160/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated160/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Full text
Απόφαση 160 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 160/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Π., 2) Ε. Π. του Χ., 3) Α. Γ. του Γ., κατοίκων ..., 4) Α. Γ. του Θ., κατοίκου ... και 5) Ε. Π., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 2η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Καϊμακάμη και οι 3η, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Καϊμακάμη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (όπως μετονομάστηκε η "...", που από 1-3-2012 ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο στην Ελλάδα της αρχικά εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας "..." και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, συνεχίζουσα την δραστηριότητά της στην Ελλάδα), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" (όπως μετονομάστηκε η "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 4) Ε. Α. του Α., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό, η 5η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δομάζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 3ος και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-12-2011 αγωγή της ήδη 5ης των αναιρεσιβλήτων, την από 10-1-2012 αγωγή των ήδη 3ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων και της Ε. - Δ. Δ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 11-1-2012 (αρ. εκθ. κατ. .../2012) αγωγή της αρχικά εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας "..." και ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4136/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3366/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-7-2014 αίτησή τους και τον από 2-6-2015 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2η και 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 1-7-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3366/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και την απόρριψη του μοναδικού από 2-6-2015 και με αρ. καταθ. ... προσθέτου σ’ αυτήν λόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει την συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από την παρ. 3 εδ. β’ του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση, κατά την οποία είναι απών ο φερόμενος ως ασκήσας την αναίρεση διάδικος, χωρίς να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναιρέσεως, ενώ χωρίζεται η υπόθεση για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 227/2016, ΑΠ 188/2014, ΑΠ 240/2014, ΑΠ 1852/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι συζήτηση για την κρινόμενη από 1.7.2014 αίτηση για αναίρεση της 3366/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και του από 2.6.2015 προσθέτου αυτής λόγου, που φέρονται προς συζήτηση με την από 28.9.2015 κλήση, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ορίστηκε η 1.4.2016 και μετά από αναβολή η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά την δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Καϊμακάμη. Ειδικότερα, οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες παραστάθηκαν στο ακροατήριο με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους (Πέτρο Καϊμακάμη), ενώ οι τρίτη, τετάρτη και πέμπτη αναιρεσείουσες (Α.
Γ. του Γ., Α. Γ. του Θ. και Ε. Π.) φέρονται εκπροσωπηθείσες από τον ως άνω δικηγόρο, ο οποίος υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος το αναιρετήριο και τον πρόσθετο λόγο. Ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος (Πέτρος Καϊμακάμης), δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων. Από την επισκόπηση όμως του μοναδικού προσκομιζομένου σχετικώς υπ’ αριθμ. .../2016 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Θ., προκύπτει ότι χορηγήθηκε σ’ αυτόν η εντολή να εκπροσωπήσει μόνο τις τέταρτη και πέμπτη αναιρεσείουσες (Α. Γ. του Θ. και Ε. Π.). Το έτερο προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ. .../2014 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ. αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος όμως, κατά τα προεκτεθέντα, παρέστη στο ακροατήριο μαζί με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η τρίτη αναιρεσείουσα (Α. Γ. του Γ.), που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δεν αποδεικνύεται ότι έχει χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο - ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί και αυτήν - να επισπεύσει και για λογαριασμό της την συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής και να παραστεί στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου και για αυτήν, με αποτέλεσμα αυτή να είναι δικονομικώς απούσα.
Δεν αποδεικνύεται δε περαιτέρω ότι η αναιρεσείουσα αυτή (3η) έχει κλητευθεί από τους λοιπούς επισπεύδοντες την συζήτηση ομοδίκους της - αναιρεσείοντες ή από τους αντιδίκους της - αναιρεσιβλήτους. Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε νόμιμη επίσπευση της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσείουσα, αφού αυτή έλαβε χώρα από τον προαναφερθέντα δικηγόρο, ο οποίος δεν είχε την απαιτουμένη πληρεξουσιότητα και περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι η τρίτη αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τους λοιπούς ομοδίκους της ή από τους αναιρεσιβλήτους, πρέπει, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την μη κλητευθείσα ως άνω τρίτη αναιρεσείουσα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς αυτήν.
Περαιτέρω, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίστηκαν εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιους δικηγόρους οι δεύτερη και πέμπτη αναιρεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρίες. Δεν εμφανίστηκαν όμως ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δηλαδή οι πρώτη, τρίτος και τέταρτη τούτων (Ι.
Χ., Κ. Α. και Ε. Α.). Από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεων: Α] υπ’ αριθμ. ... /10. 3.2015 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Α. και Β] υπ’ αριθμ. ... /15.7.2015 του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, μετά της παρά πόδας της πρώτης τούτων: α) αποδείξεως περί παραδόσεως αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στο Α.Τ.
… και β) βεβαιώσεως περί αποστολής συστημένης επιστολής του ίδιου επιμελητή, που συνυπογράφονται από τον ανθυπαστυνόμο Κ. Κ. η πρώτη και τον αρμόδιο ταχυδρομικό υπάλληλο η δεύτερη, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου αυτής λόγου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18.9.2015, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, επιδόθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, στους πρώτη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, με την επιμέλεια του παραδεκτώς διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου των επισπευδόντων την συζήτηση πρώτου, δεύτερης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσειόντων.
Εξ άλλου, από τις μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενες από τους ως άνω αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ... /3.11.2015 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, μετά της παρά πόδας της πρώτης τούτων: α) αποδείξεως περί παραδόσεως αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στο ... και β) βεβαιώσεως περί αποστολής συστημένης επιστολής του ίδιου επιμελητή, που συνυπογράφονται από τον Αστυφύλακα Χ.
Γ. η πρώτη και την ταχυδρομική υπάλληλο Α. Α. η δεύτερη, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της από 28.9.2015 κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 1.4.2016, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, στους πρώτη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως.
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. δήλωση, πρέπει, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως αυτών για την παρούσα μετ’ αναβολή δικάσιμο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. δ’ του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 575 του Κ.Πολ.Δικ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών.
Συνεπώς ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Ιδρύεται δε ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντιστρόφως παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για τον σχηματισμό της κρίσεώς του (ΑΠ 179/2014).
Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, οι ενάγοντες της από 8.6.2011 αγωγής και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο την αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 932 του Α.Κ., συνισταμένης στο ότι, καίτοι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους, ήταν αμφότεροι οι οδηγοί των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων και δη η μεν Ι.
Χ., ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 70%, ο δε Κ. Α., ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του ετέρου με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, κατά ποσοστό 30%, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής τους ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, έλαβε υπόψη του μόνο τον βαθμό του πταίσματος της πρώτης αναιρεσίβλητης Ι.
Χ. και δεν έλαβε ρητώς υπόψη του και τον βαθμό του πταίσματος του τρίτου αναιρεσιβλήτου Κ. Α., που παρέλειψε να συνεκτιμήσει και το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει το ύψος της επιδικασθείσας σ’ αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 8.6.2011 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής, πραγματικά περιστατικά: "Στις 3/12/2010 και περί ώρα 21.00 η Ι.
Χ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκινείτο επί της λεωφόρου ... στην περιοχή της ... στο ρεύμα πορείας αυτής προς .... Το πιο πάνω αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." πρώην "... Α.Ε". Εντός του πιο πάνω αυτοκίνητου επέβαιναν ο γιος της οδηγού Δ.
Γ., ηλικίας 14 ετών, στη θέση του συνοδηγού, ο Ν. Γ. ηλικίας 14 ετών, στη θέση, που βρίσκεται πίσω από την οδηγό και ο Π. Γ., ηλικίας 14 ετών στη θέση, που βρίσκεται πίσω από τον συνοδηγό. Κατά τον ίδιο χρόνο, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, το οδόστρωμα ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός της λεωφόρου, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 70 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Η πιο πάνω οδηγός πλησίαζε στη συμβολή της λεωφόρου ... με την οδό ..., έχοντας πρόθεση, αφού πραγματοποιήσει αριστερή στροφή και διασχίσει κάθετα το άλλο ρεύμα της πιο πάνω λεωφόρου να εισέλθει στην οδό ..., η οποία είναι μονόδρομος και σχηματίζει με την λεωφόρο ένα νοητό σχήμα "Τ". Στο ίδιο σημείο και στο ρεύμα πορείας της λεωφόρου προς ...
διακόπτεται η διαχωριστική νησίδα, ενώ υπάρχει φωτεινός σηματοδότης, ο οποίος λειτουργούσε με φωτοκύταρο, είχε δε σταθερή ένδειξη ερυθρού φωτός για την πιο πάνω οδηγό, που είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά προς την οδό ..., η οποία ένδειξη γινόταν πράσινου φωτός, μόνο, αφού κάποιο όχημα σταματούσε για 30 δευτερόλεπτα στο γραμμοσκιασμένο τμήμα του οδοστρώματος, πριν από το φωτεινό σηματοδότη, ενώ στη συνέχεια η ένδειξη του ίδιου σηματοδότη παρέμεινε πράσινη για 8 δευτερόλεπτα, μετά γινόταν κίτρινη για 2 δευτερόλεπτα και μετά ερυθρά, σε όλο δε το χρονικό διάστημα των 10 δευτερολέπτων, πλέον ενός ακόμη δευτερολέπτου χρονοκαθυστέρησης, ο φωτεινός σηματοδότης των οχημάτων που εκινούντο στο άλλο ρεύμα της λεωφόρου ...
με κατεύθυνση προς Αθήνα παρέμενε ερυθρού φωτός. Όταν η οδηγός έφθασε στη συμβολή της λεωφόρου ... και της οδού ... δεν σταμάτησε στο γραμμοσκιασμένο τμήμα του φωτεινού σηματοδότη, ώστε να αναμείνει την αλλαγή της ερυθράς ένδειξης σε πράσινη, αντίθετα προσπέρασε το γραμμοσκιασμένο τμήμα και επιχείρησε με ένδειξη ερυθρού φωτός για εκείνη και πράσινου φωτός για τα οχήματα του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., να διασχίσει κάθετα το άλλο ρεύμα της λεωφόρου και να εισέλθει στην οδό ....
Κατά το ίδιο χρόνο στην αριστερή λωρίδα του άλλου ρεύματος της ίδιας λεωφόρου εκινείτο με κατεύθυνση προς Αθήνα το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Κ. Α. με συνοδηγό την Ε. - Δ. Δ., συνιδιοκτησίας του προαναφερόμενου οδηγού και της Ε. Α., ενώ αυτό ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...".
Το πιο πάνω αυτοκίνητο, κινούμενο με ταχύτητα 120 χιλιομέτρων περίπου την ώρα, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου, που οδηγούσε η Ι. Χ., στο ύψος της θέσης που βρίσκεται πίσω από εκείνη του συνοδηγού. Η σύγκρουση, που έγινε στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου ήταν σφοδρή, με αποτέλεσμα το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του Κ.
Α., να παραμορφωθεί και να υποχωρήσει κατά 70 εκατοστά, ενώ το οπίσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της Ι. Χ. μετατοπίστηκε κατά 40 εκατοστά μέσα στην καμπίνα των επιβατών στο ίδιο σημείο. Στη συνέχεια, το μεν αυτοκίνητο της Ι. Χ., αφού διήνυσε απόσταση περίπου 12 μέτρων εμπρός και διαγωνίως κατέληξε στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου με κατεύθυνση προς ...
σε διαγώνια θέση και με το εμπρόσθιο μέρος του αντίθετα προς την κατεύθυνση του ίδιου ρεύματος, ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κ. Α. ακινητοποιήθηκε στο μέσον του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του με το εμπρόσθιο μέρος του προς την αντίθετη κατεύθυνση. Υπαίτια για την ένδικη σύγκρουση κατά ποσοστό 70% είναι η οδηγός Ι.
Χ., επειδή οδηγούσε χωρίς σύνεση και δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του ερυθρού φωτός του σηματοδότη, που είχε στην πορεία της, ο οποίος δεν της επέτρεπε να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή και να διασχίσει κάθετα το ρεύμα της λεωφόρου προς Αθήνα και στη συνέχεια να εισέλθει στην οδό .... Αυτή παραβιάζοντας τον ερυθρού φωτός σηματοδότη, που είχε στην πορεία της, δεν είχε τεταμένη την προσοχή της για να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα της λεωφόρου ..., χωρίς κίνδυνο σύγκρουσης με τα οχήματα που εκινούντο σ’ αυτό.
Συνυπαίτιος, όμως του ατυχήματος, κατά ποσοστό 30%, είναι και ο άλλος οδηγός Κ. Α., ο οποίος χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του και να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα των 120 χιλιομέτρων την ώρα, καθ’ υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την είσοδο του άλλου αυτοκινήτου, κάθετα στο αριστερό ρεύμα πορείας του, ούτε τροχοπέδησε το αυτοκίνητό του, ώστε να το επιβραδύνει σε τέτοιο βαθμό που να επιτρέψει στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Ι.
Χ. να διέλθει μπροστά του και στη συνέχεια να εισέλθει με ασφάλεια στην λόγω ..., ούτε τέλος αυτός επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά σε τέτοιο σημείο, ώστε να επιτρέψει την ελεύθερη κίνηση του άλλου αυτοκινήτου.
Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, όσον αφορά τη συνυπαιτιότητα των οδηγών, που έχουν εμπλακεί στο ένδικο ατύχημα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης τραυματίστηκε σοβαρά ο ανήλικος Π. Γ., που βρισκόταν στη θέση πίσω από τη θέση του συνοδηγού στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Ι.
Χ., ο οποίος υπέστη πολλαπλές κακώσεις θώρακος και κοιλίας, οι οποίες ήταν και εκείνες, που προκάλεσαν τελικά το θάνατό του, μερικές ώρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 31/12/2010 και περί ώρα 1.50 στο Νοσοκομείο "..., όπου είχε μεταφερθεί αμέσως μετά το ατύχημα. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες στην από 8/6/2011 αγωγή γονείς, αδελφοί και γιαγιάδες από πατρική και μητρική γραμμή συνδέονταν με τον θανόντα με μεγάλη αγάπη, είχε δε αναπτυχθεί μεταξύ τους στενός ψυχικός δεσμός.
Ο θάνατός του σε ηλικία 14 ετών συγκλόνισε τον ψυχικό τους κόσμο και δημιούργησε σ’ αυτούς, έντονα συναισθήματα λύπης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι δύσκολο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον. Για να επέλθει κάποια εξισορρόπηση στην δυσμενή κατάσταση, που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, πρέπει να επιδικασθεί σ’ αυτούς χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για τον καθορισμό του ύψους της οποίας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το βαθμό της υπαιτιότητας της οδηγού, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού άλγους των εναγόντων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων πλευρών φυσικών προσώπων.
Συνεπώς, η εύλογη κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, που πρέπει να επιδικαστεί στους ενάγοντες, ανέρχεται α) στο ποσό των 90.000 ευρώ για καθένα από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες, γονείς του αποβιώσαντος και στο ποσό των 70.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα ανήλικη αδελφή του αποβιώσαντος, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες γονείς της, β) το ποσό των 30.000 ευρώ για την τέταρτη ενάγουσα γιαγιά του θανόντος από την πατρική γραμμή και γ) το ποσό των 30.000 ευρώ για την πέμπτη ενάγουσα γιαγιά του θανόντος από την μητρική γραμμή.
Η εκκαλούμενη, όμως απόφαση, που έκρινε διαφορετικά για την πιο πάνω αιτία, επιδικάζοντας στους προαναφερθέντες συγγενείς του θανόντος ανηλίκου μεγαλύτερα ποσά, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε...". Από το σύνολο του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέδωσε πταίσμα και στον έτερο εμπλακέντα στο δυστύχημα οδηγό, Κ.
Α., περιλαμβάνοντας σ’ αυτήν (απόφαση) πλήρη και αναλυτική περιγραφή της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του και της συμβολής του εν λόγω οδηγού στην πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως και του θανάσιμου τραυματισμού του παθόντος, το οποίο και έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά την επιδίκαση στους αναιρεσείοντες συγγενείς του θανατωθέντος ανηλίκου των ποσών της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, έστω και αν τούτο δεν αναφέρθηκε ρητώς στο επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες, για την θεμελίωση του συναφούς αναιρετικού λόγου, απόσπασμά της, κατά το οποίο "...Για να επέλθει κάποια εξισορρόπηση στην δυσμενή κατάσταση, που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, πρέπει να επιδικασθεί σ’ αυτούς χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για τον καθορισμό του ύψους της οποίας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το βαθμό της υπαιτιότητας της οδηγού...", λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του γεγονότος ότι ο θανατωθείς ανήλικος κρίθηκε εντελώς ανυπαίτιος, με συνέπεια το πταίσμα για την πρόκληση του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του να βαρύνει ολόκληρο μόνο την πλευρά των υποχρέων - αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, οι οποίοι ευθύνονται έναντι των οικείων του θανατωθέντος εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως του βαθμού πταίσματος του καθενός εξ αυτών.
Κατ’ ακολουθίαν, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ.
γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη των ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών τους ως προς: α) το είδος και την βαρύτητα του πταίσματος των εμπλεκομένων οδηγών για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και β) την ουσιαστική βασιμότητα του ύψους της ένδικης αξιώσεώς τους για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα σ’ αυτήν (αναίρεση), την, μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσα, με αριθμό 8192/ 23.10.2013 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία αμφότεροι οι οδηγοί καταδικάστηκαν για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή σε συνολική ποινή φυλακίσεως η μεν Ι.
Χ. τριών ετών και τεσσάρων μηνών, ο δε Κ. Α. δύο ετών και δύο μηνών. Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ερευνώμενος δεύτερος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα ως προς το υπό στοιχείο β’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και τούτο, διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπόψη εκ μέρους του Εφετείου του προαναφερομένου εγγράφου πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Ως προς το υπό στοιχείο α’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανωτέρω απόφαση, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο οι τότε ενάγοντες - εκκαλούντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, εκτιμώντας και αξιολογώντας αυτήν μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα ως προς το είδος και την βαρύτητα του πταίσματος των εμπλεκομένων οδηγών και δεχόμενο, όπως και η εν λόγω απόφαση, ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση της συγκρούσεως και των εξ αυτής συνεπειών είναι αμφότεροι οι οδηγοί των εμπλακέντων οχημάτων, προσδιορίζοντας τον βαθμό υπαιτιότητας εκατέρου τούτων στα προαναφερόμενα ποσοστά.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντισταθμίσεως προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επιλύσεως ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχυρώσεώς της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγυήσεως για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του Α.Κ.
προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά, επικαλούμενοι, κατ’ εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 90.000 ευρώ, στην τρίτη τούτων, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το ποσό των 70.000 ευρώ και σε καθεμία από τις τέταρτη και πέμπτη τούτων το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και τις προεκτεθείσες παραδοχές του, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των ως άνω αναιρεσειόντων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι υπερμέτρως χαμηλά και ασυνήθιστα μειωμένα σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατ’ ακολουθίαν ο συναφής μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά το μέρος που αφορά στους λοιπούς αναιρεσείοντες (πλην της τρίτης για την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί στην δικαστική δαπάνη των δεύτερης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά την συζήτηση και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 1.7.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2014 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 2.6.2015 και με αριθμό καταθέσεως ... προσθέτου αυτής λόγου ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα.
Δικάζει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής.
Απορρίπτει ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς την αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής κατά της υπ’ αριθμ. 3366/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς στην δικαστική δαπάνη των δεύτερης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την κάθε μία. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ