Legislator Case Law & Legislation
160/2019 AI generated

160/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 160/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Όπως προκύπτει απ' την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), απορρίφθηκε μ' αυτή ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, διότι το Εφετείο που την εξέδωσε, επικυρώνοντας την όμοια παραδοχή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκρινε, κατά την ανέλεγκτη, καθόσον αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι δεν συντρέχει η νόμιμη για τούτο προϋπόθεση της νομής του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα και τους δικαιοπαρόχους του και, συγκεκριμένα, ότι "δεν αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών (αναιρεσείων) και οι δικαιοπάροχοί (του) (που κατονομάζονται σε άλλο σημείο της) ασκούσας(ν) στην επίδικη έκταση διανοία κυρίου τις πράξεις νομεί(ή)ς που προσιδιάζουν στη φύση και το(ν) προορισμό του ακινήτου".

Legislator headnote

AI generated

160/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τους δυο δε αυτούς τρόπους, με τις σχετικές επάλληλες αιτιολογίες, καθεμιά των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό της έφεσης διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασής του, αναφέρει το Εφετείο στην εν λόγω απόφασή του. Ειδικότερα, ως προς το τμήμα των 400 τετ. μέτρων, δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητά του με το …90/1960 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 160 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 160/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολυχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ρουμελιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2008 αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας του Ν. Γ. Π., στη θέση του οποίου υπεισήλθε, λόγω θανάτου του, ο αναιρεσίβλητος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2015 του παραπάνω Δικαστηρίου και 27/2017 του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-3-2018 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 27/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος, αρνητική αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του Ν. Π., στη θέση του οποίου, λόγω θανάτου του μετά την άσκηση της αγωγής, υπεισήλθε, ως κληρονόμος του, ο αναιρεσίβλητος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Όπως προκύπτει απ' την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), απορρίφθηκε μ' αυτή ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, διότι το Εφετείο που την εξέδωσε, επικυρώνοντας την όμοια παραδοχή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκρινε, κατά την ανέλεγκτη, καθόσον αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι δεν συντρέχει η νόμιμη για τούτο προϋπόθεση της νομής του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα και τους δικαιοπαρόχους του και, συγκεκριμένα, ότι "δεν αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών (αναιρεσείων) και οι δικαιοπάροχοί (του) (που κατονομάζονται σε άλλο σημείο της) ασκούσας(ν) στην επίδικη έκταση διανοία κυρίου τις πράξεις νομεί(ή)ς που προσιδιάζουν στη φύση και το(ν) προορισμό του ακινήτου".

Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "απολύτως παραβιάζουσα τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ δεν δέχεται την απόκτηση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί του επιδίκου αφού σε συνδυασμό με την προσμέτρηση του χρόνου των δικαιοπαρόχων μου έχω συμπληρώσει έως της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής 20ετή νομή...αφετέρου σιωπηρά απορρίπτει την σαφέστατη απόκτηση κυριότητας με την τακτική χρησικτησία από εμένα, παραβιάσασα τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1041 ΑΚ...αφού σε κάθε περίπτωση έχω νόμιμο τίτλο ως άνω από το 1990...και σαφώς ασκώ κατά τον χρόνο αυτό ανεπίληπτη και καλόπιστη νομή έχουσα συμπληρωθεί με νόμιμο τίτλο 10ετία", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ)του γεγονότος, ότι ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του δεν άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο, αφού με το λόγο αυτό ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, αντίθετα με τις παραδοχές του Εφετείου, ότι "έχει συμπληρώσει έως της ασκήσεως της αγωγής 20ετή νομή", ως προς την έκτακτη χρησικτησία και, ως προς την τακτική χρησικτησία, ότι "σαφώς ασκεί κατά τον χρόνο αυτό ανεπίληπτη νομή έχουσα συμπληρωθεί με νόμιμο τίτλο 10ετία".

2. Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τον λόγο αναίρεσης πλήττεται μία μόνον απ' αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1005/2014, 823/2012).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει απ' αυτή, το Εφετείο, επικυρώνοντας την όμοια παραδοχή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκρινε, ότι ο ενάγων έγινε κύριος με τον αναφερόμενο, για το καθένα, παράγωγο τρόπο και των δυο τμημάτων του επιδίκου, εμβαδού 400 περίπου τμ του ενός και 700 περίπου του άλλου, επιπλέον δε του δευτέρου τμήματος των 700 τμ, που, όπως έκρινε, αποτελεί ακαλλιέργητη έκταση και, συγκεκριμένα, βοσκότοπο και με έκτακτη χρησικτησία, με τη βόσκησή του με το ποίμνιό του, βάσει εθιμικού κανόνα για το δικαίωμα της χορτονομής, που ισχύει στη νήσο … όπου το επίδικο, σύμφωνα με τον οποίο κανόνα στις ακαλλιέργητες ή χέρσες ή θαμνώδεις εκτάσεις, που δεν ανήκουν σε τρίτους, το πιο πάνω δικαίωμα παρέχει πλήρη και απεριόριστη κυριότητα σ' όποιον έχει και ασκεί την χορτονομή σ' αυτές.

Τους δυο δε αυτούς τρόπους, με τις σχετικές επάλληλες αιτιολογίες, καθεμιά των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό της έφεσης διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασής του, αναφέρει το Εφετείο στην εν λόγω απόφασή του. Ειδικότερα, ως προς το τμήμα των 400 τετ. μέτρων, δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητά του με το …90/1960 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ο.

ή Κ. Μ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο …2 και με αριθ. μεταγ. …14 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σκύρου και με το οποίο ο μέχρι τότε αληθινός κύριός του με τους αναφερόμενους τρόπους Δ. Α. του το μεταβίβασε, ως επί μέρους τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου του, με αιτία την πώληση, ενώ ως προς το τμήμα των 700 τετ.

μέτρων, δέχτηκε, αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο, ότι τούτο περιήλθε στον ενάγοντα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του θανόντος το έτος 1946 πατέρα του Γ. Π., αληθινού κυρίου του κατά το χρόνο του θανάτου του, την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκε με την …37/1970 δήλωσή του στον ίδιο παραπάνω συμβολαιογράφο, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …5 και με αριθ.

μεταγ. …6 των βιβλίων μεταγραφών που προαναφέρθηκαν.

Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης με την παραπάνω κρίση του των μη αναφερομένων προστατευτικών της κυριότητας διατάξεων του Συντάγματος και των νόμων, διότι, κατά το λόγο αυτό, το παραπάνω έθιμο, ενόψει του ότι η χορτονομή συνιστά "περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα δουλείας βοσκής...σαφώς προσκρούει στο Σύνταγμα και στους Νόμους η απόκτηση πλήρους κυριότητας με περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα σε βάρος ιδιωτών...Διότι με την οποιαδήποτε εθιμική ερμηνεία δεν μπορεί να καταστρατηγούνται οι διατάξεις του εμπραγμάτου Δικαίου περί των τρόπων απόκτησης κυριότητας (παράγωγος τρόπος, τακτική ή έκτακτη χρησικτησία κλπ)".

Ο λόγος αυτός, ως προς το τμήμα του επιδίκου των 400 τμ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του παραπάνω τμήματος βάσει του ανωτέρω εθίμου, ενώ τούτο δεν συμβαίνει, καθόσον, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, ο ενάγων κατέστη κύριος του ανωτέρω τμήματος με τον παράγωγο μόνο τρόπο που προαναφέρθηκε (πώληση).

Εξάλλου, ως προς το τμήμα του επιδίκου των 700 τμ, ο παραπάνω λόγος, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αλυσιτελής, διότι πλήττει μόνο την αιτιολογία που αναφέρεται στον παραπάνω πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα, ήτοι βάσει του εθίμου, όχι, όμως και την επάλληλη αιτιολογία που αφορά την κτήση της κυριότητας απ' αυτόν βάσει του ανωτέρω παραγώγου τρόπου (κληρονομική διαδοχή), καίτοι, κατά τα προεκτεθέντα, η αιτιολογία αυτή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνεπώς, για το λόγο τούτο, έπρεπε να προσβληθεί και αυτή και, μάλιστα, επιτυχώς, κάτι που δεν συμβαίνει, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω ως προς τους λοιπούς λόγους αναίρεσης.

3. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005).

Ο ίδιος λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο. Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 1903/2006, 1233/1999).

Για να ιδρυθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επελήφθη αυτεπαγγέλτως ή με πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 1858, 1002/2005). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν αναφέρει για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, αλλά ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή για την απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτών και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό τούτο, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1858/2005, 130/2004).

Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, πως είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό με το δεδικασμένο (ΑΠ 514/2002). Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 67/2014, 130/2004).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ' αυτή, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντα, επειδή απέχει από τη θάλασσα, ενώ τα ακίνητα των παραπάνω τίτλων αναφέρονται με όριο τη θάλασσα, θεμελίωσε δε την απορριπτική αυτή κρίση του στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει στην εν λόγω απόφασή του, μεταξύ των οποίων και η 172/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, το ακίνητο, για το οποίο γίνεται λόγος σ' αυτή, φέρεται ως πλησίον της θάλασσας. Επομένως, ο ίδιος παραπάνω λόγος, κατά το τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχτηκε δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση ως προς το ανωτέρω γεγονός (ότι το επίδικο βρίσκεται πλησίον της θάλασσας), χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, είναι απορριπτέος, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου για δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση, ενώ τούτο δεν συμβαίνει, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν δέχτηκε δεδικασμένο από την εν λόγω απόφαση, αλλά την εκτίμησε, ως αποδεικτικό μέσο, μαζί με τα υπόλοιπα, για να διαμορφώσει την κρίση του για το ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντα.

4. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει οι διατάξεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους, εν όλω ή εν μέρει, να περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της διάπλασης που διώκεται μ' αυτή, ενώ δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο σκεπτικό της (εκτός αν τούτο έχει προσόντα διατακτικού, ΑΠ 364/2012) ή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1259, 255/2013).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αντιφατικών διατάξεων και, συγκεκριμένα: α) ότι, ενώ στο προεισαγωγικό τμήμα της αναφέρεται ως εκκαλών ο ενάγων και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας) απέρριψε με την 1/2015 απόφασή του την αγωγή, στο αιτιολογικό της αναφέρεται ως εκκαλών ο τρίτος εναγόμενος (αναιρεσείων) και ότι με την παραπάνω απόφαση (1/2015) η αγωγή απορρίφθηκε μόνο ως προς τους δυο πρώτους εναγόμενους (μη διάδικοι στην προκείμενη δίκη) και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τον τρίτο εναγόμενο και β) ότι, ενώ στο αιτιολογικό της κρίνεται αναπόδεικτος ο ισχυρισμός του τρίτου εναγομένου για κυριότητά του στο επίδικο με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, σε άλλο σημείο του (αιτιολογικού) αποφαίνεται για μη συμπλήρωση μόνο 20ετούς νομής έκτακτης χρησικτησίας και όχι και 10ετούς νομής τακτικής χρησικτησίας. Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω αντιφάσεις, εκτός του ότι δεν αφορούν διατάξεις, δεν εντοπίζονται στο διατακτικό, αλλά στο προεισαγωγικό και στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

5. Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Επίσης, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 44/2008).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο, "διότι α) δεν εξηγεί, γιατί δέχτηκε, ότι αποδείχτηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται μόνο στους τίτλους των εναγομένων και όχι και των δικαιοπαρόχων τους και γιατί τούτο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος, β) ανατρέχει σχετικά στην 89/2002 πραγματογνωμοσύνη του Ε.

Π., καίτοι αποτελεί έγγραφο που έχει χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη, γ) χωρίς, επιπλέον, να αναλύει ή να επεξηγεί τα εξ αυτής (πραγματογνωμοσύνης Π.) στοιχεία που αιτιολογούν την παραπάνω (για κυριότητα του αναιρεσιβλήτου) κρίση του, δ) αναιτιολόγητα εκθέτει ότι δεν απαιτείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ε) ουδόλως αιτιολογεί την (αντίθετη κρίση της προς την) από 3-12-2007 πραγματογνωμοσύνη του Ν.

Κ., που διορίστηκε με την 3338/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, στ) δεν εξηγεί γιατί δέχτηκε ότι η ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη (Ν. Κ.) δεν αφορά το επίδικο και γιατί δεν έλαβε υπόψη του την 1196/2009 απόφαση του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, ζ) δεν εξηγεί, γιατί δέχτηκε, ότι αποδείχτηκε, ότι ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του δεν ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο, η) δεν εκθέτει ποιές πράξεις νομής εκτελούσαν ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του, ούτε ποιές αποδείχτηκε ότι εκτελούσε ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του, θ) δεν εκθέτει για ποιό λόγο δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος, ι) δεν εξηγεί πως η λέξη "πλησίον" νοείται σε απόσταση 150 μέτρων, ώστε να αιτιολογείται η παραδοχή της, ότι "η θέση του αγροτεμαχίου ακόμη και σε απόσταση μέχρι 150 μ από την θάλασσα να είναι εύλογη και εντός των εννοιολογικών ορίων του εν λόγω τοπικού προσδιορισμού πλησίον" και ια) δεν αιτιολογεί γιατί δεν πείστηκε από την από 25-2-2005 γνωμοδότηση του πολιτικού μηχανικού Α.

Ι., την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ. και το από 12-12-2002 υπόμνημα του πολιτικού μηχανικού Γ. Φ., που προσκόμισε ο αναιρεσείων". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος αφενός μεν ως αβάσιμος, διότι οι παραπάνω πλημμέλειες αφορούν ελαττωματικότητα των αιτιολογιών σχετική με πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι με αυτοτελείς, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, ισχυρισμούς και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αφετέρου δε ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται στην ουσία η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά µε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι κύριος του επιδίκου είναι ο ενάγων με τους νομίμους τρόπους που μνημονεύονται και οι οποίοι προεξετέθησαν, όπως και ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ούτε πρωτότυπα, αφού, όπως έκρινε, ουδέποτε το είχε στη νομή του, αλλά ούτε παραγώγως, αφού, όπως, επίσης, έκρινε, δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους των δικαιοπαρόχων του που αυτός επικαλέσθηκε.

6. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά και το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση που κάποιος απ' τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση, που, επίσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου, ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματός του, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, όπου οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται περιοριστικά (ΑΠ 1533/2017).

Ενόψει τούτων, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη για το αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του ιδίου ή του ενάγοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για το ανωτέρω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

7. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική απόδειξη (ΑΠ 247/2012).

Σύμφωνα μ' αυτά, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχτηκε: α) "ότι η πραγματογνωμοσύνη 89/2002 Ε. Π. άλλης δίκης, διαλαμβάνει κρίση για τα τμήματα της νυν επίδικης έκτασης, ενώ ουδεμία τέτοια κρίση εισφέρει και παρά ταύτα στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτή", β) "ότι η από 3.12.2017 πραγματογνωμοσύνη Ν.

Κ. δεν αφορά την επίδικη έκταση", γ) "ότι με τα συμβόλαια ..11/1988 και ..92/1989 εξαντλήθηκε άπασα η ακίνητη περιουσία της Κ. Μ., επειδή δεν γίνεται μνεία ότι (το μεταβιβασθέν) αποτελεί τμήμα μείζονος ιδιοκτησίας της Κ. Μ." και δ) "ότι από το από 2.12.1988 τοπογραφικό Γ. Φ. δεν καταλείπεται υπόλοιπη έκταση αυτής (Κ. Μ.), χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη για τις παραπάνω κρίσεις", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι τα παραπάνω περιστατικά, που ψέγεται, ότι δέχτηκε το Εφετείο χωρίς απόδειξη, δεν συνιστούν "πράγματα" με την προεκτεθείσα, κατ' άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, έννοια και αφετέρου διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω παράβασης, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των παραπάνω αποδείξεων από το Εφετείο, αφού με τον ερευνούμενο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στα παραπάνω αποδεικτικά μέσα το, κατά την άποψή του, ανωτέρω διάφορο εκείνου που δέχτηκε το Εφετείο, περιεχόμενο.

8. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τους ενώπιόν του λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, με τους οποίους έπληττε τις παραδοχές του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου: α) ότι δεν έγινε (ο αναιρεσείων) κύριος του επιδίκου, με τακτική χρησικτησία, ούτε με παράγωγο τρόπο, διότι τούτο δεν του μεταβιβάστηκε με τις αναφερόμενες (…62/1990, …30/1996) συμβολαιογραφικές πράξεις και β) ότι τούτο (επίδικο) περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε, για τους λόγους που παραθέτει στην απόφασή του, τους παραπάνω λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και, επομένως, τους έλαβε υπόψη του.

9. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αβάσιμοι ο ίδιος παραπάνω λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, όπως και ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω από τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, ήτοι: 1) την από 25-2-2005 γνωμοδότηση του Α.

Ι., 2) τους τίτλους ιδιοκτησίας του που προαναφέρθηκαν, 3) την από 3-12-2007 πραγματογνωμοσύνη του Ν. Κ., 4) τις φωτογραφίες, 5) την πράξη απαλλοτρίωσης, 6) την τεχνική έκθεση του Σ. Σ., 7) το από 12-12-2002 υπόμνημα του Γ. Φ., 8) την 1196/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και 9) την αθωωτική 1522/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, "το σύνολο των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη...,την από 3-12-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Κ.,...την από 25-02-2005 γνωμοδότηση του πολιτικού μηχανικού, Α. Ι., την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., το από 12-12-2002 υπόμνημα του πολιτικού μηχανικού Γ. Φ....,σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες" και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.

10. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας τα ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σ' ορισμένα απ' αυτά, τα οποία, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με τα τελευταία (ΑΠ 519/2013).

Επομένως, ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης (ΑΠ 278/2010). Ενόψει τούτων, ο έκτος, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "υποβάθμισε τελείως τα αποδεικτικά μου μέσα, σε αντίθεση με τα τοιαύτα του αντιδίκου και ειδικότερα ουδόλως αξιολόγησε τα προσαχθέντα...από εμένα...ως την από 25-2-2005 γνωμοδότηση του πολιτικού μηχανικού Α.

Ι., την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., το από 12-12-2002 υπόμνημα του πολιτικού μηχανικού Γ. Φ.", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, αφού τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, το Εφετείο, έστω και αν, όπως ψέγεται με τον παραπάνω λόγο, "υποβάθμισε εκείνα του αναιρεσείοντος σε σχέση με εκείνα του αντιδίκου του", δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, αφού, εκτιμώντας τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα ελεύθερα, έδωσε σε εκείνα του αναιρεσιβλήτου, όπως, σύμφωνα με το νόμο, μπορούσε, να πράξει, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα και αξιοπιστία σε σχέση με εκείνα του αναιρεσείοντος.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-3-2018 αίτηση του Π. Χ. Κ., για αναίρεση της 27/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ