Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, holding that appellate court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn final judgments regarding a corporate debt dispute. The appellants argued the Court of Appeals failed to consider specific documentary evidence submitted by their client. The court rejected this claim, finding that the appellate decision explicitly acknowledged and evaluated all submitted documents and witness testimonies.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1 C.Pol.D.; Art. 335, 338, 339, 341, 346 C.Pol.D.; An appeal against a final judgment is admissible only if the appellate court failed to consider evidence adduced by the parties, and such failure is presumed only if the judgment omits reference to the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 160 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 160/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κάππο και 2. Εταιρείας με την επωνυμία "DYNAMIC INVESTMENTS AND TRADING", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαχαβιόλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην E.F.G Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία) ως καθολικής διαδόχου της τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4889/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Ιουλίου 2011 αίτησή τους ως και τους από 30 Ιουλίου 2012 πρόσθετους λόγους και από 12 Σεπτεμβρίου 2012 συμπληρωματικούς πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών και μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αυτή (έφεση) γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, εάν μεν η έφεση γίνει δεκτή κατ' ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και παύει να ισχύει, εάν δε η έφεση απορριφθεί κατ' ουσία, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου (Ολ.ΑΠ 40/1996). Επομένως η υπό κρίση αναίρεση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 250/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας ασκηθείσες από τους αναιρεσείοντες εφέσεις, που συνεκδικάσθηκαν, κρίθηκαν τυπικά δεκτές και μετά από ουσιαστική έρευνα, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, με τη συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4889/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 180, 211 και 214 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.
Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ΑΠ 633/2006). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 139 ΑΚ, κατά την οποία η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την, προκύπτει ότι η εικονικότητα και η από αυτήν ακυρότητα υπάρχει μόνο έναντι εκείνου που συναλλάχθηκε εν γνώσει αυτής, όχι δε και κατά εκείνου που την αγνοεί.
Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της ο δόλος του οφειλέτη στρεφόμενος κατά των δανειστών του (όπως απαιτείται στην περίπτωση του άρθρου 939 Α.Κ.) ή γενικότερα πρόθεση εξαπατήσεως κάποιου τρίτου, αλλά ούτε κα η ύπαρξη απαιτήσεως προγενέστερη της εικονικής εκποιήσεως.
Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ. Έτσι οι τρίτοι, ιδίως δε οι δανειστές του δηλώσαντος, για τυχόν παραπλάνηση των οποίων καταρτίσθηκε η δικαιοπραξία αυτή, έχουν συμφέρον ν' αποκαλύψουν την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, προκειμένου να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε εικονικά, αφού τούτο δεν έπαψε να ανήκει στον τελευταίο, χωρίς να είναι αναγκαίο η απαίτησή τους να ανάγεται στο χρόνο καταρτίσεως της εικονικής δικαιοπραξίας ή της μεταγραφής αυτής ή σε προγενέστερο αυτού χρόνο, ούτε η καταρτισθείσα εικονική δικαιοπραξία να απέβλεπε στη ματαίωση ικανοποίησης της απαίτησής τους.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως, είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε και ενός εκ των στοιχείων αυτών καθιστά άκυρη την πώληση. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 138, 180 και 1033 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση καταχωρισμένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας, λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.
Εξάλλου, το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ' άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, πλην όμως μπορεί το στοιχείο τούτο, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων, να αποτελέσει, κατά τις περιστάσεις, τεκμήριο περί της εικονικότητας και έτσι, εάν η συμφωνία που αφορά το τίμημα έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υπάρχει εικονικότητα κατά την έννοια του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής συμβάσεως της πωλήσεως, κατ' επέκταση δε και της εμπράγματης μεταβιβαστικής της κυριότητας του πωληθέντος πράγματος, εάν αφορά ακίνητο, αφού αυτή κατ' άρθρο 1033 ΑΚ είναι αιτιώδης.
Εξ ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει της .../6-8-1992 συμβάσεως παροχής πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήφθη αφενός μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε.", της οποίας η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) τυγχάνει καθολική διάδοχος με απορρόφηση, και αφετέρου της εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία μηχανών γραφείου και ειδών γραφείου Άτταλος" και σύμφωνα με τους περιεχόμενους σ' αυτήν όρους και συμφωνίες, η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 120.000.000 δραχμών, το ύψος της οποίας αυξήθηκε στη συνέχεια με ταυτάριθμες αυξητικές συμβάσεις μέχρι του ποσού των 1.000.000.000 δραχμών.
Στις εν λόγω συμβάσεις (αρχική και μεταγενέστερες αυξητικές) συμβλήθηκε και ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών (ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων) της δεύτερης έφεσης, ο οποίος εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την εκπλήρωση των οφειλών της παραπάνω πιστούχου-πρωτοφειλέτιδας εταιρείας μέχρι του συνολικού ποσού της πιστώσεως του ενός δισεκατομμυρίου (1.000.000.000) δραχμών ή 2.934.702,85 ευρώ, παραιτηθείς της ενστάσεως της διζήσεως και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853 επ.
ΑΚ. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος ήταν και ο κύριος μέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πιστούχου εταιρείας. Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων η πιστούχος έκανε χρήση της πιστώσεως, σε εξυπηρέτηση της οποίας ανοίχθηκαν οι α) ..., β) ... και γ) ... λογαριασμοί, οι οποίοι την 1η-10-2002 εμφάνιζαν χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των 749.003,27 ευρώ, 283.268,35 ευρώ και 1.420.633,13 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 2.451.905 ευρώ.
Τα ποσά αυτά αναγνώρισε η πιστούχος με τις από 1-10-2002 επιστολές της αναγνώρισης υπολοίπου προς την ενάγουσα, οι οποίες, σύμφωνα με ρητό όρο (αριθ. 18) της συμβάσεως πιστώσεως δεσμεύουν και τον πρώτο εναγόμενο εγγυητή. Στη συνέχεια οι λογαριασμοί αυτοί ενοποιήθηκαν στον ... λογαριασμό, ο οποίος κινήθηκε έκτοτε (από την ημερομηνία αναγνώρισης του υπολοίπου την 1η-10-2002) μέχρι τις 18-7-2003, παρουσιάζοντας την αναφερόμενη στην αγωγή κίνηση, η οποία έχει εξαχθεί από τα επίσημα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας, που σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης (αριθ. 5) αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την απαίτηση της τελευταίας που θα προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.
Στις 18-7-2003 η ενάγουσα κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση και έκλεισε οριστικά το λογαριασμό, ο οποίος κατά την εν λόγω ημερομηνία εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο ύψους 921.324,61 ευρώ. Συγχρόνως με την από 18-7-2003 επιστολή της κάλεσε τους υπόχρεους, μεταξύ των οποίων και τον πρώτο εναγόμενο να προβούν σε άμεση εξόφληση του προαναφερόμενου ποσού.
Όμως, οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους, και έτσι κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε εις βάρος τους (της πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και εις βάρος του πρώτου εναγομένου) η 6717/30-7-2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση την οποία υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να της καταβάλουν το προαναφερόμενο ποσό των 921.324,61 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.
Ακριβές αντίγραφο της εν λόγω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή, επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο η ενάγουσα στις 8-9-2003, πλην όμως και πάλι ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι δυνάμει της από 22-10-2002 συμβάσεως κοινοπρακτικού δανείου που καταρτίσθηκε αφενός μεταξύ των τραπεζών:
α) της ενάγουσας, β) της Alpha Τράπεζα Α.Ε., γ) της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, δ) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ε) της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, στ) της Τράπεζας Αττικής και ζ) της F.B.B. Πρώτης επιχειρηματικής Τράπεζας και αφετέρου της προαναφερόμενης πιστούχου εταιρείας "Άτταλος Α.Ε.", και σύμφωνα με τους περιεχόμενους σ' αυτήν όρους και συμφωνίες, οι πρώτες χορήγησαν στη τελευταία δάνειο ύψους 10.700.000 ευρώ, στο οποίο η συμμετοχή της ενάγουσας, η οποία και ανέλαβε τη διαχείριση του, ανέρχονταν σε ποσοστό 32,71%, δηλαδή στο ποσό των 3.500.000 ευρώ.
Το δάνειο αυτό, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σύμβασης, χορηγήθηκε στην προαναφερόμενη εταιρεία, για την αναχρηματοδότηση υφισταμένου δανεισμού της τελευταίας. Και στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών της δεύτερης έφεσης, ως εγγυητής, ο οποίος εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης και εις ολόκληρο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας που απέρρεαν από τη σύμβαση αυτή παραιτηθείς της ενστάσεως της διζήσεως και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853 επ.
ΑΚ. Στο διάστημα που επακολούθησε με την από 10-4-2003 έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της παραπάνω πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, τροποποιήθηκε η επωνυμία της σε "ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ Α.Ε. Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία μηχανημάτων γραφείου και ειδών γραφείου υψηλής τεχνολογίας", ενώ με την 844/26-6-2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η τελευταία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Μετά τις εξελίξεις αυτές η ενάγουσα, με την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της παραπάνω σύμβασης, στις 21-7-2003, κατήγγειλε επ' ονόματι και για λογαριασμό όλων των κοινοπρακτουσών τραπεζών τη σύμβαση, καθ' ον χρόνο το ύψος της οφειλής της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας από τη σύμβαση αυτή είχε ανέλθει στο ποσό των 11.014.121,97 ευρώ, μέρος της οποίας, ύψους 3.602.750,18 ευρώ, αντιπροσώπευε απαιτήσεις της ίδιας (της ενάγουσας), ενώ με την από 21-7-2003 επιστολή της κάλεσε τους υπόχρεους, μεταξύ των οποίων και τον πρώτο εναγόμενο-εγγυητή να προβούν σε άμεση εξόφλησή της, πλην όμως οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και εγγυητής των προαναφερόμενων συμβάσεων, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, ήταν ο βασικός μέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, είχε στην κυριότητά του ένα οικόπεδο επιφάνειας 833,75 τ.μ., κείμενο στη θέση "Κάντζα" του Δήμου Παλλήνης Αττικής, και επί της οδού ..., όπως αυτό απεικονίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕΑ στο από μηνός Ιουλίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.
Π. Λ., μετά της επ' αυτού ανεγερθείσης και ευρισκομένης στο στάδιο αποπεράτωσης των επιχρισμάτων οικοδομής αποτελούμενης από: Α) Β' ΥΠΟΓΕΙΟ το οποίο περιλαμβάνει αποχετευτικούς χώρους, συνολικής επιφάνειας 78,82 τ.μ., Β) Α' ΥΠΟΓΕΙΟ το οποίο περιλαμβάνει: 1) Γκαράζ επιφάνειας 50 τ.μ. και 2) αποθηκευτικούς χώρους επιφάνειας 81,86 τ.μ., Γ) ΙΣΟΓΕΙΟ σε δύο επίπεδα και Α' ΟΡΟΦΟ, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερικές κλίμακες και αποτελούν μια κατοικία.
Ειδικότερα, το ισόγειο έχει συνολική επιφάνεια 333,23 τ.μ. και ο Α' όροφος 166,07 τ.μ. Ο τελευταίος στις 21-11-2000, δηλαδή καθ' ον χρόνο η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας από την προαναφερόμενη σύμβαση παροχής πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό ανερχόταν στο ποσό των 1.453.000 ευρώ περίπου, με το νομίμως μεταγραφέν .../21-11-2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Α.
Μπορόβα-Καλαϊτζάκη μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως το παραπάνω ακίνητο στη δεύτερη εναγομένη-εκκαλούσα (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) της πρώτης έφεσης ανώνυμη υπεράκτια εταιρεία, η οποία εδρεύει στην πόλη του ..., όπου και συστήθηκε στις 27-9-1999 σύμφωνα με τον περί ανωνύμων εταιρειών νόμο του ..., και η οποία κατά την κατάρτιση της αγοραπωλητήριας αυτής σύμβασης εκπροσωπήθηκε από τον Α.
Λ. Κ. - πολιτικό μηχανικό. Πρέπει να σημειωθεί ότι μοναδικός μέτοχος της εν λόγω αγοράστριας εταιρίας, φέρεται ότι είναι ο μη διάδικος στην ένδικη υπόθεση Ε. Η. Π., κάτοικος τότε ΗΠΑ, ο οποίος επί σειρά ετών διατηρούσε επιχειρήσεις εστιατορίων στο Λος Άντζελες ΗΠΑ, όπου και γνώριζε τον πρώτο εναγόμενο-πωλητή του ακινήτου, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, και τον οποίο επισκέπτονταν οσάκις ερχόταν στην Ελλάδα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, συντάχθηκε σύμφωνα με σχέδιο από τις Δικηγόρους Αθηνών:
α) Μ. Σ.-Κ. και β) Ο. Ζ., η πρώτη των οποίων ενεργούσε για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου-πωλητή, για λογαριασμό του οποίου και παραστάθηκε κατά τη σύνταξη του συμβολαίου, και η οποία σημειωτέον είναι σύζυγος του κατά τ' ανωτέρω συμβληθέντος ως αντιπροσώπου της αγοράστριας Α. Κ., ενώ η δεύτερη ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης-αγοράστριας εταιρείας, για λογαριασμό της οποίας και παραστάθηκε, και η οποία ήταν εκείνη καθ' υπόδειξη της οποίας είχε συσταθεί η εν λόγω αγοράστρια εταιρεία, και η οποία ήταν παράλληλα και μέλος του Δ.Σ.
της άνω πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, ενώ στο παρελθόν είχε χρηματίσει και πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου εναγομένου, ο οποίος και τη συνέστησε στον προαναφερόμενο μέτοχο της αγοράστριας Ε. Π.. Ως τίμημα, για την εν λόγω αγοραπωλησία, συμφωνήθηκε μεταξύ των άνω συμβαλλομένων το ποσό των 111.394.516 δραχμών, όσο δηλαδή ανέρχονταν η αντικειμενική αξία του ακινήτου σύμφωνα με την εκτίμηση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., το οποίο, σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας τους, πιστώθηκε άτοκα, και ήταν καταβλητέο σε πέντε τριμηνιαίες δόσεις των 22.000.000 δραχμών η κάθε μία από τις τέσσερις πρώτες, και των 23.394.516 δραχμών η τελευταία, η προθεσμία καταβολής της πρώτης των οποίων έληγε μετά τετράμηνο από τη σύναψη της αγοραπωλητήριας σύμβασης, δηλαδή στις 30-3-2001, η δεύτερη στις 30-6-2001 κ.ο.κ.
και της τελευταίας στις 30-3-2002. Επίσης συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων ότι, σε περίπτωση που η αγοράστρια εταιρία καθυστερούσε την καταβολή δύο δόσεων πέραν των δέκα ημερών, τότε ο πωλητής δικαιούτο να εισπράξει από την υπερήμερη αγοράστρια μαζί με τους τόκους υπερημερίας και τα έξοδα εκτέλεσης, επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της με τίτλο το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο κατά τη συμφωνία τους, αποτελούσε εκκαθαρισμένο εκτελεστό τίτλο, προς εξασφάλιση δε της πληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος, η αγοράστρια, διά του άνω εκπροσώπου της, παρέσχε στον πωλητή το δικαίωμα να εγγράψει απευθείας και χωρίς μεσολάβησή της πρώτη (Α) υποθήκη σε βάρος του πωλούμενου ακινήτου με δικές της δαπάνες.
Όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αγοραπωλητήρια αυτή σύμβαση δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των άνω συμβληθέντων στα σοβαρά, αλλά κατόπιν συμφωνίας τους, καταρτίσθηκε φαινομενικά - κατ' επίφαση και χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συναλλακτική πρόθεση προς μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, και μόνο προκειμένου να δημιουργηθεί στους τρίτους η εντύπωση ότι μεταβιβάστηκε πράγματι η κυριότητα του ακινήτου στην τελευταία, έτσι ώστε οι δανειστές του πρώτου εναγομένου να μην έχουν τη δυνατότητα λήψης αναγκαστικών μέτρων σε βάρος του εν λόγω ακινήτου του.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου θεμελιώνεται στα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Στο γεγονός ότι ως τίμημα του εν λόγω ακινήτου αναφέρεται στο συμβόλαιο το ποσό των 111.394.516 δραχμών, δηλαδή όση και η εκτίμηση της αντικειμενικής αξίας του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ενώ με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι προφανές ότι, εν όψει του ότι πρόκειται για ακίνητο ιδιαίτερα μεγάλης επιφάνειας, σε προνομιούχο περιοχή της Αττικής με το εκτός αυτού υφιστάμενο καινουργές και στο στάδιο των επιχρισμάτων ευρισκόμενο υπερπολυτελές και σε δύο επίπεδα εκτεινόμενο κτίσμα, συνολικής επιφάνειας μαζί με τους υπόγειους χώρους, 709,88 τ.μ., η πραγματική αξία του, κατά το χρόνο πραγματοποίησης της αγοραπωλητήριας σύμβασης ήταν πολλαπλάσια και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον διπλάσια εκείνης που αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.
Στο γεγονός ότι μολονότι το τίμημα πιστώθηκε άτοκα στο σύνολό του, εν τούτοις με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταβιβάσθηκε η πλήρης κυριότητα του ακινήτου, χωρίς όρους ή αιρέσεις, παρά δε το γεγονός ότι το τίμημα δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις συμφωνηθείσες , ως άνω ημερομηνίες, αλλά πολύ μεταγενέστερα και από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της τελευταίας δόσης, και συγκεκριμένα στις 24-7-2002 (οπότε εμβάσθηκε εφάπαξ μαζί με τους τόκους υπερημερίας σε λογαριασμό του πρώτου εναγομένου που τηρούσε ο τελευταίος στη Γενική Τράπεζα Ελλάδος) εν τούτοις ο πρώτος εναγόμενος - πωλητής, μολονότι δεν είχε οποιαδήποτε εξασφάλιση καταβολής του τιμήματος, δεν επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αγοράστριας, αλλά ούτε και ενέγραψε υποθήκη σε βάρος του ακινήτου, όπως προβλέπονταν από τη σύμβαση, και μάλιστα με δαπάνες της αγοράστριας.
Στο γεγονός ότι και μετά τη σύναψη της αγοραπωλητήριας σύμβασης και για μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον μέχρι το Σεπτέμβριο του 2003, το ακίνητο αυτό αποτέλεσε την κύρια κατοικία του πρώτου εναγομένου-πωλητή, χωρίς αυτός να συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη αγοράστρια εταιρεία με κάποια συμβατική σχέση (π.χ.
μίσθωση), γεγονός που ομολογεί ο ίδιος στα υπ' αριθ. ..., .../24-1-2002, .../19-11-2002, ..., .../14-4-2003 συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μπορόβα - Καλαϊτζάκη, στα οποία εμφανίζεται ως συμβαλλόμενος, όπου και δηλώνει ως κατοικία του τη διεύθυνση του εν λόγω ακινήτου (... Κάντζα Παλλήνης Αττικής). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ακόμα περισσότερο και από το γεγονός ότι μέχρι τουλάχιστον το Σεπτέμβριο του 2003, ο τελευταίος διατηρούσε στο εν λόγω ακίνητο τρεις τηλεφωνικές συνδέσεις στο όνομά του με αριθμούς κλήσεων 210-..., 210-..., 210-..., την πρώτη εκ των οποίων μεταβίβασε στη συνέχεια στη Ε.
Π. - θυγατέρα του προαναφερόμενου μετόχου της δεύτερης εναγομένης αγοράστριας εταιρείας Ε. Π., αλλά και από το γεγονός ότι μολονότι το ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, μεταβιβάσθηκε καθ' ον χρόνο η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων, εν τούτοις μέχρι τις 8-9-2003, όπως διαπίστωσε ο δικαστικός επιμελητής Αθηνών ..., ο οποίος έπειτα από εντολή της ενάγουσας μετέβη στο εν λόγω ακίνητο προκειμένου να επιδώσει στον πρώτο εναγόμενο - πωλητή την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 6717/2003 διαταγή πληρωμής, στην εσωτερική είσοδο του παραπάνω ακινήτου, στον προαύλιο χώρο και επί της προσόψεως της οικοδομής ήταν χαραγμένη (λαξευμένη) με καλλιτεχνικά γράμματα η ένδειξη "ΟΙΚΙΑ Π. 1999", η οποία σημειωτέον αφαιρέθηκε τις αμέσως επόμενες ημέρες, δεδομένου ότι, όπως βεβαιώνει ο ίδιος δικαστικός επιμελητής, όταν στις 11-9-2003 μετέβη εκ νέου στην ίδια κατοικία για υπηρεσιακούς λόγους, η ένδειξη είχε αφαιρεθεί.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά ασφαλώς και δεν αντέχουν στην κοινή λογική, στην περίπτωση κατά την οποία με την αγοραπωλητήρια αυτή σύμβαση σκοπήθηκε πράγματι από τους συμβληθέντες η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, αφού είναι προφανές ότι, στην περίπτωση αυτή, ο πρώτος εναγόμενος, που ήταν έμπειρος επιχειρηματίας, από τη στιγμή που το τίμημα δεν καταβλήθηκε κατά τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες, ασφαλώς και θα φρόντιζε να λάβει τα ενδεδειγμένα για την εξασφάλιση της απαιτήσεώς του εξασφαλιστικά μέτρα, τα οποία άλλωστε είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, τα οποία, όμως, δεν έλαβε, μολονότι δεν είχε στα χέρια του οποιαδήποτε εξασφάλιση, και μάλιστα όταν ο οφειλέτης του ήταν η προαναφερόμενη υπεράκτια εταιρεία, η οποία το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διέθετε ήταν το εν λόγω ακίνητο.
Εξ άλλου, ο τελευταίος, στην περίπτωση αυτή, δεν είχε λόγο να δηλώνει το ακίνητο αυτό ως κατοικία του, σε συμβόλαια που καταρτίσθηκαν δύο και δυόμισι χρόνια μετά την πραγματοποίηση της αγοραπωλητήριας σύμβασης, ενώ θα φρόντιζε για την άμεση διακοπή των τηλεφωνικών γραμμών που υφίσταντο στο όνομά του, η ύπαρξη των οποίων εκ των πραγμάτων δεν δικαιολογείται, αφού, όπως προεκτέθηκε, το ακίνητο ήταν ημιτελές όταν μεταβιβάσθηκε, αλλά και στην καθαίρεση της ένδειξης του ονόματός του που υπήρχε χαραγμένη (λαξευμένη) στην εσωτερική είσοδο και επί της προσόψεως του άνω ακινήτου.
Ενισχυτικό της προαναφερόμενης κρίσης του Δικαστηρίου και άξιο επίσης να επισημανθεί είναι και το γεγονός της μεθόδευσης που ακολουθήθηκε κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, κατά την οποία συμμετείχαν πρόσωπα προερχόμενα αποκλειστικά από τον κύκλο του πρώτου εναγομένου πωλητή, αφού, όπως προεκτέθηκε, ως δικηγόρος του τελευταίου κατά τη σύνταξη του συμβολαίου παραστάθηκε η δικηγόρος Αθηνών Μ.
Σ.-Κ., η οποία, όμως, ήταν και σύζυγος του συμβληθέντος επ' ονόματι και για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας Α. Κ., ενώ δικηγόρος της αγοράστριας κατά τη σύνταξη του συμβολαίου η δικηγόρος Ο. Ζ., η οποία ήταν τότε και μέλος του Δ.Σ. της άνω πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, είχε δε χρηματίσει στον παρελθόν και πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου-εναγομένου-πωλητή, ο οποίος και τη συνέστησε στον προαναφερόμενο μέτοχο της αγοράστριας Ε.
Π.. Επομένως, η σύμβαση αυτή είναι εικονική και ως εκ τούτου άκυρη, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους των εφέσεών τους κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης, ο ισχυρισμός τους, τον οποίο είχαν προβάλει πρωτοδίκως και επανέφεραν με σχετικό λόγο των εφέσεών τους, ότι δηλαδή κατά το χρόνο σύνταξης και μεταγραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, οι προερχόμενες από τη σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, ως άνω, απαιτήσεις της ενάγουσας, ήταν πλήρως εξασφαλισμένες με τα αναφερόμενα εμπράγματα βάρη που είχε επιβάλλει η τελευταία σε ακίνητα της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, και τις κινητές αξίες της τελευταίας και του ίδιου που είχε στα χέρια της, τόσο δε ο ίδιος όσο και η πρωτοφειλέτις ήταν φερέγγυοι, αφού είχαν στην κυριότητά τους, τα αναφερόμενα ακίνητα, γι' αυτό άλλωστε μετά τη σύναψη της προσβαλλόμενης αγοραπωλητήριας σύμβασης η ενάγουσα από κοινού με τις παραπάνω κοινοπρακτούσες τράπεζες, εκτιμώντας τη φερεγγυότητά τους, χορήγησαν στη πρωτοφειλέτιδα το προαναφερόμενο κοινοπρακτικό δάνειο ύψους 10.700.000 ευρώ, πρέπει επίσης ν' απορριφθεί, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή, για την εικονικότητα μιας σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η περιεχόμενη σ' αυτήν δήλωση των δικαιοπρακτούντων βρίσκεται σε ηθελημένη διάσταση με την βούλησή τους, δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην πραγματικότητα και δεν αποσκοπεί στην παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε, ενώ δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωσή της, ούτε ο δόλος του οφειλέτη στρεφόμενος κατά των δανειστών του, όπως απαιτείται στην περίπτωση του άρθρου 939 επ.
ΑΚ, ή γενικότερα πρόθεση εξαπατήσεως τρίτου, αλλά ούτε καν η ύπαρξη απαιτήσεως προγενέστερη της εικονικής εκποιήσεως ή τυχόν υφισταμένη κατά το χρόνο αυτό, αφερεγγυότητα του οφειλέτη". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς την κύρια βάση της περί εικονικότητας της επίμαχης αγοραπωλητήριας σύμβασης, την οποία κατόπιν τούτου αναγνώρισε ως άκυρη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211, 214 και 513 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της κύριας περί εικονικότητας βάσης της αγωγής οι παραδοχές του Εφετείου, ότι η καταρτισθείσα με το υπ' αριθ..../21-11-2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Α.
Μπορόβα-Καλαϊτζάκη, με το οποίο φέρεται ως μεταβιβασθέν κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως το αναφερόμενο σ' αυτό ακίνητο στη δεύτερη εναγομένη, δεν καταρτίσθηκε στα σοβαρά, εν γνώσει όλων των συμβληθέντων σ' αυτό, αλλά κατόπιν συμφωνίας τους, προέβησαν στην κατάρτισή του φαινομενικά - κατ' επίφαση και χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συναλλακτική πρόθεση προς μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου στην άνω εναγομένη εταιρεία, και μόνο προκειμένου να δημιουργηθεί στους τρίτους η εντύπωση ότι μεταβιβάστηκε πράγματι η κυριότητα του ακινήτου στην τελευταία, έτσι ώστε οι δανειστές του πρώτου εναγομένου, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, να μην έχουν τη δυνατότητα λήψης αναγκαστικών μέτρων σε βάρος του εν λόγω ακινήτου του.
Ούτε όμως παραβίασε με το να μην εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την εικονικότητα μιας σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η περιεχόμενη σ' αυτήν δήλωση των δικαιοπρακτούντων βρίσκεται σε ηθελημένη διάσταση με τη βούλησή τους, υπό την έννοια ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν αποσκοπεί στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε, ενώ δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωσή της ο δόλος του οφειλέτη στρεφόμενος κατά των δανειστών του, όπως απαιτείται στην περίπτωση των άρθρων 939 επ.
του ΑΚ. Έτσι, οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες κατά την έρευνα της κύριας περί εικονικότητας της επίδικης σύμβασης αγοραπωλησίας βάση της αγωγής, μετά την παραδοχή δε αυτής, δεν συνέτρεχε λόγος έρευνας της επικουρικής περί καταδολίευσης δανειστών βάση της, ως προς την οποία είχαν εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις.
Επομένως, οι αντίθετοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, καθώς και ο πρώτος των προσθέτων λόγων (στοιχ. β1, β2 και β3) και πρώτος και δεύτερος των συμπληρωματικών πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, με το να απορρίψει το Εφετείο τον ισχυρισμό των εναγομένων (αναιρεσειόντων), κατά τον οποίο, το κλείσιμο των αλληλόχρεων λογαριασμών και η αθέτηση της δανειακής σύμβασης εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, που ο πρώτος εναγόμενος είχε εγγυηθεί την εις ολόκληρον εξόφληση αυτών, έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο της κατάρτισης και μεταγραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ώστε η απαίτηση της ενάγουσας να μην ανάγεται στο χρόνο αυτό ή προγενέστερο του τελευταίου, κατά τον οποίο οι απαιτήσεις της από τις πιο πάνω αιτίες ήταν πλήρως εξασφαλισμένες με τα αναφερόμενα στα ακίνητα του πρώτου εναγομένου και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, εμπράγματα βάρη, καθώς και τις κινητές αξίες αυτών που είχε στα χέρια της, δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 εδ. 1 ΕισΝΑ.Κ., η οποία δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, ούτε όμως και τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, παραλείποντας να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας στην άσκησή της, αφού κατά τα προεκτεθέντα, για την επιδίωξη της αναγνώρισης της ακυρότητας μιας σύμβασης λόγω εικονικότητας από τους δανειστές του συμβαλλόμενου στην εικονική σύμβαση οφειλέτη, δεν απαιτείται οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των δανειστών να ανάγονται στο χρόνο κατάρτισης ή μεταγραφής της εικονικής σύμβασης, ή προγενέστερο του χρόνου αυτού, αλλά αρκεί να υφίσταται ληξιπρόθεσμη απαίτηση του δανειστή που προέκυψε έστω και σε μεταγενέστερο χρόνο και να πληρούνται οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις εικονικότητας της σύμβασης, χωρίς να επηρεάζει το έννομο συμφέρον του δανειστή προς επιδίωξη αναγνώρισης της ακυρότητας της εικονικής σύμβασης, ούτε ο δόλος του οφειλέτη έναντι των δανειστών του, ούτε η πρόθεση εξαπατήσεως αυτών, ούτε η τυχόν υφισταμένη αφερεγγυότητά του κατά τον χρόνο κατάρτιση και μεταγραφής της εικονικής σύμβασης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, τον πρώτο των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. α') και τους πρώτο και δεύτερο των συμπληρωματικών πρόσθετων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης.
Περαιτέρω, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 138, 139, 180, 211, 214, 513, 1033 του ΑΚ, 112 παρ. 2 εδ. 1 Εισ.ΝΑ.Κ.
και 68 του ΚΠολΔ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η προαναφερόμενη αγοραπωλητήρια σύμβαση που καταρτίσθηκε από τους συμβαλλόμενους δυνάμει του πιο πάνω νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου ήταν εικονική, αφού μεταξύ όλων των συμβληθέντων δεν υπήρχε η συναλλακτική πρόθεση της μεταβίβασης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου στην άνω εναγομένη εταιρεία, καθώς επίσης ότι η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία είχε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από τον πρώτο εναγόμενο ποσού 4.524.074,70 ευρώ, από αναγνωρισθέν κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, για το οποίο εκδόθηκε και διαταγή πληρωμής, και από δανειακή σύμβαση, ώστε να νομιμοποιείται αυτή (ενάγουσα), ενόψει του άμεσου εννόμου συμφέροντός της προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της να επιδιώξει την λόγω εικονικότητας αναγνώριση της ακυρότητας του άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, προκειμένου να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου αυτού, το οποίο, λόγω της ακυρότητας της αγοραπωλητήριας σύμβασης, συνεπεία της εικονικότητάς της, εξακολουθούσε να ανήκει στον οφειλέτη της πρώτο εναγόμενο, χωρίς το έννομο συμφέρον αυτής (ενάγουσας) να επηρεάζεται από την τυχόν φερεγγυότητα των δανειστών της.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, τον δεύτερο των προσθέτων λόγων και τρίτο των συμπληρωματικών πρόσθετων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης.
Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (δεύτερος και τρίτος του αναιρετηρίου, δεύτερος των πρόσθετων λόγων και τρίτος των συμπληρωματικών πρόσθετων λόγων, κατά το οικείο μέρος τους) κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας της επίδικης σύμβασης αγοραπωλησίας, ενόψει της καταβολής από την αγοράστρια εταιρία του τιμήματος και των λοιπών εξόδων για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, και την ανακριβή εκτίμηση, ότι μετά την μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου ο πωλητής εξακολούθησε να έχει την χρήση του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζήτημα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων στο αναιρετήριο και στα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β Κ.Πολ.Δ. η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 218/2010).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου και τον πρώτο των προσθέτων λόγων (υπό στοιχ. β1, β2, β3), από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι οι παραδοχές της παραβιάζουν τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού εσφαλμένα τα ερμηνεύουν, διότι ενώ δέχεται ότι το τίμημα του ως άνω ακινήτου που αναφέρεται στο συμβόλαιο ανέρχεται στο ποσό των 111.394.516 δραχμών, δηλαδή όση και η εκτίμηση της αντικειμενικής αξίας του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., δέχεται στη συνέχεια, ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι προφανές ότι, ενόψει του ότι πρόκειται για ακίνητο ιδιαίτερα μεγάλης επιφάνειας, σε προνομιούχο περιοχή της Αττικής με το εκτός αυτού υφιστάμενο καινουργές και στο στάδιο των επιχρισμάτων ευρισκόμενο υπερπολυτελές και σε δύο επίπεδα εκτεινόμενο κτίσμα, συνολικής επιφάνειας μαζί με τους υπόγειους χώρους, 709,88 τ.μ., η πραγματική αξία του, κατά το χρόνο πραγματοποίησης της αγοραπωλητήριας σύμβασης ήταν πολλαπλάσια και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον διπλάσια εκείνης που αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με συνέπεια να υπαγάγει εσφαλμένα το παραπάνω πόρισμα των διδαγμάτων της κοινής πείρας στα άρθρα 138, 139 και 513 του ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 138, 139 και 513 Α.Κ., τις οποίες επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ή την υπαγωγή αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους πιο πάνω κανόνες δικαίου (στα άρθρα 138, 139, 513 Α.Κ.), αλλά η χρησιμοποίηση διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, δεν θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β Κ.Πολ.Δ.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη, οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της εικονικότητας του επίδικου συμβολαίου αγοραπωλησίας και της ύπαρξης ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της ενάγουσας από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος συνεβλήθη ως πωλητής στην κατάρτιση του εικονικού αυτού συμβολαίου, ώστε να νομιμοποιείται λόγω του εννόμου συμφέροντός του ως δανειστής αυτής στην αναγνώριση της ακυρότητας του συμβολαίου αυτού.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα κλπ) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις και ως εκ τούτου είναι αναιρετέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται η αιτίαση ότι στην αναιρεσιβαλομένη απόφαση περιέχονται κραυγαλέες αντιφάσεις ως προς την ηθελημένη διάσταση μεταξύ της βούλησης και δήλωσης της δεύτερης εναγομένης (αγοράστριας) κατά τη σύνταξη και υπογραφή της αγοραπωλητήριας σύμβασης του ένδικου ακινήτου για την αγορά του οποίου κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο (πωλητή) το ποσό των 131.688 ευρώ στο οποίο περιλαμβάνεται, το τίμημα, το οποίο αντιστοιχεί στην εμπορική και στην αντικειμενική κατά νόμο αξία του ακινήτου, ο τόκος της εκπρόθεσμης καταβολής του και τα έξοδα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια της ύπαρξης αντίφασης στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το πιο πάνω άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β)τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό, δεδομένου ότι αυτοί ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να γίνεται καμιά περαιτέρω αναφορά, ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί αυτοί, τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί προτάθηκαν και ποια επίδραση ασκούσαν στο διατακτικό της αποφάσεως του Εφετείου.
Επομένως, οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο του συμπληρωματικού δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς προταθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς τους, τους οποίους επανέφεραν και ενώπιον του, και συγκεκριμένα ότι α) η αναγραφόμενη στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αξία του μεταβιβασθέντος στο στάδιο των επιχρισμάτων ακινήτου ανήρχετο στο ποσό στο οποίο εκτιμήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
και μάλιστα κατόπιν αυτοψίας και β) ότι ο πρώτος εξ αυτών, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας αγόρασε τοις μετρητοίς κατά το έτος 1999 δύο ακίνητα συνολικής αντικειμενικής αξίας, κατά τη Δ.Ο.Υ., ποσού 545.787.855 δραχμών, πάνω στα οποία κατασκεύασε βιομηχανοστάσια πολλαπλάσιας αξίας.
Και λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με τους άνω ισχυρισμούς αιτιάσεις αποτελούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς απόδειξη της φερεγγυότητας αυτών και της αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου, οι οποίες αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του συμπληρωματικού δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται (όχι δε και από τους αριθμούς 10 και 12 του ίδιου άρθρου), προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών τους και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) Αντίγραφο της από 23-7-2002 επιστολής του πρώτου εξ αυτών προς την Γενικής Τράπεζας, 2) αντίγραφο του ειδικού λογαριασμού αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας "ΑΤΤΑΛΟΣ ΑΒΕΕ" με αριθμό ..., ο οποίος ετηρείτο στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης, γ) αντίγραφο της από 20-11-2002 επιστολής του πρώτου εξ αυτών στην αναιρεσίβλητη ως διαχειρίστριας του χορηγηθέντος κοινοπρακτικού δανείου, 4) αντίγραφο κατάστασης βαρών επί ακινήτων της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας "ΑΤΤΑΛΟΣ ΑΒΕΕ" και 5) αντίγραφο του υπ' αριθ. 6537/26-7-2001 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. & ΕΠΕ), στο οποίο δημοσιεύεται ο ισολογισμός της 31-12-2000 της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας "ΑΤΤΑΛΟΣ ΑΒΕΕ".
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ένορκη βεβαίωση μάρτυρα που λήφθηκε νομότυπα και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και οι φωτογραφίες που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, ο ερευνώμενος από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθoύν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-07-2011 αίτηση τους από 30-07-2012 πρόσθετους λόγους και τους από 12-09-2012 συμπληρωματικούς πρόσθετους λόγους για αναίρεση των υπ' αριθ. 250/2007 και 4889/2008 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ