Legislator Case Law & Legislation
160/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, orders defendant to pay interest on prior judgment and legal costs.

Case Number 160/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a personal injury claim. The court found no procedural grounds to remand the case for a full retrial by a lower court. Consequently, it ordered the defendant to pay interest on the previously awarded sum and covered the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 178 para. 2, and 183 of the Code of Civil Procedure; When an appeal eliminates the substantive part of a lower court decision, the Supreme Court may rule directly on the remaining issues without remanding the case for retrial.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance interest on prior judgment legal costs allocation no remand required procedural grounds for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 160 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 160/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Τ. του Χ., χήρας Μ. Μ., 2)Ε. Μ. του Μ., 3) Κ. Μ. του Μ., 4)Ρ. Μ. του Μ., 5)Ε. Μ. του Μ., 6)Θ. Μ. του Π., 7)Ε. Γ. συζ. Γ., το γένος Π. Μ., κατοίκων ..., και 8)Κ. Τ. συζ. Χ., κατοίκου .... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζαφείρα Μπαϊκούση - Κάτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/1/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17/10/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της από 11-1-2016 ένδικης αγωγής (με αριθμό κατάθεσης MTEI 19/16) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, το οποίο εκτιμάται ως διαδικαστικό έγγραφο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, οι αρχικοί ενάγοντες, κάποιων εκ των οποίων καθολικοί διάδοχοι είναι οι αναιρεσίβλητες, επικαλούμενοι θανάσιμο τραυματισμό του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ συγγενούς τους (κατά τα αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενα) Μ.

Μ. σε εργατικό ατύχημα κατά τη διάρκεια της εργασίας του, ως τεχνίτη συναρμολογητή μεταλλικών κατασκευών (μονταδόρου) κατά την εκτέλεση του εκτιθεμένου στην αγωγή έργου, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με τις εκεί αναφερόμενες ιδιότητές τους, ενεχόμενοι εξ αδικοπραξίας, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Περαιτέρω ιστορούσαν ότι σε βάρος της δεύτερης εναγομένης και των υπαλλήλων αυτής, άσκησαν την από 25-5-2009 και με αριθμό κατάθεσης 440/08-12-2009 αγωγή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία είχε ως κύρια βάση της την ευθύνη των εκεί εναγομένων, λόγω της ιδιότητας της ΔΕΗ ΑΕ ως δευτερογενούς-από δανεισμό εργοδότριας και ως επικουρική της βάση την αντικειμενική ευθύνη της ΔΕΗ λόγω της πρόστησης του αναδόχου-εργολάβου, η οποία αγωγή αφού συνεκδικάσθηκε με την με αριθμό 453/27-10-2010 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση -παρεμπίπτουσα αγωγή των εκεί εναγομένων εναντίον των εναγόντων και του αναδόχου-εργολάβου Δ.

Σ., καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα υπέρ των εναγομένων πρόσθετη παρέμβαση του τελευταίου, εκδόθηκε η με αριθμό 139/12-06-2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση της, απέρριψε την προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτήν αγωγή αποζημίωσης ως μη νόμιμη και την ασκηθείσα υπέρ των εναγομένων πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, ακολούθως επί ασκηθείσας εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων, κατά των αρχικών εναγομένων, ως και του Δ.

Σ., εκδόθηκε η με αριθμό 113/10-09-2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία απέρριψε τυπικά την έφεση ως προς τον τελευταίο, ενώ δέχθηκε τυπικά αυτήν ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους και κατ' ουσίαν μόνο ως προς την πρώτη εφεσίβλητη ΔΕΗ ΑΕ και μόνο ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από την πρόστηση, στη συνέχεια εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο σκέλος της την εκκαλουμένη, διακράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) με την ένδικη αγωγή τους επανασκούν κατά της δεύτερης εναγομένης (ΔΕΗ) την απορριφθείσα τελεσιδίκως, συνεπεία της αοριστίας της, ως απαράδεκτη αγωγή τους, κατά την επικουρική βάση αυτής από την πρόστηση, προβάλλοντας όμοιες κατ' είδος και ποσό αξιώσεις για τη χρηματική τους ικανοποίηση συνεπεία ψυχικής οδύνης που υπέστησαν.

Επί της υπό κρίση από 11-1-2016 επανασκηθείσης κατά τα άνω ένδικης αγωγής, εκδόθηκε η 167/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο Δ. Σ., δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την δεύτερη εναγομένη, και ήδη αναιρεσείουσα ΔΕΗ ΑΕ και την υποχρέωσε να καταβάλει στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά που εκεί αναφέρονται, με τον τόκο επιδικίας από την επίδοση της προγενέστερης από 25-5-2009 και με αριθμό κατάθεσης 440/08-12-2009 αγωγής τους.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ΔΕΗ ΑΕ, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 50/2019 απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια άνω απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την υπό κρίση από 17-10-2019 αναίρεση η ΔΕΗ ΑΕ.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 16 του ν.551/1915 (που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, (άρθρο 38 εδ. α' Εισ. Ν ΑΚ) 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951, 299, 330, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη) οφείλεται σε κάθε περίπτωση και επί εργατικού ατυχήματος (δηλ.

και όταν ο εργοδότης και οι προστηθέντες του απαλλάσσονται από την υποχρέωση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία), εφόσον συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης), για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ως άνω ν.551/1915, κρίνεται πάντοτε κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 914, 922, 932, ΑΠ 675/2016, 80/2016, 757/2015), κατά τις οποίες, πταίσμα θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ αδικοπραξία(ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 127/2011).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.

Από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 934/2013, ΑΠ 1168/2007).

Περαιτέρω, από τις: διατάξεις των άρθρων 300 εδ. α' και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν στη γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της. Προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι (α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση, συνακόλουθα δε και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης και (β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και της επέλευσης ή της έκτασης της ζημίας του.

Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψή του ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο διαφορετικά δεν θα επερχόταν (ΑΠ 1152/2012). Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλ.

ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ (ΑΠ 545/2015, 188/2015,1152/2012). Η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος σε εργατικό ατύχημα παραδεκτά προτείνεται κατ' αυτού και όταν αυτό οφείλεται σε μη τήρηση ειδικών όρων και μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 80/2016, ΑΠ 757/2015), αφού το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 551/1915, κατά το οποίο επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως μόνον αν αφορά παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και συνεπώς για τον καθορισμό του ποσού αυτής το συντρέχον πταίσμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων (ΑΠ 1489/2007).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ.1 ΚΠολΔ και 300 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση αυτή απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που είναι ικανά να θεμελιώσουν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και να γίνεται σαφής μνεία ότι αυτό προτείνεται προς θεμελίωση ένστασης, προκειμένου με την παραδοχή της να αρθεί ή μειωθεί η οφειλομένη από τον υπαίτιο χρηματική ικανοποίηση με τη συνεκτίμηση του οικείου πταίσματος και να ζητείται η λόγω της συνδρομής αυτού απόρριψη της σχετικής αξίωσης του παθόντος ή η μείωση του ζητουμένου ποσού (πρβλ.

ΑΠ 343/2005, 1502/2001). Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή και του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 253/2013).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Η δεύτερη εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ και ήδη εκκαλούσα, νομίμως εκπροσωπουμένη, προέβη σε προκήρυξη μειοδοτικού διαγωνισμού το έτος 2006, μειοδότης του οποίου ανακηρύχθηκε ο πρώτος εναγόμενος -Δ.

Σ., μηχανικός ηλεκτρομηχανολογικών έργων- μη διάδικος στην παρούσα δίκη- ακολούθως δε κατήρτισε η ίδια με τον προαναφερθέντα μηχανικό, στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου Κοζάνης την 3-11-2006 την υπ'αριθ. …/…-11-2006 σύμβαση μισθώσεως έργου, στα πλαίσια της προγραμματισμένης ετήσιας συντήρησης της Μονάδας V, του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, δυνάμει της οποίας του ανέθεσε την εκτέλεση του έργου, με αντικείμενο "Αντικατάσταση- Επισκευή μηχανισμών κίνησης σφυριών κρούσης πλαισίου συρμάτων ηλεκτροστατικών (Η/Σ) φίλτρων Μονάδος V" για το έτος 2007, αντί συμβατικού τιμήματος 24.830 ευρώ.

Δυνάμει της συμβάσεως αυτής, η οποία αποτελείτο από το από 3-11-2006 Συμφωνητικό, το Τιμολόγιο Προσφοράς, την Προμέτρηση-Προϋπολογισμό Προσφοράς, τους από 14-6-2006 Ειδικούς Όρους, την από 14-6-2006 Τεχνική Προδιαγραφή, τους Γενικούς Όρους και τις Ασφαλίσεις, τα οποία συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο, ανατέθηκε έργο που αφορούσε την αντικατάσταση των μηχανισμών κίνησης σφυριών κρούσης πλαισίου συρμάτων Η/Φ Μονάδας V.

Οι εν λόγω μηχανισμοί βρίσκονται εγκατεστημένοι μέσα στα ηλεκτροστατικά φίλτρα της συγκεκριμένης Μονάδας V σε δύο σειρές των 40 μηχανισμών η κάθε μία, συνολικά δηλαδή 80 μηχανισμοί, εκ των οποίων οι 40 βρίσκονται στο υψόμετρο των +23,807 m και οι άλλοι 40 στο υψόμετρο +31,222 m, η δε αντικατάσταση τους γίνεται κατά τον αναλυτικό αναφερόμενο στη τεχνική προδιαγραφή τρόπο.

Κάτω ακριβώς από τα προαναφερθέντα ζεύγη των μηχανισμών και συνδεόμενες μ' αυτούς (μηχανισμούς) υπάρχουν αντίστοιχες χοάνες τέφρας, στις οποίες συγκεντρώνεται η τέφρα καθ' όλη τη διάρκεια της ετήσιας λειτουργίας, έχοντας τούτο ως συνέπεια να εμφανίζεται συχνά το φαινόμενο να επικάθονται και να προσκολλούνται στα τοιχώματα τους, σε άλλες εξ αυτών (χοανών) μικρές και σε άλλες αρκετά μεγάλες ποσότητες τέφρας.

Σύμφωνα με την Τεχνική Περιγραφή του έργου, οι εργασίες, που ο ανάδοχος-εργολάβος Δ. Σ. ανέλαβε να εκτελέσει, κατά τον προβλεπόμενο χρόνο εκτέλεσης ήτοι Μάιο του 2007, στα πλαίσια της ετήσιας συντήρησης, συνίσταντο σε: Α. Αντικατάσταση των μηχανισμών κίνησης σφυριών κρούσης πλαισίου συρμάτων Η/Φ (ηλεκτροστατικών φίλτρων) Μονάδας V, Β.

Λίπανση, επισκευή ή αντικατάσταση των συνδέσμων Cardan, Γ. Εργασίες αντικατάστασης του ατέρμονα κοχλία μαζί με το αξονικό ρουλμάν ή αντικατάστασης μόνον του αξονικού ρουλμάν ή του ατέρμονα κοχλία με τις σφαίρες του τριβέα ή μόνο τις σφαίρες του τριβέα του εδράνου των μηχανισμών κίνησης σφυριών κρούσης πλαισίων συρμάτων Η/Φ Μονάδας V και Δ.

Έλεγχος -επισκευή των εδράσεων των κάθετων αξόνων μετάδοσης κίνησης σφυριών κρούσης πλαισίων συρμάτων στα +37 m στις δύο οροφές του φίλτρου πάνω από τους μονωτήρες. Ο χρόνος εκτέλεσης των εργασιών ορίσθηκε σε 12 ημερολογιακές ημέρες κατά την περίοδο της ετήσιας συντήρησης της μονάδας, ή σε 36 συνεχείς ώρες σε έκτακτη περίπτωση.

Στο ίδιο δε συμβατικό τεύχος προβλέφθηκε ότι ο ανάδοχος είχε την υποχρέωση να εκτελέσει τις ανωτέρω υπό στοιχείο Α,Γ,Δ εργασίες, μαζί με τις εργασίες λίπανσης (υπό στοιχείο Β), και εκτός της ετήσιας περιόδου συντήρησης, αν παρουσιαστεί ξαφνικό πρόβλημα στους μηχανισμούς και διακοπεί η λειτουργία της μονάδας, υποχρεούμενος τότε να προβεί σε άμεση έναρξη των απαιτούμενων εργασιών και να τις ολοκληρώσει σε 36 συνεχείς ώρες, με 24ώρη εργασία του προσωπικού του.

Να σημειωθεί ότι από το περιεχόμενο του όρου αυτού συνάγεται ότι ο ανάδοχος είχε αναλάβει όχι μόνο την τακτική συντήρηση των ηλεκτροστατικών φίλτρων, άλλα παράλληλα και την εκτέλεση εργασιών επισκευής σε περίπτωση αιφνίδιου προβλήματος. Εξάλλου με το Τιμολόγιο Προσφοράς, σε συνδυασμό με την Προμέτρηση-Προϋπολογισμό Προσφοράς, τα οποία υπέβαλε ο ανάδοχος - εργολάβος Δ.

Σ., κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού και τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο της ένδικης σύμβασης έργου, αυτό (έργο) περιγράφεται σε επτά τμήματα, τα πέντε πρώτα εξ αυτών, είναι τα προαναφερθέντα, όπως τούτα περιγράφονται στην Τεχνική Προδιαγραφή, ενώ στο έκτο και έβδομο εξ αυτών περιελήφθησαν στη σύμβαση "60 απολογιστικές ώρες εκτέλεσης εργασιών τεχνίτη" και "60 απολογιστικές ώρες εκτέλεσης εργασιών βοηθού τεχνίτη", αντίστοιχα δε η συμβατική τιμή μονάδας υπολογισμού του εργολαβικού αυτού ανταλλάγματος, προσδιορίζεται σε 16 ευρώ ανά ώρα, για τις εργασίες τεχνίτη και σε 12 ευρώ ανά ώρα, για τις εργασίες βοηθού τεχνίτη, ενώ το συνολικό συμβατικό τίμημα στα ποσά των 960 ευρώ και 720 ευρώ αντιστοίχως.

Στο σημείο αυτό ν' αναφερθεί ότι η ανάγκη πρόβλεψης απολογιστικών ωρών για το εν λόγω έργο, προήρχετο από το γεγονός ότι κατά την πρόοδο των συμβατικών εργασιών, στις οποίες μάλιστα περιλαμβάνονταν κατά τα προεκτεθέντα, εκτός των άλλων και έκτακτες εργασίες επισκευής, μπορούσε να ανακύψει η ανάγκη εκτέλεσης εργασιών που δεν μπορούσαν εκ των προτέρων και δη κατά τη κατά τη χρονικά πολύ προγενέστερη της εκτέλεσης του διαδικασία ανάθεσης και υπογραφής της σύμβασης έργου, να συγκεκριμενοποιηθούν, ούτε ως προς το είδος τους, ούτε και οι ποσότητες τους και επομένως οι προβλεπόμενες στη σύμβαση έργου, όπως εν προκειμένω, απολογιστικές ώρες, αποτελούν μέρος της σύμβασης και καλύπτουν την εκτέλεση αυτών, των μη εξ αρχής προβλεπόμενων, αλλά δυνάμενων να εμφανισθούν, εργασιών.

Από τους όρους δε της ένδικης υπ' αριθμ. …/…-11-2006 ένδικης σύμβασης ως και τα λοιπά τα συνοδεύοντα αυτήν συμβατικά τεύχη εργολαβίας, ουδόλως προβλέπεται, ότι η εκτέλεση τους γίνεται με διάφορο τρόπο και όρους διαφορετικούς, ήτοι από τις εργασίες που η σύμβαση αφορά. Εξάλλου, η εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών σε έργο που αναθέτει η ΔΕΗ ΑΕ σε εργολάβο - ανάδοχο, είτε ως αύξηση των συμβατικών εργασιών, είτε ως εκτέλεση μη προβλεπόμενων, απρόβλεπτων δηλαδή, στη σύμβαση εργασιών, προβλέπεται τόσο από το άρθρο 17 του "Κανονισμού των έργων της ΔΕΗ ΑΕ" που εγκρίθηκε με την …/…-4-1993 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου (ΦΕΚ Β 305/1993) και διέπει (άρθρο 1) τη διακήρυξη, ανάθεση και εκτέλεση των έργων της ΔΕΗ ΑΕ από τρίτους, όσο και από το άρθρο 24 των Γενικών Όρων της ένδικης σύμβασης έργου.

Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 17 του Κανονισμού προβλέπεται το δικαίωμα της ΔΕΗ ΑΕ να επιφέρει, εφόσον τούτο επιβάλλεται από την αρτιότητα ή λειτουργικότητα του έργου, αύξηση στις ποσότητες των συμβατικών εργασιών ή να ζητήσει την εκτέλεση εργασιών που δεν προβλέπονται από τη σύμβαση, τις οποίες ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει, είτε με συμβατικές τιμές, είτε με τιμές μονάδας νέων εργασιών.

Δυνάμει δε του άρθρου 24 των Γενικών Όρων της σύμβασης, η ΔΕΗ ΑΕ έχει δικαίωμα να επιφέρει οποιεσδήποτε μεταβολές κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, στη μορφή, στην ποιότητα, στο είδος και στην ποσότητα οποιουδήποτε τμήματος του που επιβάλλονται για την αρτιότητα ή λειτουργικότητα του έργου, ενώ οι εργασίες που προκύπτουν από τις μεταβολές αυτές, θα αποτιμώνται με βάση τις συμβατικές τιμές "εφόσον οι τιμές αυτές, κατά την κρίση της Επιχείρησης, είναι εφαρμόσιμες", ή, αν δεν περιλαμβάνονται στη σύμβαση τιμές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, θα καθορίζονται νέες τιμές με βάση τιμές της σύμβασης για παρεμφερείς εργασίες ή με τιμές που καθορίζονται με βάση τα πραγματικά στοιχεία του κόστους (παρ. 1,2,3 του ως άνω άρθρου), ο δε ανάδοχος, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, "υποχρεούται να προβεί στις μεταβολές χωρίς καθυστέρηση και δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί την υποχρέωση αυτή".

Με την "Τεχνική Προδιαγραφή" της συμβάσεως, προβλέφθηκε στο τμήμα Α περίπτωση 19 και τμήμα Γ περίπτωση 15, ως συμβατική εργασία, ότι μετά την επιτυχή έκβαση του ελέγχου λειτουργίας των μηχανισμών (για αμφότερα τα τμήματα) "θα πρέπει να γίνει έλεγχος και καθαρισμός από όλα τα τυχόν ξεχασμένα μεταλλικά ή άλλα αντικείμενα:

α. στο εσωτερικό των φίλτρων (κύρια αυτά τα αντικείμενα που μπορεί να προκαλέσουν βραχυκύκλωμα στα φίλτρα), β. των χοανών σε συνεργασία με τον Σταθμό, γ. εξωτερικά των φίλτρων". Πρόδηλο επομένως παρίσταται ότι περιελήφθη, ως συμβατική εργασία, ο καθαρισμός των χοανών από τα μεταλλικά αντικείμενα, που πέφτουν εντός αυτών, κατά την εκτέλεση των εργασιών στους άνωθεν αυτών χώρους των ηλεκτροστατικών φίλτρων, ο δε προβλεφθείς καθαρισμός γίνεται από την κυκλική θυρίδα (στόμιο - ανθρωποθυρίδα), με διάμετρο 70-80 εκατοστών, που βρίσκεται στο κάτω μέρος των χοανών και παραμένει κλειδωμένη στις περιόδους μη εκτέλεσης εργασιών καθαρισμού των χοανών, με τη χρήση ειδικού μαγνήτη.

Λόγω του ότι το ως άνω ενδεχόμενο, δηλαδή η παραμονή επικολλημένων τμημάτων τέφρας στα τοιχώματα των χοανών, σε γνώση του οποίου τελούσε, τόσο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, όσο και οι εκάστοτε συμβαλλόμενοι με αυτήν εργολάβοι, κάθε φορά που διαπίστωναν κατά την εκτέλεση των συμβατικών εργασιών συντήρησης των ηλεκτροστατικών φίλτρων, ότι είχε συμβεί αυτό (επικόλληση τέφρας στις χοάνες) είτε σε μερικές, είτε σε όλες, τότε πριν από τη συγκεκριμένη συμβατική εργασία, του καθαρισμού από μεταλλικά αντικείμενα, προηγείτο αναγκαστικά ο καθαρισμός του εσωτερικού των χοανών από την τέφρα που είχε επικολληθεί και η απομάκρυνση αυτής (τέφρας) με ειδικό αναρροφητικό όχημα αποκαλούμενο "σκούπα".

Να σημειωθεί ότι το εν λόγω όχημα διαθέτει η δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα παραχωρώντας αυτό στον εκάστοτε εργολάβο, το οποίο όμως χειρίζεται υπάλληλος της ίδιας (δεύτερης εναγομένης). Η εν λόγω "σκούπα" παραμένει στο επίπεδο των + 0 μέτρων και συνδέεται, με μόνιμο δίκτυο σωληνώσεων που υπάρχουν, στην αντίστοιχη θέση - στόμιο που υπάρχει στο κάτω μέρος κάθε χοάνης, προκειμένου να επιτευχθεί η απομάκρυνση των μεταλλικών αντικειμένων, τα οποία έχουν καταπέσει κατά τις εργασίες αντικατάστασης - επισκευής.

Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του ως άνω Κανονισμού Έργων της ΔΕΗ ΑΕ και το άρθρο 5 των Γενικών Όρων, τα οποία προβλέπουν ότι η διοίκηση, η παρακολούθηση και ο έλεγχος του έργου ασκούνται από την Επιχείρηση από την Επιβλέπουσα Υπηρεσία και την Προϊσταμένη Υπηρεσία, καθώς και ότι ο προϊστάμενος της Επιβλέπουσας Υπηρεσίας, με έγγραφο του προς τον ανάδοχο, δύναται να ορίσει τον Μηχανικό για λογαριασμό της επιχείρησης και ο οποίος αποκαλείται "Εντεταλμένος Μηχανικός", για το ένδικο έργο καθορίσθηκε, με το άρθρο 3 των Ειδικών Όρων, ότι καθήκοντα Επιβλέπουσας Υπηρεσίας εκ μέρους της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ, θα ασκεί ο Τομέας Συντήρησης, επικεφαλής του οποίου κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω χρόνο, ήταν ο Δ.

Π., υπάλληλος αυτής και καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας, η Διεύθυνση του Σταθμού του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, ο τότε διευθυντής του, Θ. Π., ο οποίος λόγω της ιδιότητας του αυτής, αποτελούσε και το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης ως προς τον εν λόγω Σταθμό. Με βάση τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, ορίστηκε δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/…-11-2006 εγγράφου της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ, δηλαδή μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, Εντεταλμένος Μηχανικός, ο υπάλληλος της και εργαζόμενος στον τομέα συντήρησης, Ά. Σ., έχοντας τις αρμοδιότητες επίβλεψης του έργου εκ μέρους της εργοδότριας του ΔΕΗ ΑΕ, με βοηθό του τον επίσης εργαζόμενο της τελευταίας, Δ.

Π.. Ο δε ανάδοχος - εργολάβος Δ. Σ., σε εκτέλεση συμβατικής του υποχρεώσεως, όρισε με το από 13-4-2007 έγγραφο του, για το έργο ως Επιβλέποντα Μηχανικό τον ίδιο, ως εκ της ιδιότητας του ως μηχανικού ηλεκτρολογικών έργων, ενώ ως Τεχνικό Ασφαλείας, όρισε την Ε. Ζ., ηλεκτρολόγο μηχανικό ΤΕ. Ακολούθως σε εκτέλεση του άρθρου 10 των Ειδικών Όρων, το οποίο αναφέρεται στην ενημέρωση του αναδόχου και δη του Τεχνικού Ασφαλείας αυτού, εν προκειμένω δε της Ε.

Ζ., σε θέματα ασφαλείας εργασίας, πριν από την έναρξη των εργασιών, από τον αντίστοιχο Τεχνικό Ασφαλείας του Σταθμού της εναγομένης (ΔΕΗ ΑΕ), έγινε η έγγραφη ενημέρωση από τον αρμόδιο του συγκεκριμένου σταθμού, ήτοι τον Α. Μ., για τα επιβαλλόμενα να ληφθούν για το συγκεκριμένο έργο από τον ανάδοχο- εργολάβο, στα πλαίσια του ΠΔ 306/1996, μέτρα ασφαλείας, προς απόδειξη της οποίας υπογράφηκε, από τους προαναφερθέντες, Ε.

Ζ. και Α. Μ., το αντίστοιχο, χωρίς ημερομηνία, έγγραφο, που φέρει τον τίτλο "ΠΕΡΙΛΗΨΗ:ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ". Εν συνεχεία δυνάμει του από 23-4-2007 πρωτοκόλλου έναρξης εργασιών που υπογράφηκε, αφενός από τον ανάδοχο - εργολάβο Δ. Σ. και αφετέρου για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης επιχείρησης ΔΕΗ Α.Ε., από τον προαναφερθέντα Εντεταλμένο Μηχανικό της, Ά.

Σ., εγκαταστάθηκε ο ανάδοχος στο έργο, με χρόνο έναρξης των εργασιών, την 24-4-2007 ημέρα Τρίτη, έχοντας ήδη ορίσει, τον Επιβλέποντα Μηχανικό και τον Τεχνικό Ασφαλείας και, κατά τα προβλεπόμενα στον 9° όρο των Ειδικών Όρων, που προβλέπει την υποχρέωση του "για την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων στα πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας (ΠΔ 305/1996, Π.Δ. 17/1996, Ν 1286/1983 κ.λ.π.)" παραπέμποντας επομένως ρητά στους νόμους που παρατίθενται στον όρο αυτό- και για τη σύνταξη του προβλεπόμενου από το άρθρο 3 του ΠΔ 305/1996 Σχέδιο Ασφαλείας και Υγείας, το οποίο από το σημείο αυτό και εφεξής θα αναφέρεται ως "ΣΑΥ", υπέβαλε το ΣΑΥ που ο ίδιος είχε μελετήσει και εκπονήσει, ως συντονιστής εκπόνησης, έχοντας την ευθύνη, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του ένδικου έργου, για την εφαρμογή, παρακολούθηση, αναπροσαρμογή και εμπλουτισμό του.

Αφού λοιπόν ο ανάδοχος εγκαταστάθηκε στο έργο και έγινε κατά τα προαναφερθέντα έναρξη των εργασιών την 24-4-2007, σε σύντομο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα την 27-4-2007 ανέκυψε θέμα καθαρισμού των χοανών. Ειδικότερα τα αρμόδια όργανα της δεύτερης εναγομένης, και συγκεκριμένα ο Ά. Σ. και Δ. Π. διαπίστωσαν ότι υπήρχε ανάγκη καθαρισμού των χοανών από την τέφρα που είχε απομείνει στα τοιχώματα τους, μη προβλεπόμενη εξ αρχής συμβατική υποχρέωση του αναδόχου Σ., καθώς, όπως προεκτέθηκε, ως συμβατική εργασία προβλέπονταν μόνο ο καθαρισμός των χοανών από τα μεταλλικά αντικείμενα που έπιπταν στον πυθμένα τους από τις υπεράνω αυτών εκτελούμενες εργασίες της αντικατάστασης των ηλεκτροστατικών φίλτρων, ωστόσο κρίθηκε αναγκαίος από τους προαναφερθέντες, ο καθαρισμός των χοανών από την τέφρα, προκειμένου να εκτελεστεί άρτια και το υπόλοιπο συμβατικό έργο, δηλαδή η απομάκρυνση των μεταλλικών αντικειμένων, με τη χρήση που προβλεπόμενου ειδικού μαγνήτη.

Για την εκτέλεση του πρόσθετου αυτού υπερσυμβατικού έργου συμφώνησε ο ανάδοχος, για το οποίο εξάλλου δυνάμει της συμβάσεως ήταν υποχρεωμένος προς τούτο (βλ. τον 17° όρο του Κανονισμού Έργων και 24° όρο των Γενικών Όρων της ειδικής σύμβασης έργου) συμφωνήθηκε δε μεταξύ των μερών ότι, για την κάλυψη της απαιτούμενης αυτής δαπάνης, κατ' εφαρμογή δε των ίδιων όρων, θα χρησιμοποιηθεί το προβλεπόμενο στη σύμβαση κονδύλιο των απολογιστικών εργασιών, που αφορούν απρόβλεπτες, όπως εν προκειμένω, εξ αρχής και μη ειδικώς προσδιορισμένες εργασίες, που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου.

Προκειμένου δε να εκτελεστεί η προαναφερθείσα υπερσυμβατική εργασία, πρόσθετη σε κάθε περίπτωση σε σχέση με την συμβατική, η εκτέλεση της οποίας μάλιστα αποτελούσε προϋπόθεση για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων- συμβατικών εργασιών, ο ανάδοχος -εργολάβος του έργου Σ.ς Δ. προσέλαβε την 30-4-2007 τον Μ. Μ., ο οποίος είχε την ειδικότητα του συναρμολογητή μεταλλικών κατασκευών και ήταν επομένως τεχνίτης και ως βοηθό του Ν.

Η.. Να σημειωθεί ότι ο Μ. είχε εργασθεί στο παρελθόν στις εγκαταστάσεις της δεύτερης εναγομένης, απασχολούμενος από τρίτους εργολάβους, όπως περί τούτου κατέθεσε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου τόσο του πρωτοβαθμίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης την 15-11-2011), όσο και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας την 29/30-4-2014 η πρώτη ενάγουσα και σύζυγος του θανόντα, αλλά και όπως ο ανάδοχος Δ.

Σ. ανέφερε κατά την απολογία του ενώπιον του προαναφερθέντος Τριμελούς Εφετείου, επισημαίνοντας ότι "ο Μ. γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή το εργοτάξιο", χωρίς όμως απ' όλα τα ανωτέρω να αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος είχε εργαστεί στην ίδια ακριβώς θέση και γνώριζε τι ακριβώς έπρεπε να αποφύγει και τι ακριβώς να ενεργήσει.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρόσληψη των προαναφερθέντων (Μ., Η.) έγινε προκειμένου να απασχοληθούν στη συγκεκριμένη εργασία, ώστε η συμβατική εργασία της απομάκρυνσης των μεταλλικών αντικειμένων που θα ακολουθούσε, να μπορούσε να εκτελεστεί άρτια. Έτσι από το χρόνο της πρόσληψης τους οι προαναφερθέντες εργαζόμενοι, ήτοι την 30-4-2007 εργάστηκαν συνεχώς μέχρι την 8-5-2007, χρόνο κατά τον οποίο συνέβη το ένδικο εργατικό ατύχημα, που αμέσως κατωτέρω αναφέρεται, αλλά και κατά τον αυτό χρόνο το έργο περατώθηκε........Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 8-5-2007 αμφότεροι οι προαναφερθέντες εργαζόμενοι απασχολήθηκαν, όπως και κατά τις προηγούμενες ημέρες, στην εργασία για την οποία είχαν προσληφθεί, δηλαδή στον καθαρισμό των χοανών των ηλεκτροστατικών φίλτρων της μονάδας V, στο επίπεδο των +12 μέτρων με τη βοήθεια του αναρροφητικού οχήματος (σκούπας), το οποίο την ημέρα εκείνη, είχε διατεθεί μαζί με το χειριστή του Α.

Ζ., από τον ΑΗΣ Πτολεμαίδας, ενώ όλες τις προηγούμενες ημέρες το αντίστοιχο όχημα, οδηγούσε και χειριζόταν ο εργαζόμενος της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας Θ. Ν.. Πλέον ειδικότερα οι εργαζόμενοι Μ. και Η. περί ώρα 14.40 μ. μ. απασχολούνταν με τον καθαρισμό, της 36ης χοάνης, από την τέφρα, ευρισκόμενοι στο επίπεδο των +12 μέτρων με τη βοήθεια του ως άνω αναφερθέντος αναρροφητικού οχήματος -σκούπα, το οποίο βρισκόταν στο επίπεδο 0 μέτρων, ήτοι στο δάπεδο και είχε συνδεθεί, μέσω του μόνιμου δικτύου σωληνώσεων, με την ειδική υποδοχή που υπάρχει σε κάθε χοάνη για το λόγο αυτό.

Να σημειωθεί ότι ο προαναφερθείς οδηγός της "σκούπας" Α. Ζ. αφού έθεσε σε λειτουργία το μηχάνημα έφυγε, όπως περί τούτου κατέθεσε στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης την 14-6-2007 ο Ν. Η.., ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών του ΑΤ Κοζάνης, τότε όμως οι ανωτέρω εργαζόμενοι διαπίστωσαν ότι στα τοιχώματα της εν λόγω χοάνης στην οποία εργάζονταν, υπήρχε ποσότητα τέφρας που, παρά το γεγονός ότι είχαν "χτυπήσει" αυτήν (χοάνη) με το δονητή, την προηγούμενη μέρα προκειμένου να επιτύχουν την αποκόλληση της τέφρας από τα τοιχώματα, ώστε να καταπέσει εντός αυτής και δη στον πυθμένα της, δεν επετεύχθη αυτό, για να πετύχει δε τον καθαρισμό της επικοληθείσας τέφρας ο Μ.

εισήλθε εντός της χοάνης από την κυκλική θυρίδα (στόμιο -ανθρωποθυρίδα). Πλέον ειδικότερα αφού εισήλθε εντός της χοάνης ο Μ. ολόκληρος, ζήτησε από τον βοηθό τεχνίτη δηλαδή τον Η., που βρισκόταν στο πατάρι που υπήρχε έξω από τη χοάνη, στο ύψος της ανθρωποθυρίδας και κρατούσε έναν προβολέα, να του δώσει ένα εργαλείο την επονομαζόμενη "ξύστρα" μήκους 3,5 μέτρων, για να ξύσει με αυτήν την επικολλημένη ποσότητα τέφρας ώστε αυτή να πέσει, όλα δε αυτά συνέβαιναν χωρίς την παρουσία του οδηγού (Ζ.) κατά τα προεκτεθέντα.

Μόλις ο Μ. επιχείρησε να ξύσει με την "ξύστρα" τότε ξαφνικά αποκολλήθηκε από τα τοιχώματα της χοάνης μεγάλη ποσότητα τέφρας, η οποία καταπλάκωσε τον ευρισκόμενο εντός αυτής Μ., προκαλώντας το θάνατο του από ασφυξία συνεπεία καταχώσεως από όγκο χώματος (βλ. την υπ' αριθμ. …/…-5-2007 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Ι.

Χ.). Να σημειωθεί ότι ο Η. ο οποίος βρισκόταν ανεβασμένος το πατάρι ακριβώς έξω και στο ύψος της ανθρωποθυρίδας, πήδηξε από το πατάρι για να μην παρασυρθεί και ο ίδιος από την τέφρα, μόλις δε σηκώθηκε διαπίστωσε ότι η ανθρωποθυρίδα είχε κλείσει ολοσχερώς από ένα μεγάλο κομμάτι τέφρας, στις φωνές και στις εκκλήσεις αυτού για βοήθεια προσέτρεξε ο Σ.ς, ο οποίος μπαίνοντας ο ίδιος εντός της χοάνης κατάφερε να τραβήξει έξω τον Μ., χωρίς όμως αυτός να έχει τις αισθήσεις του.

Απ' όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ο θάνατος του ως άνω εργαζομένου, Μ. Μ., προκλήθηκε συνεπεία παραλείψεων ως προς τη λήψη και την τήρηση των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας, του καθορισμού των χοανών στην 5η Μονάδα του ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου, για την οποία και προσλήφθηκε από τον ανάδοχο-εργολάβο Σ., στον οποίο είχε ανατεθεί το έργο δυνάμει της υπ'αριθμ…./2006 συμβάσεως που κατήρτισε αυτός με τη δεύτερη εναγομένη - κυρία του έργου.

Ειδικότερα πρωτίστως ο ανάδοχος - εργολάβος, ο οποίος είχε ορίσει ως επιβλέποντα μηχανικό του έργου τον ίδιο (εαυτό του) και ως συντονιστή ασφαλείας την Ε. Ζ., παρέβη την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που είχε για τη λήψη και την τήρηση, καθώς και για τον έλεγχο της λήψης και της τηρήσεως όλων των πρόσφορων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων.

Πλέον ειδικότερα παρέλειψε να χορηγήσει στους δύο αυτούς εργαζομένους Μ. και Η. τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό προς αποφυγή έκθεσης τους σε κίνδυνο και στην απειλή της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής του, όπως ζώνη ασφαλείας, αναπνευστικό εξοπλισμό, οξύμαχο στολή, γυαλιά ασφαλείας, κράνος, εξοπλισμό διάσωσης, αντί δε αυτών χορήγησε στους εργαζομένους και εν προκειμένω δε στον Μ.

που ενδιαφέρει, χάρτινες απλές μάσκες, φόρμα εργασίας (μιας χρήσης) και γάντια, είδη τα οποία ουδόλως δυνατό να προστατεύσουν τη "σωματική τους ακεραιότητα σε περίπτωση ατυχήματος, το οποίο εν τέλει συνέβη, ο δε εξοπλισμός αυτός σε κάθε περίπτωση ήταν ανεπαρκής, κατά παράβαση του πδ 396/1994, το οποίο ορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία τους, αλλά και του πδ 1073/81 για τα ατομικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων.

Επιπροσθέτως παρέλειψε να προβεί σε ενημέρωση του εν λόγω εργαζομένου για τους κινδύνους από την ανατεθείσα σε αυτόν εργασία, όπως και να υποδείξει σε αυτόν τον ενδεδειγμένο και ασφαλή τρόπο καθαρισμού των χοανών, ενώ ιδίως παρέλειψε να επιβλέπει και να καθοδηγεί αυτόν κατά τη διάρκεια της εργασίας του, αν και γνώριζε ότι υπήρχε αυξημένος κίνδυνος εκδήλωσης περιστατικού ασφυξίας κατά την εργασία στην χοάνη, που είναι κλειστός- περιορισμένος, αλλά και επικίνδυνος χώρος.

Πλέον ειδικότερα η εν λόγω εργασία ως εκ της φύσεως της σε κλειστό - περιορισμένο χώρο, όπως προαναφέρθηκε προϋποθέτει για την ασφαλή εκτέλεση της τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη κάθε κινδύνου, αλλά και όλων των απαραίτητων προφυλάξεων προκειμένου να μπορεί να παρασχεθεί αποτελεσματική και άμεση βοήθεια στους εργαζόμενους, οι οποίοι πρέπει τουλάχιστον να παρακολουθούνται συνεχώς από έξω, κατά τη ρητή αναφορά του άρθρο 12, Παράρτημα IV του πδ 305/96.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 7, 11 και 12 του πδ 17/96, ο ως άνω εργοδότης- ανάδοχος όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους, να τους εξασφαλίζει κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, να τους παρέχει κατάλληλες οδηγίες και να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, πλην όμως παρέλειψε να προβεί στις ενέργειες αυτές.

Στο σημείο αυτό ν' αναφερθεί ότι ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι ο εργολάβος- ανάδοχος συμπεριέλαβε και διατύπωσε στο προβλεπόμενο από το άρθρο 3 του ΠΔ 305/1996 Σχέδιο Ασφαλείας και Υγείας (ΣΑΥ), το οποίο καταρτίσθηκε με δική του μέριμνα και φροντίδα, περίπτωση εξαίρεσης, ως προς την εποπτεία του εκτελούμενου έργου, που αφορά τις εργατοώρες των εν προκειμένω εργαζομένων Μ.

και Η., ήτοι τις 60 απολογιστικές ώρες που αφορούσαν τον καθαρισμό των χοανών, η οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Σχέδιο Ασφαλείας ανήκε στη δεύτερη εναγομένη ΔΕΗ Α. Ε., προβλέποντας ότι θα πρέπει να υπάρχουν εργοδηγοί της ΔΕΗ υπεύθυνοι να καθοδηγούν το προσωπικό και να ελέγχουν της εργασία, καθόσον ο όρος αυτός της εξαίρεσης, πέραν του γεγονότος θεσπίσθηκε μονομερώς από τον εργολάβο- ανάδοχο, και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της συμβάσεως, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να καταλύσει την ευθύνη του εργολάβου ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο έργο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς το εργατικό προσωπικό που πραγματοποίησε τις εν λόγω εργασίες ανήκε στο απασχολούμενο από τον ίδιο (εργολάβο- ανάδοχο) προσωπικό για τις ανάγκες του έργου αυτού.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά παράβαση του Εσωτερικού Κανονισμού Εκδόσεως αδειών της ΔΕΗ ΑΕ, ο ανάδοχος-εργολάβος δεν μερίμνησε προκειμένου να εκδοθεί άδεια για εργασία του θανόντος σε κλειστό χώρο και γραπτή εντολή για τον καθορισμό των μέτρων ασφαλείας και της χρήσης του κατάλληλου ατομικού προστατευτικού εξοπλισμού, όπως προβλέπεται από τη Γραπτή Εκτίμηση Επαγγελματικού Εξοπλισμού Κινδύνου της ΑΗΣ Αγ.

Δημητρίου, ούτε μερίμνησε, ώστε η θυρίδα από την οποία εισήλθε ο θανών εντός της χοάνης να είναι κλεισμένη με ασφάλεια ή έστω να υπάρχει πινακίδα επισήμανσης του κινδύνου και απαγόρευσης εισόδου εντός αυτής, αντί δε άλλης ενέργειας χορήγησε τα κλειδιά των ανθρωποθυρίδων στους εργαζομένους, στις οποίες και εισέρχονταν ανέλεγκτα από την πρώτη ημέρα και χωρίς περιορισμό ο θανών Μ., προκειμένου να εκτελέσει άρτια την ανατεθείσα σε αυτόν εργασία, κατά τη βάσιμη προανακριτική κατάθεση του επίσης εργαζομένου Η., κατά τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα.

Ειδικότερα αποδείχθηκε όπως ο ίδιος ο Η. κατέθεσε στη προαναφερθείσα κατάθεση του ότι στο χώρο εργασίας οδήγησε αυτόν και τον θανόντα ο εργολάβος - ανάδοχος Σ.ς και τους υπέδειξε τον οδηγό και χειριστή της σκούπας, Θ. Ν., ο οποίος ήταν υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και ο οποίος θα τους "έδειχνε" τη δουλειά.

Κατά τον αυτό μάρτυρα ο προαναφερθείς υπάλληλος τους χορήγησε τρεις ξύστρες, μια βαριοπούλα, έναν προβολέα και ένα κλειδί για ν' ανοίγουν τις θυρίδες - ανθρωποθυρίδες της χοάνης, ενώ ο Σ.ς τους είχε χορηγήσει "χάρτινες απλές μάσκες, φόρμες εργασίες, γάντια και έναν δονητή, προκειμένου να τον τοποθετούν πάνω από τη χοάνη, ώστε με τη δόνηση να σπάει η τέφρα", πρόδηλο επομένως παρίσταται από τα ανωτέρω ότι ο εργολάβος - ανάδοχος παρέλειψε πρωτίστως να επιδείξει σε αυτούς τον ενδεδειγμένο τρόπο εργασίας για τον καθαρισμό των χοανών και να τους επισημάνει τους κινδύνους από την εργασία αυτή, παραπέμποντας τους στον χειριστή του αναρροφητικού οχήματος (σκούπας), Θ.

Ν., χωρίς ο ίδιος να έχει πλέον επαφή μαζί τους, παρά το γεγονός ότι στις υποχρεώσεις του ήταν εκτός των άλλων η επίβλεψη και η καθοδήγηση κατά τη διάρκεια της εργασίας τους. Στο σημείο αυτό ν' αναφερθεί ότι ο εργολάβος - ανάδοχος παρέλειψε να ορίσει οποιοδήποτε υπεύθυνο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, επί πλέον δε η ορισθείσα από τον ίδιο ως τεχνικός ασφαλείας, Ε.

Ζ., ουδέποτε ήρθε σε επαφή μαζί τους, ή ενημέρωσε με οποιονδήποτε τρόπο τους εργαζομένους αυτούς για τα μέτρα ασφαλείας και τους κινδύνους της εργασίας τους. Επί πλέον να επισημανθεί ότι αφενός ούτε ο εργολάβος- ανάδοχος, αλλά ούτε και οποιοσδήποτε άλλο πρόσωπο υπεύθυνο για την εργασία αυτή από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα έδωσε σαφείς οδηγίες ως προς τον καθαρισμό της χοάνης, αλλά κυρίως ούτε επέστησε ειδικά την προσοχή τους ότι σε ουδεμία περίπτωση θα εισέρχονταν στο εσωτερικό της χοάνης για τον καθαρισμό αυτής, παρά τα περί αντιθέτου ισχυριζόμενα από τη δεύτερη εναγομένη, ότι δηλαδή ο θανών με τη θέληση του εισέρχονταν σε αυτήν, παραβαίνοντας μάλιστα τις σχετικές εντολές που είχε λάβει.

Η κρίση δε του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω ενισχύεται από το γεγονός ότι χορηγήθηκαν κλειδιά της θυρίδας- ανθρωποθυρίδας στους εργαζομένους με μοναδικό σκοπό να εισέρχονται εντός και να την καθαρίζουν και μάλιστα ανεπιτήρητοι. Άλλωστε η σκαλωσιά που υπήρχε στο ύψος της θυρίδας, το σκοπό αυτό εξυπηρετούσε, τούτο δε αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους εφεσίβλητους, φωτογραφίες των χοανών, με αποτύπωση και της σκαλωσιάς και της ανθρωποθυρίδας, αλλά και του σημείου προσαρμογής του αναρροφητικού σωλήνα- σκούπας, που βρίσκεται στο κάτω μέρος των χοανών, να τονιστεί δε ότι ουδεμία σήμανση απαγορευτικής εισόδου εντός της ανθρωποθυρίδας υπήρχε, αλλά ούτε και οποιαδήποτε γενική σήμανση κινδύνου.

Στην προκειμένη δε περίπτωση κατά τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του έτερου εργαζομένου Η. Ν., τόσο κατά την προανάκριση όσο και ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας και την εκδίκαση της υποθέσεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Μ.

Μ., και λοιπών παραβάσεων, αποδεικνύεται ότι από την πρώτη κιόλας ημέρα της εργασίας τους, κάθε φορά που παρίστατο ανάγκη, ήτοι δεν έπεφτε η τέφρα μετά από πολλά εξωτερικά χτυπήματα, ο Μ. έμπαινε μέσα στη χοάνη ολόκληρος προκειμένου να ξύσει την κολλημένη τέφρα και να ολοκληρώσει έτσι την εργασία του, υπό το βλέμμα του Ν.

και χωρίς ουδέποτε ο τελευταίος να του απαγορεύσει την είσοδο σε αυτήν (χοάνη). ........Να επισημανθεί ότι όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως απ' τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, από 21-6-2007 έκθεση αυτοψίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία συμπερασματικά καταλήγει στα ακόλουθα :

το ατύχημα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν λαμβάνονταν όλα τα αναγκαία μέτρα, όπως έκδοση άδειας εργασίας σε κλειστούς/στενούς χώρους, χορήγηση και χρήση κατάλληλου ατομικού προστατευτικού εξοπλισμού (ζώνη ασφαλείας, αναπνευστικός εξοπλισμός) για την πρόληψη κάθε κινδύνου, καθώς και όλες οι απαραίτητες προφυλάξεις για να μπορεί να παρασχεθεί αποτελεσματική και άμεση βοήθεια στον εργαζόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 12 Παράρτ.

IV, Μέρος Α, παραγρ. 6 του ΠΔ 305/96). Περαιτέρω από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη, δυνάμει του Κανονισμού Έργων αυτής (ΔΕΗ), ο οποίος έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, αλλά και δυνάμει της συναφθείσας με τον εργολάβο -ανάδοχο συμβάσεως, είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της τη διοίκηση, παρακολούθηση και επίβλεψη του έργου, καθώς και την τήρηση των όρων της σύμβασης από τον ανάδοχο, ορίζοντας προς τούτο συγκεκριμένους υπαλλήλους της με τα αντίστοιχα καθήκοντα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κανονισμό των Έργων της ΔΕΗ ΑΕ, ο οποίος εγκρίθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 119/5-4-1993 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (ΦΕΚ Β305/1993) και εφαρμόζεται σε όλα τα έργα των οποίων την εκτέλεση αυτή (ΔΕΗ) αναθέτει σε τρίτους (άρθρο 1), στο άρθρο 15 αυτού ορίζεται ότι: "Η διοίκηση του Έργου, η παρακολούθηση και ο έλεγχος αυτού, ασκούνται από την Επιχείρηση μέσω των οργάνων της (Επιβλέπουσα Υπηρεσία, Προϊσταμένη Υπηρεσία) των οποίων οι αρμοδιότητες καθορίζονται στη Σύμβαση.

Στα καθήκοντα της Επιβλέπουσας Υπηρεσίας περιλαμβάνονται η παρακολούθηση και ο έλεγχος της ποιότητας επί τόπου των έργων και της ποσότητας των εργασιών και γενικά η τήρηση των όρων από τον Ανάδοχο. Στα καθήκοντα της Προϊσταμένης υπηρεσίας περιλαμβάνεται η άμεση εποπτεία της Επιβλέπουσας Υπηρεσίας και η επίλυση ή η προώθηση για επίλυση θεμάτων που προκύπτουν κατά την εκτέλεση της σύμβασης και δεν μπορούν να ρυθμισθούν άμεσα από την Επιβλέπουσα Υπηρεσία.

Ο προϊστάμενος της Επιβλέπουσας Υπηρεσίας δύναται να ορίζει εντεταλμένους Μηχανικούς για το έργο που αποτελούν τους άμεσους βοηθούς τους. Η άσκηση των παραπάνω καθηκόντων από της Επιβλέπουσα Υπηρεσία και την Προϊσταμένη Υπηρεσία ως προς την εκτέλεση της σύμβασης δεν μειώνει σε καμία περίπτωση τις ευθύνες του Αναδόχου σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τη Σύμβαση.

Η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση από τον Ανάδοχο των όρων της Σύμβασης και στην κατασκευή του Έργου κατά τους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής, ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του. Η επίβλεψη μπορεί να ασκηθεί εκτός από τον τόπο των Έργων και σε όλους τους χώρους που κατασκευάζονται τμήματα του έργου.

Ο Ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίζει σε εξουσιοδοτημένα όργανα της Επιχείρησης, την απρόσκοπτη άσκηση της επίβλεψης στα Εργοστάσια που τυχόν κατασκευάζονται τμήματα του Έργου και γενικά σε όλους τους χώρους που κρίνει απαραίτητο η Επιχείρηση. Η διεύθυνση των έργων από την πλευρά του Αναδόχου στους τόπους κατασκευής τους γίνεται από τεχνικούς που έχουν τα κατάλληλα προσόντα.

Η επιχείρηση δύναται να ζητήσει την αντικατάσταση τους εάν κρίνει ότι δεν πληρούνται τα προσόντα αυτά. Ο Ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη ατυχημάτων στο προσωπικό του ή στο Προσωπικό της Επιχείρησης ή σε οποιονδήποτε τρίτο και για τη λήψη μέτρων προς αποφυγή ζημιών σε εγκαταστάσεις της επιχείρησης ή και τρίτων, καθώς και μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος".

Εξάλλου, κατά τα ήδη αναφερθέντα, στη διάταξη του άρθρου 9 των ειδικών όρων της υπ' αριθμ. …/2006 σύμβασης, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του Δ. Σ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), ρητά προβλέπεται η υποχρέωση του τελευταίου (αναδόχου) να υποβάλει ΣΑΥ (Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας) πριν την έναρξη των εργασιών βάσει του οποίου, για την περίπτωση δε μη εφαρμογής των προβλεπόμενων μέτρων και μη τήρησης των κανόνων ασφαλείας, όπως προβλέπονται από τη νομοθεσία, η δεύτερη εναγομένη συμφωνήθηκε ότι έχει τη δυνατότητα, δια του εκπροσώπου της, να επιβάλλει πρόστιμο ή και να απαιτήσει τη διακοπή των εργασιών, ενώ στο άρθρο 3 επίσης των ειδικών όρων, ορίζεται ότι καθήκοντα Επιβλέπουσας Υπηρεσίας θα ασκεί ο Τομέας Συντήρησης και Προϊσταμένης η Διεύθυνση του Σταθμού.

Στα άρθρα 10 και 11 των ειδικών όρων προβλέπεται η υποχρέωση ενημέρωσης του συντονιστή για θέματα Ασφαλείας και Υγείας του Αναδόχου ως προς τους κανόνες ασφαλείας που ισχύουν και θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση των εργασιών της Σύμβασης από τον Τεχνικό Ασφαλείας του Σταθμού και ότι προ της ενάρξεως οποιασδήποτε εργασίας ο Ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει τον εντεταλμένο μηχανικό του έργου και να εκδίδει ως δικαιούχος τις απαιτούμενες άδειες εκτελέσεως εργασίας, σύμφωνα με τα ισχύοντα από τον εσωτερικό κανονισμό εκδόσεως αδειών εργασίας του Σταθμού.

Ακόμη στο άρθρο 5 των γενικών όρων, περιέχεται αυτούσιο το άρθρο 15 του Κανονισμού της ΔΕΗ (για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω) περί άσκησης της διοίκησης του Έργου, της παρακολούθησης και του ελέγχου αυτού, από την Επιχείρηση μέσω των οργάνων της (Επιβλέπουσα Υπηρεσία, Προϊσταμένη Υπηρεσία) των οποίων οι αρμοδιότητες καθορίζονται στη Σύμβαση, στο δε άρθρο 25 παρ. 1 των γενικών όρων ορίζεται ότι η εκτέλεση του έργου από τον ανάδοχο θα υπόκειται στο συνεχή γενικό έλεγχο και επιθεώρηση της Επιχείρησης ή άλλων προσώπων που έχουν ορισθεί από την Επιχείρηση για το σκοπό αυτό και ότι η Επιχείρηση θα έχει ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα μέρη που εκτελούνται εργασίες σχετικές με το έργο, χωρίς η άσκηση του ελέγχου από την Επιχείρηση να ελαττώνει με την ευθύνη του αναδόχου.

Τέλος στο άρθρο 39 των γενικών όρων προβλέπεται και το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, σε περίπτωση που συστηματικά ο ανάδοχος παραλείπει την τήρηση των κανόνων ασφαλείας των εργαζομένων. Από το σύνολο των προαναφερθέντων άρθρων, τόσο του Κανονισμού της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, αλλά και από της σύμβαση και τους ειδικούς και γενικούς όρους αυτής, που κατήρτισε και υπέγραψε η τελευταία με τον εργολάβο -ανάδοχο, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη, διαφύλαξε για τον εαυτό της τη διοίκηση, παρακολούθηση, επίβλεψη και τον έλεγχο του έργου, του οποίου την εκτέλεση ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο-εργολάβο, όρισε δε για το λόγο αυτό, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ότι καθήκοντα Επιβλέπουσας Υπηρεσίας εκ μέρους της ΔΕΗ ΑΕ θα ασκεί ο Τομέας Συντήρησης, επικεφαλής του οποίου κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ο υπάλληλος της, Δ.

Π. και καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας η Διεύθυνση του Σταθμού του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου και εν προκειμένω ο τότε διευθυντής του, Θ. Π.. Σε συνέχεια δε αυτών αμέσως μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, με το υπ' αριθμ. …/…-11-2006 έγγραφο της δεύτερης εναγομένης ορίσθηκε Εντεταλμένος Μηχανικός, ο υπάλληλος της και εργαζόμενος στον τομέα συντήρησης, Ά.

Σ., έχοντας τις αρμοδιότητες επίβλεψης του έργου εκ μέρους της εργοδότριας του ΔΕΗ ΑΕ, με βοηθό του τον επίσης εργαζόμενο της τελευταίας, Δ. Π.. Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω, ήτοι ότι η δεύτερη εναγομένη επεφύλαξε για τον εαυτό της την επίβλεψη και παρακολούθηση του έργου ενισχύεται και από το μετ' επικλήσεως προσαγόμενο, από τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, άνευ ημερομηνίας έγγραφο του ΑΗΣ Αγ.

Δημητρίου προς τους εργολάβους, το οποίο συνυπογράφεται από τον μηχανικό ασφαλείας του ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου, Α. Μ. και από την Ε. Ζ., τεχνικό ασφαλείας του εργολάβου - αναδόχου. Ειδικότερα στο εν λόγω έγγραφο επισημαίνεται εκτός των άλλων ότι οι υπεύθυνοι συντονιστές ασφαλείας πρέπει, εκτός από την εφαρμογή όλων των κανονισμών που προβλέπονται από τη νομοθεσία, να συνεργάζονται στενά με τους επιβλέποντες μηχανικούς και τεχνικούς ασφαλείας του σταθμού σε μία κοινή προσπάθεια για την εξάλειψη όλων των ατυχημάτων.

Εξ όλων των ανωτέρω πρόδηλο παρίσταται ότι η δεύτερη εναγομένη ρητά επεφύλαξε για τον εαυτό της, την επίβλεψη της τήρησης των μέτρων ασφαλείας από τον ανάδοχο έχοντας τούτο ως αποτέλεσμα, να ευθύνεται η ίδια αντικειμενικά, για την περίπτωση της μη τηρήσεως τους, όπως εν προκειμένω συνέβη......... Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο περιβληθείς, στους γενικούς όρους της συμβάσεως, όρος, περί ευθύνης του αναδόχου για οποιαδήποτε ζημία έναντι τρίτων (βλ.

ιδίως άρθρ. 5 παρ. 6 και άρθρ. 19 παρ. 2 εδ. 3 α' των γενικών όρων), ρυθμίζει τις εσωτερικές και μόνο σχέσεις των συμβαλλομένων, ήτοι του εργολάβου- αναδόχου και της εργοδότριας ΔΕΗ Α.Ε.- κυρίας του έργου, χωρίς να μπορεί δυνάμει αυτών να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί η ευθύνη της τελευταίας, έναντι του τρίτου - εργαζομένου, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, κατά τα εκτενώς διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη στη θέση "III β'" της παρούσας.

Συμπερασματικά και σε ακολουθία των ανωτέρω η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας θεμελιώνεται στο ότι η ίδια, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της δια των νομίμων εκπροσώπων της και αρμοδίων προς τούτο οργάνων της, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, παρέλειψε να προβεί σε ουσιαστική και επιβαλλόμενη εκ των περιστάσεων επίβλεψη του προστηθέντος της αναδόχου - εργολάβου, ώστε να εντοπίσει και να επισημάνει τις από αυτόν παραλείψεις, αλλά και να ασκήσει τα δικαιώματα που διαφύλαξε με βάση τη σύμβαση, ως και αυτά που έχει από το νόμο σε αντίστοιχη περίπτωση μη συμμόρφωσης αυτού, σε σχέση με τη λήψη και τήρηση όλων των πρόσφορων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων, όπως αυτά ειδικά συμφωνήθηκαν με τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση, αλλά και την εφαρμογή των προαναφερόμενων ειδικών διατάξεων διαταγμάτων, νόμων και κανονισμών για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων από τον τελευταίο, στην εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, τμήμα του οποίου αποτέλεσε και η συγκεκριμένη μη προβλεπόμενη αρχικά στη σύμβαση, πρόσθετη εργασία, την οποία αυτός (εργολάβος - ανάδοχος) υττοχρεούτο να εκτελέσει τόσο συμβατικά (άρθρ. 24 των Γενικών Όρων της συμβάσεως), όσο και δυνάμει του Κανονισμού Έργων (άρθρ. 17) και κατά την εκτέλεση δε της πρόσθετης αυτής εργασίας, συνεπεία δε των παραλείψεων αυτών συνέβη το επίδικο εργατικό ατύχημα κατά το οποίο ο εργαζόμενος Μ.

Μ., τραυματίστηκε θανάσιμα. Σε σχέση δε με το εργολάβο - ανάδοχο οι παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις αυτού συνίστανται ανακεφαλαιωτικά στο γεγονός ότι παρά το ότι τούτος υπείχε σχετικές συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις, όπως εξαντλητικά ανωτέρω εκτέθηκε, παρέλειψε να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες :

α) να ενημερώσει τον εργαζόμενο του Μ. ως προς τον κίνδυνο της εργασίας του εντός των χοανών και να καταστήσει σαφές ότι απαγορεύεται η είσοδος εντός αυτών, δια της ανθρωποθυρίδας, προκειμένου να γίνει ο καθαρισμός, β) να χορηγήσει τον απαραίτητο εξοπλισμό (ζώνη ασφαλείας, αναπνευστικό εξοπλισμό, οξύμαχο στολή, γυαλιά ασφαλείας, κράνος, εξοπλισμό διάσωσης), γ) να προβεί σε έκδοση αδείας για εργασία σε κλειστούς χώρους, η οποία απαιτεί αυξημένα μέτρα προφύλαξης, δ) να τοποθετήσει την απαραίτητη σήμανση απαγόρευσης εισόδου εντός της ανθρωποθυρίδας και να επισημάνει τους κινδύνους εισόδου από αυτήν εντός της χοάνης, ε) να επιλέξει τον πλέον ασφαλή για τον εργαζόμενο του τρόπο εργασίας, ήτοι τον καθαρισμό της χοάνης από την κορυφή της με την χρήση σκαλωσιάς και όχι από τη βάση αυτής με την είσοδο στο εσωτερικό της, στ) να φροντίσει για την επίβλεψη του καθ' όλη της διάρκεια εκτέλεσης της εργασίας του, συνεπεία δε της επιδειχθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του επήλθε ο θάνατος του εργαζομένου του Μ.

Μ........Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο θανών, από την αρχή εκτελούσε την ανατεθείσα εργασία καθαρισμού των χοανών εισερχόμενος εντός αυτών, όπως του υποδείχθηκε και για το λόγο αυτό άλλωστε του παραδόθηκε και το κλειδί των ανθρωποθυρίδων των χοανών, ανεπιτήρητος και χωρίς την ενημέρωση του κινδύνου από την κατακρήμνιση της τέφρας από τα τοιχώματα των χοανών που καθάρισε, επομένως ουδόλως συνετέλεσε με τις ενέργειες του στο θανάσιμο τραυματισμό του και απορριπτέα ως εκ τούτου παρίσταται ως ουσιαστικά αβάσιμη, η νομίμως προβληθείσα, εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση της δεύτερης των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του εργαζομένου - θανόντα, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και δη κατά ποσοστό 98% την οποία προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με συνοπτικού περιεχομένου δήλωση, του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με αναλυτική αναφορά στις κατατεθείσες στο ακροατήριο προτάσεις και επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της έφεσης της.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και σε αρμονία με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη στη θέση "III α και β" της παρούσας, συνυπεύθυνοι και υπόχρεοι για το εν λόγω έργο, είναι τόσο ο ανάδοχος - εργολάβος του έργου, προστηθείς από την δεύτερη εναγομένη, όσο και η τελευταία κυρία του έργου, η οποία διαφύλαξε για τον εαυτό της τη διοίκηση, την παρακολούθηση και την επίβλεψη του έργου, ευθυνόμενη ως εκ τούτου αντικειμενικά για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις- παραλείψεις του προστηθέντος της, αναδόχου- εργολάβου του έργου Δ.

Σ.. Επομένως, δεδομένης της αντικειμενικής ευθύνης της δεύτερης εναγομένης-κυρίας του έργου, που είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη του και προστήσασα τον πρώτο εναγόμενο, για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις του οποίου ευθύνεται, ενέχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η ίδια για την χρηματική ικανοποίηση των συγγενών του θανόντος συνεπεία της ψυχικής οδύνης που αυτοί υπέστησαν έκαστος εξ αυτών από το θάνατό του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του, που, έστω και με εν μέρει συνοπτικότερες αιτιολογίες, συμπληρουμένων κατά τούτο, από αυτές του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), κατέληξε στις αυτές ουσιαστικές παραδοχές, κρίνοντας ότι η δεύτερη εναγομένη- κυρία του έργου ευθύνεται αντικειμενικά για τις παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις του προστηθέντος της αναδόχου- εργολάβου του έργου Δ.

Σ. και από κοινού μαζί του, συνεπεία των οποίων επήλθε το επίδικο ατύχημα και περαιτέρω ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου του αναδόχου Μ. Μ., απορρίπτοντας τον περί αντιθέτου ισχυρισμό αυτής, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντα στην πρόκληση του ατυχήματος και στο θανάσιμο τραυματισμό αυτού, την οποία επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της εφέσεως της, ορθά το νόμο ερμήνευσε και ορθά εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις και ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε το προσαχθέν ενώπιον του αποδεικτικό υλικό και κατά συνέπεια απορριπτέοι τυγχάνουν οι αντίστοιχοι προαναφερθέντες πρώτος και τρίτος εκ των λόγων της εφέσεως".

Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ΔΕΗ ΑΕ και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως, και δη είχε κρίνει α) ότι συνυπεύθυνοι και υπόχρεοι για το εν λόγω ατύχημα, είναι τόσο ο ανάδοχος - εργολάβος του έργου, προστηθείς από την δεύτερη εναγομένη, όσο και η τελευταία κυρία του έργου, η οποία διαφύλαξε για τον εαυτό της την διοίκηση, την παρακολούθηση και την επίβλεψη του έργου, ευθυνόμενη ως εκ τούτου αντικειμενικά για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις- παραλείψεις του προστηθέντος της, αναδόχου- εργολάβου του έργου Δ.

Σ. και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα, την ένσταση που είχε προβάλει η δεύτερη εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ περί οικείου πταίσματος του θανόντος Μορφή Μ. (άρθρο 300 ΑΚ) στο ένδικο ατύχημα. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681, 688-691, 698, 914, 922 και 300 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις που αναφέρονται στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο προσηκόντως υπήγαγε στις εν λόγω διατάξεις.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. 4. Το άρθρο 522 ΚΠολΔ, ορίζει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους".

Περαιτέρω, σε απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή αποζημιώσεως από εργατικό ατύχημα, που γίνεται δεκτή κατ` ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά παραδοχή προβληθείσας από τον εναγόμενο ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ μειώνεται αναλόγως κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας το αριθμητικό ποσό ζημίας, ο εναγόμενος δύναται με την έφεσή του να διατυπώσει παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της σωματικής του βλάβης, ζητώντας την παραδοχή της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημιώσεως-χρηματικής ικανοποίησης υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της εφέσεως κατά το μνησθέν κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, θα μειωθεί αναλόγως και το ποσό της αποζημιώσεως-χρηματικής ικανοποίησης υπέρ του ενάγοντος.

Η συμπροσβολή αυτή του κεφαλαίου της αποζημιώσεως είναι αυτονοήτως αναγκαία, παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανση της, για το λόγο, ότι ο εκκαλών, ασκώντας έφεση, επιδιώκει, στην άνω περίπτωση, όχι μόνο την κήρυξη του παθόντος συνυπαιτίου στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά συγχρόνως τη μείωση της υπέρ αυτού επιδικαζομένης αποζημιώσεως-χρηματικής ικανοποιήσεως.

Διαφορετικά, θα προκύπτει το παράδοξο αποτέλεσμα, να αναγνωρίζεται, κατά παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου εφέσεως, συνυπαίτιος για την έκταση της σωματικής του βλάβης ο ενάγων, όμως παρόλα αυτά να μη θίγεται καθόλου το κεφάλαιο της πρωτοδίκως υπέρ αυτού επιδικασθείσας αποζημιώσεως, γιατί θα θεωρείται ότι δεν προσβλήθηκε με την έφεση (ΑΠ 632/2010 ΑΠ 442/2002).

Επίσης κατά το άρθρο 562 § 2 περ. β` ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

5.Εν προκειμένω, από την εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πλήττεται με λόγο έφεσης από την αναιρεσείουσα, ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του θανόντος Μ. Μ. στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του κατά ποσοστό 98%, με τον οποίο(λόγο) ζητούσε την παραδοχή της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, ένσταση που είχε προβάλει παραδεκτώς και στον πρώτο βαθμό.

Στην περίπτωση αυτή συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημιώσεως-χρηματικής ικανοποίησης υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της εφέσεως κατά το μνησθέν κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, θα μειωθεί αναλόγως και το ποσό της αποζημιώσεως-χρηματικής ικανοποίησης, που είχε επιδικαστεί υπέρ εκάστου των εναγόντων.

Η συμπροσβολή αυτή του κεφαλαίου της αποζημιώσεως είναι αυτονοήτως αναγκαία, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 4 μείζονα σκέψη, (παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανση της) για το λόγο, ότι ο εκκαλών, ασκώντας έφεση, επιδιώκει, στην άνω περίπτωση, όχι μόνο την κήρυξη του παθόντος συνυπαιτίου στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά συγχρόνως τη μείωση της υπέρ αυτού επιδικαζομένης αποζημιώσεως-χρηματικής ικανοποιήσεως.

Έτσι εν προκειμένω η υπόθεση μεταβιβάστηκε με την έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - εναγομένου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά και το ύψος της αποζημιώσεως-χρηματικής ικανοποίησης.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρεσείουσα, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης υπέρ των εναγόντων, πρέπει να κριθεί παραδεκτός, διότι εφόσον προσβλήθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση με λόγο έφεσης ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του θανόντος Μ. Μ. στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του κατά ποσοστό 98%, ζητώντας την παραδοχή της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, ένσταση που είχε προβληθεί παραδεκτώς και στον πρώτο βαθμό, έχει συμπροσβληθεί αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημιώσεως-χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάστηκε υπέρ των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ο λόγος αυτός περαιτέρω από ουσιαστική άποψη.

6. Περαιτέρω η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.

Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Τέλος από τις ήδη προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν ο παθών ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. (ΑΠ 910/2015).

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης (και σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος), ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 367/2020, AΠ 76/2016, ΑΠ 221/2016).

7. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο, σχετικά με το επίμαχο θέμα του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ των εναγόντων, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, κατά τον χρόνο του θανάτου του (8-05-2007), ήταν 43 ετών, υγιής, εργατικός καθώς εργαζόταν σε διάφορες κατασκευαστικές-τεχνικές εταιρίες με την ιδιότητα του ηλεκτροσυγκολλητή- βοηθού μονταδόρου και είχε επίσης τα τελευταία χρόνια ξεκινήσει να λειτουργεί κατάστημα-καφενείο στη ..., οι δε σχέσεις του με άπαντες τους ενάγοντες ήταν άριστες και δεν είχαν ποτέ διαταραχτεί για οποιαδήποτε αιτία.

Ειδικότερα ο θανών είχε τελέσει γάμο με την Γ. Τ. - ηλικίας κατά το χρόνο του επιδίκου συμβάντος 35 ετών- από τον οποίο (γάμο) απέκτησε τρία τέκνα, την ανήλικη Ρ. (γεννηθείσα την 20-4-2001) και τις ενήλικες Ε. και Κ.- γεννηθείσες την 2-10-1994 και 20-5-1997 αντίστοιχα.....διατηρούσε άριστες σχέσεις με τη μητέρα της συζύγου του Κ.

Γ.- γεννηθείσα το έτος 1964. Η τέταρτη των εναγόντων, μητέρα του (ηλικίας κατά το χρόνο του επιδίκου συμβάντος 75 ετών περίπου, ενώ ο πέμπτος και η έκτη αδέρφια αυτού, ηλικίας κατά τον επίδικο χρόνο 52 και 50 ετών αντίστοιχα, συνδέονταν μαζί του με ισχυρούς δεσμούς αγάπης, ενόψει μάλιστα του ότι διέμεναν στην ίδια πόλη έχοντας καθημερινή επαφή και σχέση.

Ενόψει τούτων και του κατά την κοινή πείρα και λογική έντονου ψυχικού άλγους των εναγόντων από τον απρόσμενο και τραγικό θάνατο του προσφιλούς τους προσώπου, υπέστησαν αυτοί ψυχική οδύνη και δικαιούνται ως εκ τούτου, όλοι οι ανωτέρω (συμπεριλαμβανομένης και της πεθεράς αυτού ενόψει της αγαστής σχέσης που και της επαφής που διατηρούσε η τελευταία με το γαμπρό της, παρά το γεγονός ότι κατοικεί στη …, έχοντας ωστόσο, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, συχνότατη επαφή με τη θυγατέρα της και το γαμπρό της) να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ανάλογη με το μέγεθος του ψυχικού τους δεσμού. ............Περαιτέρω λαμβανομένων υπόψη του βαθμού της αμέλειας του προστηθέντος της εναγομένης (αποκλειστική υπαιτιότητα) και επομένως και της ιδίας, της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των εναγόντων και της περιουσιακής κατάστασης της εν προκειμένω δεύτερης εναγομένης, την απορρέουσα από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος ........

το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες ανέρχεται στα ακολούθα για έκαστο εξ αυτών ποσά : 1) για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 80.000 ευρώ στην ίδια ατομικά και στην ίδια, για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Ρ.ς, ως ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα αυτής, στο ποσό των 70.000 ευρώ, 2) για εκάστη από τις δεύτερη και τρίτη των εναγόντων στο ποσό των 70.000 ευρώ, 3) για την τέταρτη ενάγουσα στο ποσό των 60.000 ευρώ, 4) για έκαστο εκ των πέμπτου και έκτης των εναγόντων στο ποσό των 30.000 ευρώ και 5) για την έβδομη των εναγόντων στο ποσό των 5.000 ευρώ, καθώς και στο συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ, ως ψυχική οδύνη, η οποία αξίωση, γεννήθηκε στο πρόσωπο του Π.

Μ.. και κληρονομήθηκε .....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, καθότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 6 μείζονα σκέψη, τα εν λόγω ποσά, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων ποσών σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως ο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

8. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι διατάξεις των άρθρων 340, 345 και 346 ΑΚ. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α' και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους, χωρίς την υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και, ως όχληση, να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως, που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει ((Ολ ΑΠ 23-24/2004, ΟΛ ΑΠ 13/1994,ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 992/2015, ΑΠ 106/2014, ΑΠ 1126/2010, ΑΠ 1520/2010).

Ακόμη, το αποτέλεσμα της όχλησης που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη δεν ανατρέπεται, αν η αγωγή αυτή απορρίφθηκε για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής, όπως είναι και η αοριστία (AΠ 106/2014).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" [που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης (ΚΠολΔ 520 § 2) και αντέφεσης (ΚΠολΔ 523)] δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΑΠ 579/2018, 207/2017, 132/2004).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 § 2 περ. β` ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

9. Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πλήττεται συνολικά κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, και ως προς το κεφάλαιο των τόκων που επιδικάστηκαν, καθόσον, ειδικότερα, με τους σχετικούς λόγους, έστω και αν αναφέρονται στην απαίτηση, προσβάλλεται και η επιδίκαση επ` αυτής τόκων, καθόσον ζητείται η απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων στο σύνολό της.

Έτσι η υπόθεση μεταβιβάστηκε με την έφεση της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας - εναγομένης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά και τους τόκους. Το τελευταίο ωστόσο, επικύρωσε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχαν επιδικασθεί τόκοι επιδικίας (άρθρου 346 ΑΚ) του επιδικασθέντος σε καθένα ενάγοντα ποσού, από την επόμενη της επίδοσης της προγενέστερα ασκηθείσας εκ μέρους των εναγόντων από 8-12-2009(με αριθμό κατάθ. 440/2009) αγωγής τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, δηλαδή από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία αναφέρεται στην με αριθμό 1 σκέψη, που απορρίφθηκε τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς και επανασκήθηκε εντός εξαμήνου με την υπό κρίση όμοια ένδικη αγωγή τους, ενώ σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 8 μείζονα σκέψη, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της προηγούμενης άνω αγωγής( η οποία αφού απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, θεωρείται ως όχληση) μέχρι την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, ο οφειλόμενος τόκος είναι αυτός της υπερημερίας(345 ΑΚ) και όχι της επιδικίας(346 ΑΚ).

Επομένως, συντρεχούσης της περιπτώσεως του άρθρου 562 § 2 περ. β` ΚΠολΔ, γιατί πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η Εφετειακή απόφαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των άνω άρθρων 340 και 345 ΑΚ να κριθεί παραδεκτός, αν και στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και περαιτέρω να γίνει δεκτός και ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, να εξαφανισθεί μόνο κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο, μετά την απόρριψη της έφεσης της εκκαλούσας( ήδη αναιρεσείουσας), επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχαν επιδικασθεί τόκοι επιδικίας επί του συνολικώς αμετακλήτως με την προσβαλλομένη απόφαση οφειλομένου ποσού για κάθε ενάγοντα και ως προς το χρονικό διάστημα από την επίδοση της προγενέστερης από 8-12-2009(με αριθμό κατάθ. 440/2009) αγωγής των εναγόντων, μέχρι την επίδοση της ένδικης από 11-1-2016(με αριθμό κατάθ. 19/9-2-2016) νέας ομοίου περιεχομένου ένδικης αγωγής τους.

10. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1620/2014).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση. Κατ` ακολουθίαν, μετά την αναίρεση εν μέρει της προσβαλλόμενης απόφασης και εξαφάνισή της, μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της(μόνο δηλαδή ως προς την διάταξή της περί τόκων του κάτωθι αναφερομένου χρονικού διαστήματος), πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από 11-1-2016 αγωγή κατά το μέρος αυτό και κατά μερική παραδοχή της, να υποχρεωθεί η εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ να καταβάλει στους ενάγοντες, τόκους υπερημερίας (και όχι επιδικίας) επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση εις έκαστον τούτων ποσού, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της προγενέστερης από 8-12-2009(με αριθμό κατάθ. 440/2009) αγωγής τους, μέχρι την επίδοση της ένδικης από 11-1-2016(με αριθμό κατάθ. 19/9-2-2016) ομοίας αγωγής τους.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία, στην πληρωμή για την αναιρετική δίκη των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του ότι το μέρος για το οποίο έγινε η αναίρεση δεκτή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή στην αύξηση των εξόδων (άρθ. 176, 178 παρ.2 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 50/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και την εξαφανίζει κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 11-1-2016(αριθ. καταθ. 19/9-2-2016) αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ'' (ΔΕΗ ΑΕ) κατά το ίδιο μέρος.

Δέχεται αυτή εν μέρει. Υποχρεώνει την άνω εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ, να καταβάλει στους ενάγοντες τόκους υπερημερίας, επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος ποσού δι'έκαστον τούτων, για το χρονικό διάστημα από την από την επίδοση της προγενέστερης από 8-12-2009(με αριθμό κατάθ. 440/2009) αγωγής τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, μέχρι την επίδοση της ένδικης από 11-1-2016(με αριθμό κατάθ. 19/9-2-2016) αγωγής τους ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων για την ανοιγείσα αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμεβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ