Legislator Case Law & Legislation
160/2018 AI generated

160/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 160/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Legislator headnote

AI generated

160/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements engineering contract information technology contract compliance with technical standards sectoral plan for aviation infrastructure arbitration clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 160 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 160/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ..." (...) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου, τέως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ..." (...) κατόπιν συγχωνεύσεως του τελευταίου με το τέως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ...) το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπαμπαλιούτα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τριμίντζιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/1/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 81/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία δέχθηκε την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου κατά της 190/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία η από 15.12.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ’ αυτού, μετά δε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ.

α’ ΑΚ: "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της.

Στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 342/2015).

Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1537/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου που συνήφθηκαν μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ... αρχής γενομένης στις 16.6.2005 και έληξαν στις 31.5.2009 η ενάγουσα ανέλαβε τη διοικητική υποστήριξη για την υλοποίηση του προγράμματος "Διεύρυνση Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο ... 2004-2006".

Κατά τη διάρκεια ισχύος των ως άνω συμβάσεων έργου η ενάγουσα ανέλαβε τη διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη του τμήματος τεχνολογίας αεροσκαφών, τη μηχανοργάνωση της γραμματείας, τη διοργάνωση ημερίδων και διαλέξεων, την καταγραφή και διανομή συγγραμμάτων στους σπουδαστές, την ενημέρωση τράπεζας δεδομένων του τμήματος κ.λ.π.

και παρείχε το ως άνω έργο έναντι μηνιαίας συμφωνηθείσας αμοιβής 1482 ευρώ από το οποίο θα αφαιρούνταν οι νόμιμες κρατήσεις. Κατά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης έργου με προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της μέχρι 31.5.2011 οπόταν και διέκοψε τη συνεργασία τους χωρίς όμως για όλο αυτό το χρονικό διάστημα των 24 μηνών να της καταβληθεί η αμοιβή της που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 35568 ευρώ (ήτοι 1482 ευρώ χ 24 μήνες = 35568 ευρώ).

Η μη κατάρτιση έγγραφης σύμβαση μεταξύ των διαδίκων μετά την 31.5.2011 σύμφωνα με τα αναφερόμενα.... καθιστά άκυρη αυτήν αφού μόνο εγγράφως θα μπορούσε να καταρτισθεί έγκυρη σύμβαση η δε προφορική ανανέωσή της είναι άκυρη και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου η κύρια βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί συμβάσεως έργου κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη πλην όμως η ενάγουσα δύναται να διεκδικήσει την αμοιβή της με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού που νόμιμα και ορισμένα κατά τα αναφερόμενα ...σωρεύει επικουρικά.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα με άκυρη σύμβαση έργου και το τελευταίο σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν παρείχε τις υπηρεσίες της θα υποχρεωνόταν να συνάψει σύμβαση έργου με άλλο άτομο και να καταβάλει σ’ αυτό την ίδια αμοιβή.

Συνεπώς το εναγόμενο πλούτισε αδικαιολογήτως σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το ποσό των 35568 ευρώ, δαπάνη που μετά βεβαιότητας θα κατέβαλε σε τρίτο άτομο για να δεχθεί τις ίδιες υπηρεσίες μ’ αυτές που του παρείχε η ενάγουσα. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει σε παραγραφή κατ’ άρθ. 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον το ως άνω άρθρο αφορά καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις εργαζομένων στο Δημόσιο ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση η αξίωση της ενάγουσας προέρχεται από αμοιβή για σύμβαση έργου και πλέον τούτων οι αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό παραγράφονται μετά την παρέλευση 20ετίας.

Σύμφωνα λοιπόν, με όλα τα ανωτέρω το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 35568 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας σε ποσοστό 6% από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δικάσει ερήμην του αναιρεσείοντος και είχε δεχθεί την αγωγή και ακολούθως έκανε αυτήν δεκτή για το ανωτέρω χρηματικό ποσό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αφού από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού, και ειδικότερα της ωφέλειας του αναιρεσείοντος από την παροχή των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης στην εκτέλεση του έργου και τη μη καταβολή της συμφωνηθείσας γι’ αυτό αμοιβής, την οποία θα κατέβαλε σε άλλο άτομο εάν είχε συνάψει με αυτό τη σύμβαση.

Επομένως ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το οικείο μέρος του με το οποίο, υπό την επίφαση της ίδιας πλημμέλειας, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση της ανωτέρω διάταξης αυτής, με αιτιάσεις ως προς την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, για το εάν πράγματι υπήρξε σύμβαση έργου που τους συνέδεε και εάν εκτέλεσε και παρέδωσε η αναιρεσίβλητη κάποιο έργο, είναι απαράδεκτος διότι με τον τρόπο αυτό πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Ομοίως, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της έλλειψης και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της. Τούτο διότι με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο την κατάρτιση της σύμβασης έργου μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, στις 31.5.2009, με προφορική συμφωνία, με αντικείμενο τη διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη του τμήματος τεχνολογίας αεροσκαφών, τη μηχανοργάνωση της γραμματείας τη διοργάνωση ημερίδων και διαλέξεων, την καταγραφή και διανομή των συγγραμμάτων στους σπουδαστές, την ενημέρωση της τράπεζας δεδομένων του τμήματος, την παροχή των υπηρεσιών της μέχρι τις 31.5.2011, την ακυρότητα της σύμβασης λόγω της παράλειψης του έγγραφου τύπου στην κατάρτισή της και τη μη καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής των 1482 ευρώ το μήνα, ποσό που θα κατέβαλε το αναιρεσείον σε άλλο άτομο με το οποίο θα κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση για την εκτέλεση αυτού του έργου.

Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει συγκεκριμένο έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε, ούτε να παραθέσει περικοπές των εγγράφων που προσκομίστηκαν για την απόδειξη, ούτε το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης, ούτε να αναφερθεί στις προγενέστερες της επίδικης έγκυρες συμβάσεις έργου που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, ούτε εάν ήταν κατά το επίδικο διάστημα σε ισχύ το αρχικό πρόγραμμα με το οποίο απασχολήθηκε.

Επομένως, ο λόγος αυτός με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος κατά το μέρος με το οποίο, κατά την εκτίμηση του περιεχόμενου αυτού, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 6 της ΚΥΑ 680/22.8.1996, δέχθηκε ότι το αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικά και δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη την αγωγή, προσβάλλοντας την απόφαση με τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις της επικαλούμενης ως άνω ΚΥΑ, ούτε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ήταν αυτές εφαρμοστέες.

Με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1, ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.

είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".

Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ` αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το νομικό πρόσωπο για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 780/2017).

Όταν δεν πρόκειται για ευθεία αγωγή, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής αποδοχών, αλλά για αγωγή καταβολής αμοιβής από σύμβαση έργου, η παραγραφή ρυθμίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 48 του άνω νόμου σε πέντε χρόνια. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 και έτσι απέρριψε την ένσταση διετούς παραγραφής, μέρους της αγωγικής αξίωσης, την οποία παραδεκτά είχε προτείνει ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο έκρινε, όπως οι σχετικές παραδοχές του αναφέρονται ανωτέρω, ότι η αναιρεσίβλητη έχει αξίωση καταβολής αμοιβής από σύμβαση έργου κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω ακυρότητας της μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος σύμβασης έργου, που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος και όχι από καθυστερούμενες αποδοχές από σύμβαση εργασίας και συνεπώς η αξίωσή της παραγράφεται μετά πενταετία που αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρονται σ’ αυτόν "τα πράγματα" που παρά το νόμο έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ενώ δεν προτάθηκαν από οποιοδήποτε διάδικο, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι τα "πράγματα" άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 173/2017, ΑΠ 161/2017), Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.

α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη "δεν επικαλέστηκε νομίμως και δεν προέβαλλε τα πραγματικά περιστατικά και τους ισχυρισμούς της σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, διότι στις κατατεθείσες προτάσεις της δεν επανέφερε τους ισχυρισμούς της, που προβλήθηκαν στη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν, αλλά και ούτε προσκόμισε μετ’ επίκληση (όπως προκύπτει από το σώμα των προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου) απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο τις κατατεθείσες (στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) προτάσεις της", το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης που δεν προτάθηκαν νομίμως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται σε αυτόν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που δεν προτάθηκαν και έλαβε υπόψη το Εφετείο, και συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, που δεν επαναφέρθηκαν νομίμως με τις προτάσεις της και λήφθηκαν παρά ταύτα υπόψη από το Εφετείο και άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε δε στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, στον οποίο παραπέμπει, γίνεται αναφορά σε άλλους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, εκτός εκείνων της βάσης της αγωγής της, οι οποίοι βέβαια με την άσκηση της έφεσης και τη μεταβίβαση της υπόθεσης στο Εφετείο ως σύνολο, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εξαιτίας της επερχόμενης υποκατάστασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή και για την εξέταση αυτής δεν απαιτείται η επαναφορά των ισχυρισμών που αποτελούν τη βάση της αγωγής με τις προτάσεις του ενάγοντος, ούτε η υποβολή ειδικού αιτήματος από αυτόν (ΑΠ 356/2008, ΑΠ 778/2007).

Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, του οποίου η νομική εκπροσώπηση δεν έγινε από το νομικό σύμβουλο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.1.2016 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό ...) κατά της 81/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ