Supreme Court dismisses appeal on unfair competition claim barred by six-month statute of limitations under Law 146/1914.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens, which had rejected the respondent's unfair competition claim. The court held that the appellant's claim was time-barred by the six-month limitation period established in Article 19 of Law 146/1914, which applies to unfair competition cases. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied this specific statute of limitations rather than general civil code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticle 19 of Law 146/1914; Article 36 of Law 703/1977: The six-month statute of limitations for unfair competition claims applies to actions arising from the abuse of a dominant position, filling the gap left by the monopoly control law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 160 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 160/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ε. Τ. Κ. Τ. Ε. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "F.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργυρώ Σαλάτα Μιχαλοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε. Α.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαρρηγόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2479/2000 μη οριστική και 2056/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 252/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/1/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο (1997 - 1999), οι αξιώσεις που πηγάζουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, για παράλειψη ή αποζημίωση, παραγράφονται μετά από έξι μήνες από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο έχων την αξίωση έλαβε γνώση της πράξης και του υπευθύνου προσώπου, πάντως δε μετά τριετία από την τέλεση της πράξης, ενώ για τις αξιώσεις αποζημίωσης ουδέποτε αρχίζει η παραγραφή πριν από το χρονικό σημείο κατά το οποίο προξενήθηκε η βλάβη.
Στην περίπτωση δε που η παράνομη κατάσταση έχει διάρκεια, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ο προσβαλλόμενος έλαβε γνώση της προσβολής, έστω και αν η κατάσταση της προσβολής δεν έχει ακόμη περατωθεί αλλά συνεχίζεται. Εξάλλου, η παράλληλη εφαρμογή των συστημάτων κανόνων δικαίου του ν. 146/1914 και του ν. 703/1977, περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού, οδηγεί στην πλήρωση των κενών του δεύτερου από το πρώτο.
Έτσι, επειδή ο τελευταίος, ως άνω, νόμος (703/1977) δεν περιέχει ρύθμιση σχετική με την παραγραφή της αξίωσης από καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές οι κανόνες που θέτει το άρθρο 19 του ν. 146/1914. Τούτο ενισχύεται και από το ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 36, του Ν. 703/1977, που ορίζει ότι: "Ειδικαί διατάξεις προστατεύουσαι την ελευθερίαν του ανταγωνισμού ή προβλέπουσαι περί αναγκαστικών συμπράξεων επιχειρήσεων, διατηρούνται εν ισχύι".
Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2246/1994, για την Οργάνωση και λειτουργία του τομέα τηλεπικοινωνιών και του πδ 437/1994, "περί έκδοσης ειδικής αδείας τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων", δεν παρέχεται ατομική προστασία και, επομένως, η παραβίασή τους δεν θεμελιώνει, έναντι των παραβατών, ατομικές αξιώσεις των τυχόν θιγομένων, εξ αυτής, καθόσον με αυτές (διατάξεις) προβλέπονται ρυθμίσεις για την οργάνωση και λειτουργία της αγοράς των τηλεπικοινωνιών και διοικητικές (μόνο) κυρώσεις για τους παραβάτες (άρθρο τέταρτο Ν. 2246/1994), χωρίς, βέβαια, να αποκλείεται η ευθύνη τους, έναντι των τρίτων, που θίγονται, από την παράνομη συμπεριφορά, που συνιστά η παράβασή τους, κατά τις γενικές διατάξεις, περί αδικοπραξιών, των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση τέτοιας ευθύνης. Περαιτέρω, όταν μια πράξη παραβιάζει, συγχρόνως, τις ειδικές διατάξεις του ν. 146/1914 και τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, τότε εφαρμόζεται μόνο η παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914, ως εξαιρετική ρύθμιση και όχι η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, καθόσον το προβάδισμα της εφαρμοστέας διάταξης καθορίζεται από το σκοπό και τον ειδικό χαρακτήρα της παραγραφής.
Τούτο δε διότι η σύντομη παραγραφή του άρθρου 19 του ν. 146/1914 σκοπεύει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που πηγάζουν από τις διατάξεις του ανταγωνισμού, αρχή που κρατεί στο εμπορικό δίκαιο και αποτελεί ειδική ρύθμιση σε σχέση με το δίκαιο των αδικοπραξιών (ΑΠ 932/2019, ΑΠ 2273/2014, ΑΠ 1439/2012, ΑΠ 1285/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 160/2018).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Για να είναι, όμως, ορισμένος και αυτός ο αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και, ακόμη, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες, επιπλέον, αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις της (ΟλΑΠ 16/2006, 20/2005), διαφορετικά ο λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 2068, 1852/2007, ΑΠ 907/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικά με τις αξιώσεις της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις της αντιδίκου της, συνιστάμενες σε παραβίαση της τηλεπικοινωνιακής νομοθεσίας και της νομοθεσίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού, που συντελέσθηκε με την, κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της, άρνησή της να έχει αυτή (αναιρεσείουσα) πρόσβαση στο δίκτυο και στις τεχνικές υποδομές της, δέχθηκε τα εξής: "...Η ενάγουσα είναι εταιρεία παροχής δικτυακών υπηρεσιών και υπηρεσιών ΙΝΤΕΡΝΕΤ στην Ελλάδα, ενώ η εναγομένη αποτελεί τη επικοινωνιακή επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στην αγορά και με την υποχρέωση να διαμορφώνει με ίσους όρους την παρεχόμενη τεχνολογία εντός του πλαισίου της τηλεπικοινωνιακής αγοράς, ώστε αυτή να είναι άμεσα διαθέσιμη και στους ανταγωνιστές της.
Παρά ταύτα, η εναγομένη το χρονικό διάστημα των ετών 1996 - 1998, προέβη σε ενέργειες, που συνιστούσαν καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της, παραβιάζοντας την τηλεπικοινωνιακή νομοθεσία και τους όρους της ειδικής άδειας που της, είχε χορηγηθεί για την εγκατάσταση, ανάπτυξη, λειτουργία και εκμετάλλευση τηλεπικοινωνιακών δικτύων και την άσκηση άλλων τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων.
Ειδικότερα το έτος 1996 η εναγομένη δυνάμει συμβάσεων που είχε υπογράψει με την ενάγουσα, η τελευταία είχε αναλάβει να καλύπτει τις τηλεπικοινωνιακές ανάγκες πελατών της σε τοπικό περιβάλλον. Η εναγομένη χορηγούσε στην ενάγουσα αντί συμφωνημένου οικονομικού αναταλλάγματος μισθωμένα αναλογικά κυκλώματα με ορισμένα φυσικά τεχνικά χαρακτηριστικά, όπως ήταν οι δισύρματες ή τετρασύρματες χάλκινες γραμμές, οι οποίες είχαν τη φυσική ιδιότητα να είναι αφόρτιστες και έτσι να μην εμπεριέχουν περιορισμούς του ακουστικού φάσματος.
Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5,6,7 και 8 του πδ 40/1996, 6 του πδ 437/1995 και στα πλαίσια εναρμόνισης της νομοθεσίας με την Οδηγία 44/92/ΕΟΚ, η εναγομένη δεν είχε δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή μισθωμένων γραμμών, να τις διακόπτει να καταργεί τα χαρακτηριστικά τους, ούτε να τις περιορίζει, να τροποποιεί μονομερώς την τιμολογιακή πολιτική της, ούτε να προσθέτει υπηρεσίες καθορίζοντας αυθαίρετα την τιμολόγησή τους, χωρίς προηγούμενη αιτιολογημένη απόφαση της ΕΕΤ, στην οποία ήταν υποχρεωμένη να προσφύγει πριν από την ενέργεια οποιωνδήποτε τέτοιων πράξεων, ενώ σε περίπτωση κατάργησης μιας προσφερόμενης κατηγορίας μισθωμένων γραμμών η εναγομένη όφειλε να τηρήσει τις διαδικασίες που προβλέπονται στο πδ 40/1996.
Στις 26-2-1998 η ενάγουσα διαπίστωσε ότι οι γραμμές με κωδικούς ... και ..., που αποτελούσαν μισθωμένο τετρασύρματο αναλογικό κύκλωμα του ΤΕΙ …, πελάτη της, δεν λειτουργούσαν, γιατί, όπως διαπιστώθηκε, είχε τροποποιηθεί από την εναγομένη η φυσική κατάσταση των γραμμών με τη φόρτιση των κοινών τηλεφωνικών γραμμών, ήτοι με την τοποθέτηση πηνίων, που λειτουργούσαν ως φίλτρα και εμπόδιζαν την μετάδοση συχνοτήτων εκτός των ορίων του ακουστικού φάσματος.
Η εναγομένη δεν αρνήθηκε ότι προέβη στην τροποποίηση, αποδεχόμενη ότι η γραμμή είχε φορτισθεί και ότι σύμφωνα με τις οδηγίες της Διεύθυνσής της η γραμμή δεν θα λειτουργούσε ξανά με τα αρχικά χαρακτηριστικά, με την πρόφαση ότι ήταν χαμηλό το κόστος τιμολόγησης, στην πραγματικότητα όμως για να της δημιουργήσει προβλήματα με την πελατεία της, επ' ωφελεία της, ως ανταγωνίστριας.
Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, κατήργησε προσωρινά τις γραμμές χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες διαδικασίες και μετέβαλε μια κατάσταση που είχε δημιουργηθεί επί μεγάλο χρονικό διάστημα, επιχειρώντας να καθορίσει αυθαίρετα την τιμολόγησή τους, προσβάλλοντας τη φήμη, το κύρος και την αξιοπιστία της ενάγουσας και δημιουργώντας, άγχος και ταλαιπωρία στους υπευθύνους της ενάγουσας, αφού με τον τρόπο αυτό εν γνώσει της την εξέθετε στους πελάτες της σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της και προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ζημία σ' αυτήν.
Η ενάγουσα προσέφυγε στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και προ του κινδύνου επιβολής προστίμου η εναγομένη αποφόρτισε τη μισθωμένη γραμμή των ΤΕΙ … την 1.4.1998 δηλαδή μετά 35 περίπου ημέρες εκτός λειτουργίας. Ακόμη το Δεκέμβριο τον έτους 1996 η εναγομένη δημιούργησε ένα νέο εξειδικευμένο ψηφιακό τηλεφωνικό δίκτυο για την πρόσβαση στο INTERNET, γνωστό με το τετραψήφιο πρόθεμα "0965" [ΕΠΑΚ], το οποίο χορήγησε μόνο στη θυγατρική της ΟΤΕΝΕΤ.
Με τη χρήση του ΕΠΑΚ [Ενιαίου Πανελλαδικού Αριθμού Κλήσης], ο χρήστης συνδρομητής του δικτύου ανεξάρτητα από τον τόπο που βρισκόταν μπορούσε καλώντας ένα και μόνο αριθμό να συνδεθεί με το δίκτυο, ενώ πλεονέκτημα αυτής της διαδικασίας ήταν ότι ο χρήστης δεν χρειαζόταν να γνωρίζει τον αριθμό του πλησιέστερου σ' αυτόν κόμβου για να συνδεθεί με το συγκεκριμένο δίκτυο, του οποίου ήταν συνδρομητής.
Επί πλέον τον Ιούλιο του έτους 1997 η εναγομένη καθιέρωσε για την θυγατρική της ΟΤΕΝΕΤ ειδικά τιμολόγια με οικονομικότερη χρήση του ΕΠΑΚ με συνέπεια να αυξηθούν θεαματικά οι συνδρομητές της θυγατρικής της εταιρείας που δεν χρησιμοποιούσαν την ίδια Τεχνολογία. Η εναγομένη χορήγησε τον ΕΠΑΚ στην ενάγουσα τον Ιανουάριο του έτους 1999, παρότι το αίτημα είχε υποβληθεί από τις 24.8.1997.
Με τις ενέργειές της αυτές η εναγομένη τόσο στην περίπτωση της κατάργησης των γραμμών του ΤΕΙ … όσο και στην περίπτωση του ΕΠΑΚ παραβίασε την τηλεπικοινωνιακή νομοθεσία εκμεταλλευόμενη καταχρηστικά την δεσπόζουσα θέση της στην αγορά κατά παράβαση των διατάξεων των ν. 146/1914, 703/1977, του πδ 437/1994 και ν. 2246/1994, ως ίσχυαν κατά τους επίδικους χρόνους.
Η παράνομη, καταχρηστική και - υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, τα οποία εν γνώσει τους παραβίαζαν την εθνική και κοινοτική νομοθεσία διατυπώνεται και στο υπ' αριθ. πρωτ. 8969/Φ.500/2.4.1998 έγγραφο της ΕΕΤ, που απευθύνεται στον τότε Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, και στο οποίο, με αφορμή τις πιο πάνω παραβάσεις της εναγομένης αναφέρεται ότι η εναγομένη ακολουθεί παρελκυστική τακτική σε σχέση με την ικανοποίηση διαφόρων αιτημάτων, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από ανταγωνιστές της, διατυπώνοντας την εκτίμηση ότι δεν έχει κατανοήσει πλήρως το ρόλο της στο πλαίσιο της απελευθερωμένης αγοράς των τηλεπικοινωνιών, καθώς και το ρόλο της ΕΕΤ με αποτέλεσμα να μη δίνει τη δέουσα σημασία στις υποδείξεις της αρχής αυτής και να μην απαντά σε επιστολές σχετικά με τα προβλήματα που δημιουργούνται.
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας, που θεμελιώνονται τόσο στις διατάξεις του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται κατά τις εμπορικές συναλλαγές κάθε γενομένη προς το σκοπό ανταγωνισμού πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και προς ανόρθωση της ζημίας που έχει προξενηθεί [άρθρ. 1 Ν. 146/1914], στις διατάξεις που ορίζουν ότι οι τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις οφείλουν να λειτουργούν εντός των πλαισίων και των αρχών προστασίας του ανταγωνισμού, τηρώντας τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης των χρηστών [άρθρ. 4 περ.
ΣΤ Ν. 2246/1994], που απαγορεύουν την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης επί του συνόλου ή μέρους της αγοράς της χώρας, η δε καταχρηστική εκμετάλλευση δύναται να συνίσταται εις την εφαρμογή ανίσων όρων για ισοδυνάμους παροχάς, την αδικαιολόγητο άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών κατά τρόπο ώστε οι επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική εις τον ανταγωνισμό θέση [άρθρ. 1 και 2 ν. 703/1977], ως και στις διατάξεις περί αδικοπραξιών [άρθρ. 914, 932 ΑΚ], αφού η αθέμιτα ανταγωνιστική συμπεριφορά της εναγομένης αντίκειται στα χρηστά συναλλακτικά ήθη και είχε ως συνέπεια να τρωθεί η φήμη, η εμπορική πίστη και το κύρος της ενάγουσας.
Επειδή οι πιο πάνω πράξεις έγιναν με πρόθεση αθέμιτου ανταγωνισμού και εξυπηρετούσαν σκοπούς ανταγωνισμού, αφού ουσιαστικά απέβλεπαν στην απόσταση πελατείας της ενάγουσας, γι' αυτό και ανεξάρτητα από το αν παραβιάζονται και άλλες διατάξεις της νομοθεσίας, εφαρμόζεται ως προς αυτές η βραχύτερη παραγραφή του άρθρου 19 του Ν. 146/1914, η οποία σκοπεύει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που πηγάζουν από τις πράξεις αυτές και ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής.
Ενόψει δε του ότι και επί διαρκούς προσβολής, η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο έχων την αξίωση έλαβε γνώση της πράξεως δια της οποίας προσβλήθηκε η αξίωσή του, χρόνος που η εφεσίβλητος ενάγουσα έλαβε γνώση των πιο πάνω πράξεων ήταν η 26η Φεβρουαρίου 1998 και ο μήνας Ιούλιος του 1997 [ή έστω ο Αύγουστος του 1997, που υπέβαλε το αίτημα] αντίστοιχα, όπως έγινε δεκτό και από την εκκαλουμένη.
Η ένδικη αγωγή, ασκήθηκε στις 13.1.1999, που επιδόθηκε στην εναγομένη [βλ. σχετική επισημείωση στο προσκομιζόμενο αντίγραφο αυτής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δημητρίου Βεϊσάκη], δηλαδή μετά την παρέλευση εξαμήνου από τις ως άνω ημερομηνίες και, ως εκ τούτου η απαίτηση της ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή κατά την βάσιμο ένσταση της εναγομένης, που, προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τους λόγους έφεσής της...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της σχετικής ένστασης αυτής (αναιρεσίβλητης, εναγομένης), απέρριψε την, εναντίον της, ένδικη, αγωγή της αντιδίκου της, γιατί έκρινε ότι οι εγερθείσες, με αυτήν, αξιώσεις της τελευταίας είχαν υποκύψει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 19 του Ν. 146/1914.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα, ότι είναι εφαρμοστέα, στην προκειμένη περίπτωση, η περί εξαμήνου παραγραφής διάταξη του άρθρου 19 του ν. 146/1914, την οποία και, ορθώς, εφάρμοσε και όχι τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 937 του ΑΚ, τις οποίες, ορθώς, δεν εφάρμοσε, δεν παραβίασε, ευθέως, τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Τούτο δε διότι οι παραδοχές του πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την εφαρμογή της πρώτης και τη μη εφαρμογή των τελευταίων, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Από τις ίδιες δε, πιο πάνω, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, που καλύπτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους, επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών), πλην των ανωτέρω.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα. Πέραν, βεβαίως, του ότι ο λόγος αυτός κατά τις αιτιάσεις του, περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των νόμων 703/1977, 2190/1920 και 2251/1994, κρίνεται, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτος, ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις των εν λόγω νόμων, που φέρονται παραβιασθείσες, ούτε και σε τι συνίσταται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση εκάστης, εξ αυτών.
ΙΙ. Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-01-2018 αίτηση αναίρεσης της 252/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ