160/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2005αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4614/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 741/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιουνίου 2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated160/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η νομότυπη και εμπρόθεσμη, εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 564§1 ΚΠολΔ 30νθήμερης προθεσμίας, άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπει την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λόγω με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 160 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 160/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: της εν Αθήναις εδρευούσης ομόρρυθμης κατασκευαστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", νομίμως εκπροσωπουμένης και 2. Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τρίμη.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. θυγ. Κ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Σταμέλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2005αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4614/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 741/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιουνίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 709/26-6-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 741/13-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 709/26-6-2009 αίτηση αναιρέσεως, το δικόγραφο της οποίας δεν απαιτείται να υπογράφεται από παρ’ Αρείο Πάγο δικηγόρο (άρθρο 54§3 ν.δ. 3026/ 1954 Κώδικας Δικηγόρων), προσβάλλεται η 741/13-2-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία νομότυπα επεδόθηκε στον κατά την δίκη εκείνη πληρεξούσιο δικηγόρο των ήδη αναιρεσειόντων Ιωάννη Τρίμη (ΚΠολΔ 14351) στις 29-5-2009, κατά τη συνταχθείσα προς τούτο 1453/29-5-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ....
Η νομότυπη και εμπρόθεσμη, εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 564§1 ΚΠολΔ 30νθήμερης προθεσμίας, άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπει την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λόγω με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 199756/13263/8-12-2005 αγωγή η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη διετείνετο, ιδία, (α) ότι με την διατυπούμενη στο .../30-10-2003 συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά-Χατζάκη σύμβαση η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμο μέλος είναι ο συνεναγόμενος της, επώλησε και παρέδωσε εις εκείνη το με στοιχ.
Ατ2 διαμέρισμα και τη με στοιχ. Ρ-4 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου της επί της οδού ..., στην ..., πολυκατοικίας, αντί συνομολογηθέντος και καταληθέντος τιμήματος 75.000,00 και 15.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, και (β) ότι κατά τον χρόνο συνυμολογήσεως της συμβάσεως πωλήσεως και παραδόσεως του διαμερίσματος η με στοιχ. Ρ-4 θέση σταθμεύσεως εστερείτο του απαραίτητου χώρου για την πραγματοποίηση ελιγμών, γεγονός το οποίο εγνώριζαν οι εναγόμενοι και δολίως απέκρυψαν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως, με εντεύθεν από την αιτία αυτή μείωση της αξίας του πωληθέντος διαμερίσματος, ισόποση προς εκείνη της με στοιχ.
Ρ-4 θέση σταθμεύσεως ποσού 15.000,00 ευρώ, αξίωση της αποζημιώσεως, η οποία και εφέρετο προς διάγνωση. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 4614/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 878/29-1-2008 έφεση των εναγομένων, η 741/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ’ ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Δυνάμει του .../30-10-2003 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά-Χατζάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (Τ. 4483, α.α. 378), η πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα, μέσω του δευτέρου εναγομένου-εκκαλούντος που είναι πολιτικός μηχανικός, ομόρρυθμο μέλος της και νόμιμος εκπρόσωπος της, πώλησε και παρέδωσε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη το Α-2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 50 τ.μ., μαζί με την Ρ-4 θέση στάθμευσης του υπογείου της πολυκατοικίας της οδού ...
αρ. 70-72 στην ..., αντί συνολικού τιμήματος 90.000 Ευρώ, ενώ στο συμβόλαιο αναγράφηκε 47.268 Ευρώ. Από το παραπάνω τίμημα καθορίστηκε ότι τα 75.000 Ευρώ αντιστοιχούσαν στο διαμέρισμα και κατά 15.000 Ευρώ στην θέση στάθμευσης. Όταν διεξάχθηκαν οι διαπραγματεύσεις, κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2003, και η ενάγουσα αποφάσισε την ένδικη αγοραπωλησία καταβάλλοντος προκαταβολή 1.300 Ευρώ (βλ.
την από 29.09.2003 απόδειξη), η πολυκατοικία, η ανέγερση της οποίας έγινε με το σύστημα της αντιπαροχής από την πρώτη εναγομένη Ο.Ε., ακόμη κατασκευαζόταν το υπόγειο, που θα διαμορφωνόταν σε θέσεις στάθμευσης, ήταν γεμάτο οικοδομικά υλικά, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον για την ενάγουσα να ελέγξει την λειτουργικότητα (χωρητικότητα - προσβασιμότητα) της θέσης στάθμευσης που συμφώνησε να αγοράσει.
Ούτε όταν της παραδόθηκαν τα παραπάνω αγορασθέντα ακίνητα είχε την ευκαιρία να συνειδητοποιήσει κάποιο τέτοιου είδους πρόβλημα, καθώς, από τις αρχές Δεκεμβρίου 2003 μέχρι το καλοκαίρι του 2005 είχε εκμισθωμένη την θέση στάθμευσης στον Χ. Σ.. Μόλις τότε, όταν προσπάθησε να εκμισθώσει την θέση στάθμευσης σε άλλο μισθωτή, απέτυχε, διότι ο χώρος στάθμευσης που είχε αγοράσει από τους εναγομένους διαπιστώθηκε ότι είχε σοβαρό πραγματικό ελάττωμα που μείωνε ουσιωδώς την δυνατότητα χρήσης του κατά τον προορισμό του, συνιστάμενο στην αδυναμία εισόδου σ' αυτόν από συνήθους μεγέθους Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητα οδηγούμενα από μέσης ικανότητας οδηγό, όταν συμβαίνει να είναι σταθμευμένα αυτοκίνητα στις όμορες της θέσεις στάθμευσης Ρ-1 και Ρ-2, λόγω σχηματισμού ορθής γωνίας σχήματος "Γ" εξ αιτίας τοποθέτησης στην ορθή παραπάνω γωνία μιας κολώνας αντιστήριξης της πολυκατοικίας. Αποτέλεσμα της όλης παραπάνω διαρρύθμισης είναι, όταν στις όμορες με την επίδικη θέσεις στάθμευσης Ρ-1 (αριστερά του "Γ") και Ρ-2 (δεξιά του "Γ") είναι σταθμευμένα αυτοκίνητα, να είναι αδύνατη η πρόσβαση στην επίδικη (Ρ-4) θέση στάθμευσης, στην άκρη του "Γ", παρά μόνο από μικρότερα του συνήθους μεγέθους αυτοκίνητα, καθώς το πλάτος των κεραιών του "Γ" είναι 3,05 μ.
πριν την γωνία και 2,80 μ. μετά από αυτήν, στην τελική ευθεία προς την ένδικη θέση στάθμευσης (Ρ-4). Υφίσταται, λοιπόν, σοβαρό πραγματικό ελάττωμα στην συγκεκριμένη θέση στάθμευσης που δεν ήταν δυνατή η εξ αρχής επισήμανση του και που μειώνει δραστικά την αξία της έτσι ώστε η τελευταία να μην υπερβαίνει τα 5.000 Ευρώ.
Δεν αποδείχθηκε, όμως, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου, σαν νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης, ψευδής εν γνώσει του διαβεβαίωση της ενάγουσας περί της πλήρους λειτουργικότητας της θέσης στάθμευσης, καθώς το παραπάνω πρόβλημα που παρουσιάζει μόνο στην πράξη μπορούσε να αναδειχθεί, μη όντας άμεσα επισημάνσιμο παρά μόνο από ειδικευμένο τεχνικό συγκοινωνιολόγο, και πάντως όχι από πολιτικό μηχανικό.
Δεν υφίσταται λοιπόν, πέραν της συμβατικής, και συρροή αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι’ αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα:
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Ο προβλεπόμενος από το επόμενο εδάφιο της αυτής διατάξεως λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας στοιχειοθετείται μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή εις αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Αντίθετα δεν επιτρέπεται αναίρεση όταν χρησιμεύουν για την από το δικαστήριο εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, απαράδεκτος.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην, άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγής επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Πρόκειται για τη χαρακτηριζόμενη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ή 8 ΚΠολΔ, με την έννοια, στην τελευταία περίπτωση, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί ορισμένου της αγωγής έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό, ο οποίος δεν περιεχόταν στο δικόγραφο αυτής.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, όταν η αγωγή αξιολογήθηκε παρά το νόμο ως ορισμένη ή αόριστη με βάση την κυριαρχική από το δικαστήριο εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου αυτής. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 534, 535, 540 ΑΚ του ισχύοντος μετά το ν.3043/2002 νομικού καθεστώτος, σε περίπτωση ευθύνης του πωλητή για την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει μείωση του συνομολογηθέντος τιμήματος, ισόποση προς την προκύπτουσα διαφορά της αξίας του πράγματος λόγω του ελαττώματος ή της ελλείψεως της συνομολογηθείσης ιδιότητας σε σχέση με εκείνη χωρίς πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητας ή ισόποση αξίωση αποζημιώσεως.
Επομένως, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης του αγοραστή κατά του πωλητή κατ' είδος ορισμένου πράγματος, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν το πραγματικό ελάττωμα, δηλαδή η σχετική με την ιδιοσυστασία και την κατάσταση του πράγματος ατέλεια του, η οποία ασκεί αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα του, ότι το ελάττωμα αυτό είναι ουσιώδες, εκμηδενίζει δηλαδή ή μειώνει ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, στην οποία απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι, ότι το ελάττωμα τούτο υπήρχε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης και κατά το χρόνο μετάβασης του κινδύνου στον πωλητή, δηλαδή κατά το χρόνο παράδοσης του πράγματος και, αν προηγήθηκε της παράδοσης ακινήτου η μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου και κατά το χρόνο της μεταγραφής, ότι ο πωλητής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε ή αγνοούσε από αμέλεια του την ύπαρξη του ελαττώματος και αίτημα την καταβολή της αποζημίωσης, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχε το πράγμα χωρίς το ελάττωμα και εκείνης που έχει ως ελαττωματικό.
Με βάση το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, κατ' ορθή αυτού εκτίμηση αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη, ως περιέχουσα τους αγωγικούς ισχυρισμούς (α)ότι η με στοιχ. Ρ-4 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου δεν διέθετε κατά τον χρόνο παραδόσεως τον απαραίτητο για την πραγματοποίηση ελιγμών χώρο, που εκτιμήθηκε ότι αποτελεί σοβαρό πραγματικό ελάττωμα, που καθιστούσε αδύνατη την χρήση του και (β)ότι λόγω του πραγματικού αυτού ελαττώματος μειώθηκε η αξία του πωληθέντος με στοιχ.
Α-2 διαμερίσματος κατά την αξία της με στοιχ. Ρ-4 θέσεως σταθμεύσεως, ποσού 15.000,00 ευρώ, την επιδίκαση του οποίου και εδιώκετο ως αποζημίωση, αξίωση της αναιρεσίβλητης η οποία προσδιορίσθηκε, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, στο ποσό των 10.000,00 ευρώ. Επομένως οι προβαλλόμενες με τους πρώτο και δεύτερο (πρώτο σκέλος) κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1, 14 και 9 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) της παρά το νόμο παραλείψεως του δικαστηρίου της ουσίας να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη και άρα απαράδεκτη και (β) της επιδικάσεως πλέον του αιτηθέντος, ελέγχονται, ως ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμες.
II. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου κατά σειρά λόγου διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η διαμόρφωση του χώρου της με στοιχ.
Ρ-4 θέσεως σταθμεύσεως, αποτυπωμένος στην οικεία κάτοψη, είχε εγκριθεί από την αρμόδιο Πολεοδομική Αρχή, ως σύννομη με τις σχετικές διατάξεις του Γ.Ο.Κ. Προφανές είναι ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα, αρνητικό των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών, έννοια με την οποία σε κάθε περίπτωση λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε με την αντίθετη θετική και αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη βασιμότητα από ουσιαστική άποψη των αγωγικών ισχυρισμών.
Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
III. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.ΑΠ 2/2008).
Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου κατά σειρά λόγου προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε (ί) την από Φεβρουάριο 2001 κάτοψη υπογείου του αρχιτέκτονος-μηχανικού ΕΜΠ Σ.
Β., εγκεκριμένη από 24-4-2001, μετά από έλεγχο, από το αρμόδιο όργανο, μηχανολόγο εφαρμογής, Δ. Δ., αρχιτέκτονα-μηχανικό, από την οποία προκύπτει ότι όλες οι κατασκευές των θέσεων σταθμεύσεως είχαν αναπτυχθεί σύμφωνα με τον ΓΟΚ και ήταν σύννομες και χρηστικές και (Μ) ΤΟ από 22-2-2007 ιδιωτικό έγγραφο, στο οποίο διατυπώνεται η συνομολογηθείσα μεταξύ της πρώτης των αναιρεσειόντων και του Ν.
Μ. σύμβαση μισθώσεως της όμορης με στοιχ. Ρ-3 θέσεως με μηνιαίο μίσθωμα 50,00 ευρώ, το οποίο δεν δικαιολογεί την εκτίμηση της αξίας της με στοιχ. Ρ-4 θέσεως στο ποσό των 15.000,00 ευρώ. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι την περί πραγμάτων κρίση της για τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών σχημάτισε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη• του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, που υπέβαλε ως εφεσίβλητη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι, ανεξάρτητα από την ενσωμάτωση σε εκείνες των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών της, αυτοτελώς και επιπροσθέτως επικαλέσθηκε δι' αυτών τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε κατά την δευτεροβάθμια δίκη προς απόκρουση της κατ' αυτής εφέσεως των αναιρεσειόντων.
Επομένως η διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του έκτου και τελευταίου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, με την έννοια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη με ενσωμάτωση των κατά την πρωτοβάθμια δίκη προτάσεων της σε εκείνες ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ερειδόμενη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Η αυτή πλημμέλεια αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης διατυπώνεται με το πρώτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου, με την έννοια της λήψεως υπόψη των ισχυρισμών της που απαραδέκτως με τον τρόπο αυτό προτάθηκαν (άρθρο 559 αρ.8 σε συνδυασμό με το άρθρο 240 ΚΠολΔ), αναιρετική αιτίαση η οποία ομοίως ελέγχεται ως αβάσιμη, σε συνέπεια με την εκτίμηση ότι η αναιρεσίβλητη ως εφεσίβλητη δεν υπέβαλε αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι δε αγωγικοί της ισχυρισμοί δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 240 ΚΠολΔ, ως μη περιλαμβανόμενοι σε εκείνους των οποίων πρέπει να γίνει επαναφορά.
Όμοια αρνητικά αιτιολογείται, ως αβάσιμη η διατυπούμενη με το τρίτο σκέλος του πέμπτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ, με αποδιδόμενη δι' αυτής πλημμέλεια αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται αντιφατικότητα στο διατακτικό της αποφάσεως.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε το πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά ,τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικούς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται (α) ότι με την διατυπούμενη στο .../30-10-2003 συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά-Χατζάκη και νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένη σύμβαση η πρώτη των αναιρεσειόντων επώλησε στην αναιρεσίβλητη το με στοιχ.
Α-2 διαμέρισμα και τη με στοιχ. Ρ-4 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου της επί της οδού ..., στην ..., πολυκατοικίας, αντί συνομολογηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος 75.000,00 και 15.000,00 ευρώ, αντίστοιχα και (β) ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως και παραδόσεως του διαμερίσματος η με στοιχ. Ρ-4 θέση σταθμεύσεως είχε σοβαρό πραγματικό ελάττωμα, που μείωνε ουσιωδώς την δυνατότητα χρήσεως της κατά τον προορισμό της, συνιστάμενο στο ότι δεν διέθετε τον απαραίτητο για την πραγματοποίηση ελιγμών χώρο, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η προσπέλαση και στάθμευση συνήθους μεγέθους ΙΧΕ αυτοκινήτου, οδηγούμενο από μέσης ικανότητας οδηγού, με εντεύθεν από την αιτία αυτή μείωση της αξίας του πωληθέντος διαμερίσματος, ισόποση προς την αντίστοιχη μείωση της αξίας της θέσεως σταθμεύσεως, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 5000,00 ευρώ αντί εκείνης, χωρίς την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος, των 15.000,00 ευρώ.
Δεν αποτελούν αιτιολογία κατά την προδιαληφθείσα .του όρου έννοια η διάφορη αξιολόγηση από την προσβαλλόμενη απόφαση των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων (ί) για αρχική επί διετία εκμίσθωση από την αναιρεσίβλητη της με στοιχ.Ρ-4 θέσεως σταθμεύσεως και (ίί) εγκρίσεως, μετά από έλεγχο, της κατόψεως των χώρων σταθμεύσεως από την αρμόδιο Πολεοδομική Αρχή, ως σύννομων κατά του ΓΟΚ και χρηστικών για την κατά τον προορισμό τους χρήση, πραγματικά επιχειρήματα, ανταποδεικτά προβαλλόμενα, η εσφαλμένη εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των οποίων δεν συνιστά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Τα με στοιχ.(α) και (β) πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων στην αρχή της παρούσης διατάξεων παραδοχή της κατά των αναιρεσειόντων απευθυνόμενης αγωγής της αναιρεσίβλητης για το ποσό των 10.000,00 ευρώ, θετική της ζημία ισόποση: προς τη μείωση της αξίας του πωληθέντος με στοιχ.
Α-2 διαμερίσματος λόγω του πραγματικού ελαττώματος της με στοιχ. Ρ-4 θέσεως σταθμεύσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να ελέγχονται ως αβάσιμες.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει, μετά την αρνητική αξιολόγηση, ως αβασίμων, στο σύνολό τους, των διατυπουμένων λόγων, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 709/26-6-2009 αίτηση για αναίρεση της 741/13-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ