Supreme Court dismisses appeal on tort liability, ruling appellate court correctly rejected factual re-examination requests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's final judgment regarding a traffic accident liability dispute. The appellants argued the appellate court failed to consider their claims about the bus driver's negligence and the motorcycle rider's actions, but the court held these were matters of factual evaluation. The court ruled that the appellate court properly rejected the appeal because the appellants' arguments concerned the court's assessment of evidence rather than legal errors, leading to the dismissal of the appeal and the award of costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a lower court's assessment of facts or evidence regarding liability is inadmissible if it merely disputes the factual findings without pointing to a legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 160 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 160/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Ν., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 16-12-2015 αδελφού του Ι. Α. του Ν., και 10) Α. Α. του Δ., κατοίκων Ψωφίδας Καλαβρύτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαζουρά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Φ. του Κ., κατοίκου Χάβαρι Ήλιδος και 2) ... που εδρεύει στον Πύργο Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ασπασία Αποστόλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Α. του Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 384/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 267/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 267/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση και επικυρώθηκε η 384/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Με την τελευταία είχε απορριφθεί η από 15-7-2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομης, όγδοης, ένατου και δέκατης των αναιρεσειόντων, καθώς και του αρχικώς ενάγοντος Ι. Α. του Ν., τη δίκη του οποίου, λόγω θανάτου του, που επισυνέβη στις 16-12-2015, συνεχίζουν οι πρώτος και έκτος των αναιρεσειόντων, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 944/2017). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 60/2022).
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015).
Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), "αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή". Επίσης, κατά το άρθρο 13 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου νόμου "o οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης", ενώ κατά το άρθρο 42 παρ. 1 εδ. α' και β' αυτού "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr./l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, εκ των οποίων οι πρώτος και έκτος, Δ. Α. του Ν. και Κ. Α. του Ν., ατομικά και ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος Ι. Α. του Ν. που απεβίωσε στις 16-12-2015, ήτοι μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης (16-11-2015) και πριν τη συζήτηση στο Εφετείο (8-3-2018), με την από 15-7-1013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θανάσιμο τραυματισμό του πατέρα, παππού, πεθερού και αδελφού τους Ν.
Α. του Δ., κατά τη σύγκρουση της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που ο ίδιος οδηγούσε με το ... ΔΧ Αστικό λεωφορείο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... η οποία έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 384/2015 απόφασή του, έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον θανατωθέντα και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.
Οι ενάγοντες άσκησαν έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 267/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που έκρινε ομοίως και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καταλογίσει αποκλειστική υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος στο θανατωθέντα και να μην καταλογίσει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου, σε συνδ.
με εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 21 και 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος, ως προς τη συμπεριφορά του θανατωθέντος οδηγού, την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής της συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος και τις συνθήκες του ατυχήματος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 7η Ιουνίου 2012 και περί ώρα 14.20 ο Ν.
Α. του Δ., ετών 78, κάτοικος εν ζωή του δ.δ. Αυγής Πηνείας, Δήμου Ήλιδας, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ δίκυκλη μοτοσικλέτα, εκινείτο επί της Επαρχιακής οδού Εφύρας-Ρουπακιάς, με κατεύθυνση από Εφύρα προς Ρουπακιά. Κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού Εφύρας- Ρουπακιάς με κατεύθυνση από την Ρουπακιά προς την Εφύρα, εκινείτο το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Δημόσιας Χρήσεως Αστικό Λεωφορείο, με οδηγό των πρώτο εναγόμενο- πρώτο εφεσίβλητο Γ. Φ., κύριο, νομέα και κάτοχο του ως άνω λεωφορείου κατά ποσοστό συνιδιοκτησίας 56,67% και ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος για τις έναντι τρίτων ζημίες στο δεύτερο εναγόμενο-δεύτερο εφεσίβλητο Αλληλασφαλιστικό Συνεταιρισμό Αυτοκινητιστών μετόχων ΚΤΕΛ Νομού Ηλείας Α.Ε..
Την ημέρα εκείνη ο οδηγός του λεωφορείου εκτελούσε τακτικό δρομολόγιο του ΚΤΕΛ Νομού Ηλείας. Η προαναφερόμενη επαρχιακή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης συνολικού πλάτους 6,30 μέτρων, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση με νοητή συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή εις το μέσον των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας.
Στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Εφύρα υπάρχει χωμάτινο πρανές, ενώ στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ρουπακιά υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους ενός (1) μέτρου. Στο 2° χλμ της παραπάνω επαρχιακής οδού και στο σημείο όπου το οδόστρωμα διαγράφει ως προς την πορεία του Ν. Α. αριστερή στροφή, χωρίς ο τελευταίος να έχει τεταμένη την προσοχή του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προσέκρουσε στο εμπρόσθιο μέρος του κινούμενου στο ρεύμα κυκλοφορίας του λεωφορείο, με αποτέλεσμα ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας να τραυματισθεί θανάσιμα.
Ειδικότερα, ο οδηγός του.-λεωφορείου εκινείτο στο ρεύμα πορείας του με μικρή ταχύτητα και προσεκτικά, καθόσον εξήρχετο από μια δεξιά και κλειστή για την πορεία του στροφή. Καθώς τα οχήματα πλησίαζαν να διασταυρωθούν, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας εισήλθε στο αντίθετο για την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας κατά παράβαση του ΚΟΚ και έπεσε επί του κανονικά κινούμενου λεωφορείου, με αποτέλεσμα ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας να χτυπήσει στο παρμπρίζ του λεωφορείου.
Ο οδηγός του λεωφορείου αντικρίζοντας ξαφνικά τη μοτοσικλέτα να κατευθύνεται προς το μέρος του έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, ήτοι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας "του προσπαθώντας να αποφύγει την μοιραία για τον άτυχο οδηγό της μοτοσικλέτας σύγκρουση. Με βάση τα ανωτέρω περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος τυγχάνει ο άτυχος οδηγός της υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και τούτο διότι δεν κατέβαλε την προσοχή, που όφειλε ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός-και μπορούσε, υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες και περιστάσεις ου ατυχήματος να καταβάλει, με βάση του νομικούς κανόνες; την κοινή πείρα και λογική. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος κατά το χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. 1329/12/10-7-2012 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ", από την οποία προκύπτει ότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του αιθυλική αλκοόλη σε συγκέντρωση 1,42 g/l αίματος), ήτοι υπερέβαινε το όριο του 0,50%·ανά λίτρο αίματος κατά τα οριζόμενα στο άρθρ.. 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999).
Περαιτέρω, ο άτυχος οδηγός δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητα οδήγησης, ενώ δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Όλα τα ανωτέρω και σε συνδυασμό και με την προχωρημένη ηλικία του (78 ετών), υποδηλώνουν την απερισκεψία και την ασύνετη συμπεριφορά του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την αντικανονική κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας και την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο θανών α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 ΚΟΚ, σύμφωνα με την οποία υποχρεούται να οδηγεί με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του και να μην προκαλεί ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, β) παραβίασε τη διάταξη του ΚΟΚ 13 παρ. 2 σύμφωνα με την οποία έπρεπε να κατέχει την εκ του νόμου οριζόμενη για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε, άδεια οδήγησης, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει τους κανόνες οδήγησης και οδικής συμπεριφοράς, γ) παραβίασε τη διάταξη του ΚΟΚ 42 παρ. 1 σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή- φαρμάκων που ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Όλα τα ανωτέρω αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος ενισχύονται από τις ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των τριών (3) αυτόπτων μαρτύρων και δη των επιβατών του αστικού λεωφορείου που επέβαιναν τη στιγμή του ένδικου ατυχήματος σε αυτό. Ειδικότερα, η Χ. Π. που καθόταν στη δεύτερη σειρά καθίσματος, καταθέτει ότι το λεωφορείο εκινείτο κανονικά στο δρόμο με κανονική ταχύτητα με κατεύθυνση από Βελανίδι προς Κάμπο, και ξαφνικά η δίκυκλη μοτοσικλέτα κατευθύνθηκε αντικανονικά προς το αστικό λεωφορείο.
Περαιτέρω, ο Δ. Π., ο οποίος καθόταν στο μπροστινό κάθισμα που βρίσκεται δεξιά του οδηγού, κατέθεσε ότι το λεωφορείο ενώ κινείται κανονικά στο ρεύμα πορείας του και στην προσπάθειά του να εισέλθει στη στροφή και στην είσοδο του χωριού, είδε ξαφνικά μπροστά του ένα μηχανάκι να κινείται με ένα ταραγμένο οδηγό στο δικό τους ρεύμα πορείας, μη έχοντας σταθερή πορεία, αλλά ενεργώντας ελιγμούς δεξιά και αριστερά.
Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Κ. Γ., που δεν κρίνεται πειστική και δεν μπορεί να στηρίξει διαφορετική δικαστική πεποίθηση, διότι αφενός υποστηρίζει ότι ο ίδιος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, καθόσον τη χρονική εκείνη στιγμή ευρίσκετο στο μπαλκόνι του σπιτιού του, αφετέρου δε καταθέτει ότι ήταν στραμμένος προς τα αριστερά και είδε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα να περνάει από μπροστά του, ωστόσο όμως δεν είδε πως συνέβη το ατύχημα, αλλά απλώς άκουσε ένα θόρυβο την ώρα της σύγκρουσης των οχημάτων, χωρίς να έχει οπτική εικόνα και με δεδομένο ότι είδε το λεωφορείο να ακινητοποιείται στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το λεωφορείο εισήλθε παρανόμως σε αυτό προκαλώντας το ατύχημα.
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος-πρώτος εφεσίβλητος οδηγούσε αντικανονικά εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα και με μεγάλη ταχύτητα, τουναντίον στην προσπάθειά του να αποφύγει μία ακυβέρνητη στην κυριολεξία μοτοσικλέτα που ερχόταν κατά "μέτωπο προς το λεωφορείο, προχώρησε σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά.
Αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης που καταγράφηκαν (βλ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος) στο σημείο του ατυχήματος, αυτά δεν αφορούν το λεωφορείο καθώς αυτό διαθέτει σύστημα τροχοπέδησης ABS (βλ. άδεια κυκλοφοράς, στήλη παρατηρήσεις), το οποίο δεν αφήνει ίχνη τροχοπέδησης επί του οδοστρώματος. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ίδια και απέρριψε την αγωγή δεν έσφαλε σωστά εφάρμοσε τον νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 17-2-2017 έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ήταν ο οδηγός της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανατωθέντος και τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του θανόντος οδηγού της ...
δίκυκλης μοτοσικλέτας και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης της εκ του νόμου απαιτούμενης για το όχημα που οδηγούσε άδειας οδήγησης, με αποτέλεσμα να αγνοεί τους κανόνες οδήγησης και της μέθης αυτού και της επιδράσεως αυτών στην οδηγητική συμπεριφορά του και κατ' επέκταση στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ...
ΔΧ αστικού λεωφορείου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο θανών οδηγός, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του ΚΟΚ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι η οδήγηση αφενός χωρίς την απαιτούμενη για το όχημα που οδηγούσε άδεια ικανότητας οδήγησης και αφετέρου υπό την επήρεια οινοπνεύματος, συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης αγνοούσε τους κανόνες οδήγησης, επιπλέον δε, λόγω της επήρειας του οινοπνεύματος, είχε μειωμένη ικανότητα αντίληψης και αντίδρασης, γεγονότα τα οποία επέδρασαν στην οδηγητική συμπεριφορά του και ήταν η αιτία απώλειας του ελέγχου του οχήματός του.
Έτσι, κινούμενος με αυτό επί της επαρχιακής οδού Εφύρας Ρουπακιά στην Ηλεία, με κατεύθυνση προς Ρουπακιά, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, στο ύψος του 2ου χιλιομέτρου, όπου η οδός παρουσίαζε αριστερόστροφη ως προς την πορεία του καμπύλη, μη έχοντας, λόγω έλλειψης οδηγητικής ικανότητας και μέθης, διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και αδυνατώντας να διατηρήσει το όχημά του στο ρεύμα του, κατέλαβε το οδόστρωμα που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να προσκρούσει στο εμπρόσθιο τμήμα του ...
ΔΧ αστικού λεωφορείου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη και ο ίδιος να τραυματιστεί θανάσιμα. Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ... ΔΧ αστικού λεωφορείου, για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, διέλαβε:
α) ότι αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, με μικρή ταχύτητα, ενόψει του ότι εξήρχετο από δεξιά και κλειστή για την πορεία του στροφή και β) ότι προς αποφυγή της σύγκρουσης, ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά εισελθών στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, γεγονός που δεν μπορεί να θεμελιώσει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον, αυτός ούτε όφειλε, ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι ο οδηγός της αντίθετα κινούμενης μοτοσικλέτας θα εισερχόταν αιφνίδια στο ρεύμα πορείας του.
Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης, αν και συνοπτικές, στηρίζουν επαρκώς το πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα. Οι αιτιάσεις δε των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα προεκτεθέντα πραγματικά γεγονότα παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους και παρά τα διαφορετικά προκύπτοντα από τις αποδείξεις, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί, με αυτές, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, με επαναξιολόγηση ύστερα από διαφορετική προσέγγιση από τους αναιρεσείοντες (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν και πώς παραβιάστηκαν.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι αυτή, κατά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 2 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ και την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων σ' αυτές, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, τα επικαλούμενα δε ότι "οι παραβάσεις των διατάξεων του ΚΟΚ δεν αποδεικνύουν, άνευ ετέρου και αποκλειστική υπαιτιότητα του παραβαίνοντος, εάν δεν είναι ικανές και πρόσφορες αιτίες του ζημιογόνου αποτελέσματος" δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη πλημμέλειες από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που είχαν παραδεκτά προβάλει στα δικαστήρια της ουσίας αναφορικά με την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ειδικότερα ότι α) ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του αστικού λεωφορείου, παραβίασε τη νοητή διαχωριστική γραμμή, οδηγούσε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και χωρίς να έχει τον έλεγχο του οχήματός του με συνέπεια να εισέλθει στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, προέβη σε εσφαλμένο ελιγμό προς τ' αριστερά και κατά τη διέλευση από τη στροφή κατέλαβε ολόκληρο το πλάτος της οδού, β) ο θανατωθείς επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό και προσέκρουσε στο παρμπρίζ του λεωφορείου και εκτινάχθηκε λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του λεωφορείου και γ) από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Αμαλιάδας και την κατάθεση του μάρτυρα Κ.
Γ. σε συνδυασμό και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Π. Μ. και Δ. Ρ. προκύπτει ότι το λεωφορείο εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα πορείας και σε απόσταση 1,70 μέτρων από το αριστερό ως προς την πορεία του πεζοδρόμιο, αφήνοντας ίχνη πέδησης εντός του ίδιου ρεύματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί με την επίφαση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το προαναφερθέν ζήτημα.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν σε μη λήψη υπόψη των θεμελιωτικών της αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε με την παραδοχή αντίθετων γεγονότων.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 29/30-6-2020) αίτηση για αναίρεση της 267/13-7-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ