160/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 579/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated160/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Σ)/Τομέας Ασφάλισης Συμβολαιογράφων", ως καθολικού διαδόχου, δυνάμει του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 ν.3655/2008, του δευτέρου εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Τ.Α.Σ.) (ως και επί των από 10-4-2010 και 30-3-2010 εφέσεων, αντιστοίχως, των μη όντων εν προκειμένω διαδίκων εναγομένων ν.π.δ.δ.
Full text
Απόφαση 160 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 160/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΥΜΒΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Σ.) περαιτέρω καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (ΤΑΣ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Σπυρίδωνος και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 579/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.)/ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Σ", ως καθολικού διαδόχου, δυνάμει του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 ν.3655/2008, του δευτέρου εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Τ.Α.Σ.)", προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 88/2016 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 12-4-2010 εφέσεως του ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Σ)/Τομέας Ασφάλισης Συμβολαιογράφων", ως καθολικού διαδόχου, δυνάμει του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 ν.3655/2008, του δευτέρου εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Τ.Α.Σ.) (ως και επί των από 10-4-2010 και 30-3-2010 εφέσεων, αντιστοίχως, των μη όντων εν προκειμένω διαδίκων εναγομένων ν.π.δ.δ.
υπό τις επωνυμίες α) "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑ-ΤΑΝ)" και β) "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ"), με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 579/2010 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την από 15-12-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της κατ' αυτού (εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) αγωγής απαιτήσεως αχρεωστήτου της τελευταίας.
Η υπό κρίση αίτηση, ως ασκηθείσα από μόνο το ως άνω εναγόμενο, απλό, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ομόδικο των λοιπών, μη ασκησάντων αναίρεση, εκκαλούντων - εναγομένων και απευθυνομένη κατά της, πρωτοδίκως και κατ' έφεσιν, αντιδίκου του εναγούσης, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4, 560 αρ. 3 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 293/1981).
Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ, οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις, που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 138/1966).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 1 εδ. α, β, και δ του ν.2830/2000 "Κώδικας Συμβολαιογράφων" ορίζεται, ότι: "Ο συμβολαιογράφος για κάθε πράξη που καταρτίζει και για κάθε παροχή υπηρεσίας που προσφέρει, αν σχετίζεται με την αρμοδιότητά του ή επιβάλλεται από το νόμο, όπως και για την έκδοση αντιγράφων και περιλήψεων, δικαιούται πάγια αμοιβή (εδ.
α). Επιπλέον της αμοιβής αυτής και προκειμένου για πράξεις που το αντικείμενό τους είναι αποτιμητό σε χρήμα, δικαιούται να λάβει και αναλογική αμοιβή, που υπολογίζεται με βάση τη συνολική δηλούμενη αξία στο συμβόλαιο ή τη μεγαλύτερη αξία που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή προσωρινά ή οριστικά (εδ. β).
Οι αμοιβές αυτές καθορίζονται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας. (εδ. δ)". Εξ άλλου, με το ισχύον από 15-5-2005 άρθρο 1 της εν προκειμένω εχούσης εφαρμογή υπ' αριθμ. 40330/2005 Κοινής Αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'599/5-5-2005), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου 40 του ν.2830/2000, ορίζεται ότι: "α) Ο συμβολαιογράφος για κάθε πράξη που καταρτίζει εισπράττει ως πάγια αμοιβή δώδεκα ευρώ (12,00).
β) Επιπλέον της αμοιβής αυτής και προκειμένου για πράξεις που το αντικείμενο τους είναι αποτιμητό σε χρήμα, εισπράττει και αναλογική αμοιβή ένα και είκοσι τοις εκατό (1,20%), που υπολογίζεται με βάση τη συνολική αξία που δηλώνεται στο συμβόλαιο ή τη μεγαλύτερη αξία που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή, προσωρινά ή οριστικά.".
Με το δε άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. α' και ε' της αυτής ως άνω Υ.Α ορίζεται ότι "α) Για κάθε ενέργεια πλειστηριασμού η αναλογική αμοιβή, που καταβάλλεται από τον τελευταίο υπερθεματιστή, δεν μπορεί να είναι μικρότερη των έντεκα ευρώ (11,00), ούτε μεγαλύτερη των εβδομήντα επτά ευρώ (77,00)." και "ε) Για τη σύνταξη πράξεων, που αφορούν εξόφληση απαίτησης ή διόρθωση, τροποποίηση ή επανάληψη συμβολαίου, οφείλεται αναλογική αμοιβή, αν για την απαίτηση που εξοφλείται ή για το συμβόλαιο που διορθώνεται, τροποποιείται ή επαναλαμβάνεται δεν έχουν εισπραχθεί αναλογικά δικαιώματα συμβολαιογράφου, άλλως οφείλονται πάγια δικαιώματα".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1005 ΚΠολΔ, 1033 και 1192 ΑΚ προκύπτει, ότι επί εκποιήσεως ακινήτου με αναγκαστικό πλειστηριασμό η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως αποτελεί το νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου, εφόσον συντρέξει και μεταγραφή, μετατίθεται η κυριότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή, επέχει δε αυτή θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφού αφορά πώληση ενεργούμενη με τη συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση της κυριότητας.
Για το λόγο αυτό τα δικαιώματα του συμβολαιογράφου, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, για τη σύνταξή της ανωτέρω εκθέσεως, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.2830/2000 και της ΚΥΑ 40330/2005, υπολογίζονται αναλογικώς επί του πλειστηριάσματος. Μάλιστα εφ' όσον καταβλήθηκαν αναλογικά δικαιώματα για την διενέργεια του πλειστηριασμού (έκθεση του πλειστηριασμού) και την έκδοση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, κάθε συμβολαιογραφική πράξη που ανάγεται σε εξόφληση του πλειστηριάσματος υπόκειται σε πάγια και όχι αναλογικά δικαιώματα του συμβολαιογράφου.
Αλλά και στην περίπτωση που συνταχθεί πράξη εξοφλήσεως του πίνακα κατατάξεως των αναγγελθέντων δανειστών από το συμβολαιογράφο, ως υπάλληλο του πλειστηριασμού, αυτή παρέχει στον συμβολαιογράφο, ως αυτοτελές συμβολαιογραφικό έγγραφο, δικαίωμα αμοιβής, η οποία υπολογίζεται παγίως, με βάση το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ.
ε' εδ. τελευταίο της ως άνω Κ.Υ.Α. και όχι αναλογικώς όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 1/1998, ΑΠ 341/2013, ΑΠ 822/2004). Η ερμηνευτική αυτή άποψη στηρίζεται στην ευρεία διατύπωση του εν λόγω στοιχείου ε' εδ. τελευταίο της προαναφερόμενης παραγράφου του άρθρου 3 της ως άνω ΚΥΑ (οι πράξεις που ανάγονται σε εξόφληση) με την οποία εκφράσθηκε η σαφής βούληση του νομοθέτη να υπαγάγει σε πάγια και όχι αναλογικά τέλη την πράξη εξοφλήσεως των αναγγελθέντων και μνημονευόμενων στον πίνακα κατατάξεως δανειστών, εφ' όσον προηγουμένως έχουν καταβληθεί αναλογικά δικαιώματα κατά την πράξη εξοφλήσεως του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή.
Τυπικά, οι ανωτέρω πράξεις εξοφλήσεως μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, αφού η μία αφορά εξόφληση του πλειστηριάσματος και η άλλη αφορά εξόφληση των αναγγελθέντων δανειστών, όμως και οι δύο εντάσσονται και εξυπηρετούν το σκοπό του αναγκαστικού πλειστηριασμού. Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε ουσιαστικά στην είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων από το συμβολαιογράφο δύο φορές για το ίδιο ποσό (σχετ.
ΑΠ 341/2013, ΑΠ 36/2001). Έτι περαιτέρω, ορίζονται, με το μεν άρθρο 6 εδ. δ' και ε' του ισχύοντος κατά τον επίδικο χρόνο Οργανισμού του Ταμείου Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων (ΥΑ 136/167/1988, ΦΕΚ Β' 131 1988) ότι: "Πόροι του κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου είναι: α) .......δ) Οι πόροι που προβλέπονται για τον κλάδο προνοίας και από το Νόμο 670/77, όπως ισχύει κάθε φορά, καθώς και από οποιαδήποτε άλλη διάταξη.
Όπου εισπράττονται συμβολαιογραφικά δικαιώματα αναλογικά και πάγια θα καταβάλλεται υπέρ του Ταμείου αντίστοιχη αναλογική και πάγια εισφορά. ε) Οι παραπάνω αναλογικές και πάγιες εισφορές βαρύνουν τους Συμβολαιογράφους και τους ασκούντας συμβολαιογραφικά καθήκοντα.", με το δε άρθρο 4 του Κανονισμού του Κλάδου Υγείας του ΤΑΣ (ΒΔ 24-9/13-10/1958 (ΒΔ ΦΕΚ Α' 165/1958)) ότι: "Πόροι: "Ι.
Πόροι του Κλάδου Υγείας, οι οποίοι ουδέποτε βαρύνουν τους τρίτους, καθορίζονται οι εξής: Α. Εισφορά συμβολαιογράφων και εκείνων που ασκούν καθήκοντα συμβολαιογράφων: α) Ποσοστό 1% από τα αναλογικά δικαιώματα που εισπράττει ο συμβολαιογράφος, για κάθε συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.".
Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων προς τα, αμέσως αυτών, προαναφερόμενα, προκύπτει, ότι οι κατά τις διατάξεις αυτές εισφορές προνοίας και υγείας βαρύνουν τους συμβολαιογράφους, όταν αυτοί εισπράττουν αναλογικά και πάγια δικαιώματα επί των πράξεων, που ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ότι στην περίπτωση που συνταχθεί πράξη εξοφλήσεως του πίνακα κατατάξεως των αναγγελθέντων δανειστών από το συμβολαιογράφο, ως υπάλληλο του πλειστηριασμού, αυτή παρέχει στον συμβολαιογράφο, ως αυτοτελές συμβολαιογραφικό έγγραφο, δικαίωμα αμοιβής, η οποία υπολογίζεται παγίως και όχι αναλογικώς και ότι επί της παγίας αυτής αμοιβής υπολογίζονται οι, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, αποδοτέες, κατά τον επίδικο χρόνο, ως άνω εισφορές υγείας και προνοίας στον ασφαλιστικό φορέα του ν.π.δ.δ. "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Τ.Α.Σ.), καθολικός διάδοχος του οποίου ήδη είναι το ν.π.δ.δ. "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)", το οποίο, επομένως, νομιμοποιείται παθητικώς, στην περίπτωση αυτή, της εισπράξεως δηλαδή από τον συμβολαιογράφο αναλογικών δικαιωμάτων επί πράξεως εξοφλήσεως αναγγελθέντων σε πλειστηριασμό δανειστών, ως εναγόμενος επί της κατ' αυτού, και ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ασκουμένης, αγωγής του αναγγελθέντος στον πλειστηριασμό και καταβαλόντος δανειστή, με την οποία ο τελευταίος αξιώνει την απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, αφού, υπό τα εκτεθέντα, η εκ τούτων δημιουργουμένη διαφορά, είναι ιδιωτικού δικαίου και ανήκει στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι διοικητική διαφορά ουσίας, κατά την έννοια των άρθρων 1 και 9 του ν. 1409/1983, εκδικαζόμενη από τα διοικητικά Δικαστήρια (πρβλ ΟλΑΠ 15/1989, όπου εμμέσως ο ΑΠ επί συναφούς υποθέσεως δέχθηκε την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σχετ.
ΑΠ 148/2001, ΣτΕ 325/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 15-12-2008 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απηύθυνε κατά των ν.π.δ.δ. με τις επωνυμίες α) "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑ-ΤΑΝ)", β) "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Τ.Α.Σ.) και γ) "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
S.A.", ισχυρίσθηκε, ότι ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σ., ως υπάλληλο επί του πλειστηριασμού, εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικώς ακίνητο οφειλέτη της (ενάγουσας), στην διαδικασία του οποίου αναγγέλθηκε για απαίτησή της, που είχε κατ' αυτού και κατετάγη στον σχετικό πίνακα κατατάξεως που συνέταξε η συμβολαιογράφος αυτή, τυχαίως, ως προσημειούχος δανείστρια για το ποσό των 484.225,97 ευρώ.
Ότι για το ποσό αυτό συνετάγη η υπ' αριθμ. .../8-2-2007 πράξη εξοφλήσεως της ως άνω συμβολαιογράφου, για την σύνταξη και υπογραφή της οποίας κατέβαλε αχρεωστήτως στην τελευταία, κατά παραδοχή σχετικής αξιώσεώς της, πέραν του ποσού που αντιστοιχούσε στην αμοιβή της επί των παγίων δικαιωμάτων της, επί πλέον και τα ποσά των 786,07 και 800,63 ευρώ, ως εισφορές, αντιστοίχως, των κλάδων Προνοίας και Υγείας του εναγομένου "ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Τ.Α.Σ.)", και έτσι το τελευταίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερο σε βάρος της περιουσίας της.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει, για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 1.586,70 ευρώ νομιμοτόκως από της υπερημερίας της. Επί της αγωγής αυτής το Ειρηνοδικείο Αθηνών εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθμ. 579/2010 οριστική απόφασή του, με την οποίαν, με την οποία, όπως από το επισκοπούμενο, για την έρευνα του εν προκειμένω ερευνωμένου δευτέρου λόγου της αναιρέσεως, περιεχόμενό της προκύπτει, την δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υπεχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα τα ανωτέρω ποσά.
Κατ' αυτής της αποφάσεως το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. /Τομέας ασφάλισης Συμβολαιογράφων", ως καθολικός διάδοχος, δυνάμει του άρθρου 38 παρ.1 και 2 του ν.3655/2008, του ανωτέρω εναγομένου (ν.π.δ.δ. "ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Τ.Α.Σ.)"), άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 12-4-2010 έφεσή του, με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της (εκκαλουμένης αποφάσεως) προβάλλοντας με τον μόνο λόγο εφέσεως ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 3 του Συντάγματος και 7 παρ. 1 του ν. 1406/183, απέρριψε την ένστασή του ότι υπό το ανωτέρω περιεχόμενό της η, με την αγωγή αυτή εισαχθείσα ενώπιόν του προς κρίση, υπόθεση υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών διαφορών ως ούσα διοικητική διαφορά ουσίας, αφού αφορά καταβλητέες εισφορές από ασφαλισμένους.
Επί της εφέσεως αυτής, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 88/2016 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποίαν, όπως επίσης από το επισκοπούμενο περιεχόμενό της προκύπτει, απέρριψε τον λόγο αυτό εφέσεως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεχθέν, όπως και το πρωτοδίκως δικάσαν Ειρηνοδικείο Αθηνών, ότι η διαφορά αυτή δεν είναι διοικητική διαφορά ουσίας, καθιδρύουσα δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αλλά ιδιωτικής φύσεως διαφορά για την επίλυση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια και επομένως νομίμως επελήφθη αυτής πρωτοδίκως το Ειρηνοδικείο.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία ""ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.)/Τομέας ασφάλισης Συμβολαιογράφων", στην θέση του οποίου υπεισήλθε ως οιονεί καθολικός διάδοχός του, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 51 παρ.1 και 53 παρ.1 περ. Γ', υποπερ. γγ' του ν.4387/2016 (ΦΕΚ Α' 85/12-5-2016), το ήδη παριστάμενο ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.", υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, μέμφεται το, ως Εφετείο δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι απορρίψαν με την προσβαλλομένη απόφασή του τον ως άνω λόγο εφέσεώς του και δεχθέν ότι το πρωτοδίκως δικάσαν Ειρηνοδικείο είχε δικαιοδοσία να δικάσει και να αποφανθεί επί της υπό το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγής της αναιρεσίβλητης, υπερέβη την δικαιοδοσία του ως πολιτικό δικαστήριο, αφού, αληθώς, με αυτήν εισήγετο ενώπιόν του διοικητική διαφορά ουσίας, με αντικείμενο ασφαλιστικές εισφορές, η οποία κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.702/1977 υπάγεται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις η, υπό το εκτεθέν περιεχόμενό της, διαφορά αυτή δεν υφίσταται μεταξύ ασφαλιστικού οργανισμού και ασφαλισμένου αυτού, αλλά μεταξύ ασφαλιστικού οργανισμού και τρίτου, που δεν συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με ασφαλιστική σχέση και συνεπώς η συνδέουσα αυτούς σχέση είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου, καθιδρύουσα δικαιοδοσία των ανωτέρω πρωτοδίκως και κατ' έφεσιν δικασάντων πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 552 ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσία και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έπαυσε να υπάρχει (ΑΠ 1725/2005).
Στην περίπτωση δε που η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και, κατά συνέπεια, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία έτσι ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβαθμίου αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1(α) ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από το άρθρο 560 αρ. 1(α) ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (αντιστοίχου εννοίας με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 2100, 2101, 1853, 1850/2007, ΑΠ 589/2005).
Πρέπει, ακόμη, να καθορίζεται, πλην των άλλων, σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στην διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακολούθως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 παρ 1(α) του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και επικουρικώς από το άρθρο 560 αρ. 6 του αυτού Κώδικος, μέμφεται το, ως Εφετείο δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παρεβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 του ν.2830/2000 και της ΚΥΑ 40.330/2000 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ως ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω επίδικο χρόνο και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, δεχόμενο ότι η εξόφληση του τιμήματος αγοραπωλησίας εκποιημένου ακινήτου και η εξόφληση της απαιτήσεως της δανείστριας αναιρεσιβλήτου, αποτελούν μια και μόνον απαίτηση, για την οποία πρέπει να εισπραχθούν μια και μόνον φορά αναλογικά δικαιώματα από την συμβολαιογράφο αν και τα χρηματικά ποσά επί των οποίων υπολογίσθηκαν τα αναλογικά δικαιώματα, είναι στην μεν πρώτη περίπτωση το ποσό των 3.500.015 ευρώ, που κατεβλήθη ως τίμημα από τον υπερθεματιστή, στην δε δεύτερη περίπτωση το ποσό των 484.225,97 ευρώ, που ανέρχεται η εξοφληθείσα απαίτηση της αναιρεσιβλήτου.
Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, κύριος και επικουρικός, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, διότι το αναιρεσείον δεν παραθέτει, έστω και συνοπτικά στο αναιρετήριο, όπως είχε υποχρέωση κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις πραγματικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο αλλά ούτε και εκείνα που έγιναν δεκτά από την κατ' ουσίαν κρίνασα πρωτοδίκως την υπόθεση, απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη από το αναιρεσείον ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία (πρωτόδικη απόφαση), με την τυπική αποδοχή και εν συνεχεία κατ' ουσίαν απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως του αναιρεσείοντος, ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ώστε, με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, να κριθεί εάν συνετελέσθη ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως και τις ελλείψεις ή τις αντιφάσεις των αιτιολογιών της, συνεπεία των οποίων αυτή στερείται νομίμου βάσεως.- Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 1(α) ΚΠολΔ, μέμφεται το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, παρεβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, δεχόμενο ότι υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία της εναγούσης και ήδη αναιρεσιβλήτου, στην περιουσία του αναιρεσείοντος Ταμείου, χωρίς, όπως, αντιθέτως, ισχυριζόταν το ίδιο (αναιρεσείον), την παρεμβολή της συμβολαιογράφου, η οποία εισέπραξε τα επίδικα αναλογικά τέλη για λογαριασμό της ιδίας και προς εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της εκ του νόμου να τα αποδώσει στο αναιρεσείον Ταμείο.
Και ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος και απορριπτέος, διότι το αναιρεσείον δεν διαλαμβάνει, έστω και συνοπτικώς, στο αναιρετήριο, όπως, κατά τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις, είχε υποχρέωση για το ορισμένο του, τις πραγματικές παραδοχές, της αναιρεσιβαλλομένης ως προς το κεφάλαιο της αυτό, αλλά ούτε και τις παραδοχές της πρωτοδίκως κρινάσης και εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ώστε να καταστεί εφικτός ως αναιρετικός έλεγχος, ως προς την προβαλλόμενη αυτή πλημμέλεια.
Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τα άρθρα 22 του Ν. 3693/1957 και 63 παρ. 3 στοιχ. Θ του ν.4387/2016, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 21-7-2016 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.)/ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Σ" και τούτου ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Τ.Α.Σ.)", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 88/2016 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ