωπίστηκαν από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ουσιαστικά αβάσιμοι με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τα ανωτέρω συνάγονται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, 2) ο υπό το στοιχείο γ' ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, για τις οικογενειακές τους ανάγκες και τον, με βάση αυτές, σημαντικό δυσμενές αντίκτυπο σε βάρος τους της ένδικης καταγγελίας, στερείται αυτοτέλειας, καθότι δεν θεμελιώνει την αγωγική βάση της ακυρότητας της ένδικης τροποποιητικής καταγγελίας ως καταχρηστικής.

Η επικαλούμενη προσβολή των συμφερόντων των αναιρεσειόντων ως εργαζομένων συνιστά την αναγκαία συνέπεια της ένδικης - μη καταχρηστικής κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης- απόλυσής τους, έναντι της οποίας δεν τους παρέχεται απόλυτη προστασία, καθόσον από την έννομη τάξη δεν τους αναγνωρίζεται δικαίωμα επί της θέσεως εργασίας και τέλος 3) τα αναφερόμενα έγγραφα και ομολογία της αντιδίκου τους, είναι αποδεικτικά μέσα και οι, με επίκλησή του περιεχομένου τους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία των συμβάσεών τους εξ αιτίας της άρνησης τους να δεχθούν την αιφνιδιαστική, χωρίς οποιοδήποτε χρονικό περιθώριο επεξεργασίας και υπέρμετρα βλαπτική γι' αυτούς μεταβολή των όρων εργασίας τους, αποκλειστικά από λόγους εκδίκησης, το μεν δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, το δε πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη αντίθετη ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο του (κύριο) σκέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 6.-Κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε "πράγματα", χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 365/2020, ΑΠ 138/2020, ΑΠ 31/2019 ΑΠ 76/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική η ένδικη τροποποιητική καταγγελία των συμβάσεών τους από την αναιρεσίβλητη, χωρίς να στηρίζονται, το συμπέρασμα και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά εμφανίζεται ως αυθαίρετο συμπέρασμα.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, της μη καταχρηστικότητας, επαγομένης ακυρότητα, της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων από την αναιρεσίβλητη ως μη γενόμενης αποκλειστικά από λόγους εκδίκησης μετά τη νόμιμη άρνησή τους να συναινέσουν στην προταθείσα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, που συνιστά αγωγικό ισχυρισμό και συνεπώς πράγμα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, από την εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αποδεικτικών μέσων, όπως προαναφέρθηκε.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ ερευνώμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του (επικουρικά προβαλλόμενος), είναι αβάσιμος. 7.-Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 177/2021, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 342/2016).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα α) τη διαλαμβανόμενη, στην από 5.11.2015 προσθήκη-αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ομολογία της αντιδίκου τους ότι το 2014 παρουσίασε μία μικρή αύξηση των εσόδων της, β) τις από 3.6.2014 απόψεις του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας ...

όπου προσέφυγαν για την ένδικη εργατική διαφορά, περί καταχρηστικότητας των επιδίκων τροποποιητικών καταγγελιών της αναιρεσίβλητης, που προσκόμισαν με επίκληση, και γ) τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα που αφορούν τις οικογενειακές τους ανάγκες και τη διαλλακτική στάση τους έναντι της αντιδίκου τους, τα οποία εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη και αξιολογούσε ορθά, θα κατέληγε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα για τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό τους, της καταχρηστικότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την αναιρεσίβλητη ως γενόμενης αποκλειστικά από λόγους εκδίκησής τους.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, δεν ιδρύουν τον υπό κρίση, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, διότι τόσο από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τον ερευνώμενο λόγο (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρεται στη σελ. 4 ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις περιλαμβανόμενες, στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων μερών, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο πρωτοδίκως, τις υπ' αριθμ. 437/2015 και 439/2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κουτσογιάννη, που δόθηκαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των εκκαλούντων-ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά στην προσφυγή των αναιρεσειόντων στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς (σελ. 8 της προσβαλλομένης), στους ισολογισμούς της των ετών 2012 και 2013 (σελ. 6 της προσβαλλομένης), για την οικονομική της θέση στον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας των ενδίκων συμβάσεων εργασίας (Απρίλιος 2014), δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από το συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνυόταν ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων.

Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ' αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά.

Η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες, στα πλαίσια του λόγου αυτού, αναφορά της αντιδίκου τους στην από 5.11.2015 προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι το έτος 2014 παρουσίασε μία μικρή αύξηση των εσόδων της, δεν συνιστά δικαστική ομολογία της αντιδίκου τους, του θεμελιωτικού της αγωγής τους ισχυρισμού, της καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την αναιρεσίβλητη, όπως εσφαλμένως θεωρείται.

Αφορά σε επιμέρους, μη θεμελιωτικό της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, περιστατικό, της αναφερόμενης αύξησης των εσόδων της αναιρεσίβλητης, και μάλιστα όχι στον κρίσιμο χρόνο της ένδικης καταγγελίας (Απρίλιο του 2014), αλλά σε μεταγενέστερο, στο τέλος της χρήσης του έτους 2014 όταν εμφανίζονται τα οικονομικά στοιχεία του έτους αυτού, όπως η άνω αύξηση εσόδων.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος, τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

8.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Μαΐου 2022 και με αριθ. καταθ. 4331/470/31.5.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3789/1.6.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ