Legislator Case Law & Legislation
160/2008 AI generated

160/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 160/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

160/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 160 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 160/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πιέρρο Πλαγιανάκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατσουρίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-3-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 10-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 788, 789, 790 ΑΚ, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών, λαμβανομένης κατά το μέγεθος των μερίδων, δύναται να καθορισθεί ο προσήκων για το κοινό αντικείμενο τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης αυτού. Τυχόν υπάρχουσα παραβίαση των όρων 789 ΑΚ η αντίθεσης της απόφασης της πλειοψηφίας προς την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, παράγει σχετική μόνον ακυρότητα υπέρ των απαρτιζόντων την μειοψηφία μερίδων των κοινωνών και παρέχει δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, κατ' άρθρο 790 ΑΚ, χωρίς να θίγεται εντεύθεν το κύρος δικαιοπραξίας τελεσθείσας μεταξύ της πλειοψηφίας (ως διαχειριζόμενης το κοινό) και τρίτου (ΑΠ 94/1989).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση, μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής αδύνατη η εκτέλεσή της, ή να εμποδίζεται η παραγωγή και ενέργεια του δεδικασμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και της πρωτόδικης που ενσωματώθηκε σ' αυτήν, προκύπτει ότι το δικαστήριο αναγνώρισε ότι είναι άκυρη, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη και στα έννομα συμφέροντα της ενάγουσας, η από 9-3-2001 απόφαση των εναγομένων - αναιρεσειόντων συγκοινωνών, εχόντων την πλειοψηφία των μερίδων, να εκμισθώσουν το περιγραφόμενο κοινό ακίνητο στην τρίτη εταιρία με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟ - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", η οποία (σύμβαση μίσθωσης) δεν θίγεται από την ακυρότητα της κατά τ' ανωτέρω απόφασης της πλειοψηφίας ως διαχειριζομένης το κοινό, και διόρισε ως συνδιαχειριστές του κοινού ακινήτου την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και τον ..., στους οποίους παρέσχε την εξουσία να προβαίνουν σε πράξεις τακτικής διοίκησης και διαχείρισης αυτού και στην άσκηση των μισθωτικών δικαιωμάτων που απορρέουν από την από 9-3-2001 σύμβαση μίσθωσης.

Έτσι αποφανθέν το Εφετείο δεν υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 στοιχ. β' του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, όταν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, επιλαμβανόμενο, κατόπιν σχετικής αγωγής, της ρύθμισης των της διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού, κατά τον μάλλον πρόσφορο και συμφέροντα σε όλους τους κοινωνούς τρόπο, διορίζει ως διαχειριστές περισσότερα πρόσωπα των προτεινομένων. Και τούτο διότι ο διορισμός διαχειριστή (ο αριθμός και τα πρόσωπα αυτών) εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (790 ΑΚ), μη υποχρεουμένου τούτου να αποδεχθεί τον προτεινόμενο από τον ενάγοντα τρόπο διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού.

Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει όταν στην απόφαση δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στηρίχθηκε για να δεχτεί ή να απορρίψει την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Αντιφατικές δε ή ανεπαρκείς αιτιολογίες υπάρχουν, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και οι περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας παραδοχές, με βάση τις οποίες αυτό κατέληξε να δεχτεί ή να απορρίψει την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, αφού μόνο με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί να διαπιστωθεί εάν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του νόμου σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα (ΑΠ 589/2005).

Επίσης, πρέπει να συγκεκριμενοποιείται το σφάλμα του δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και ειδικότερα να εκτίθεται σε τι συνίσταται η αντίφαση ή ποία περιστατικά δεν περιέχονται στην απόφαση, ενώ έπρεπε να περιέχονται για να είναι επαρκής η αιτιολογία της. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προσάπτουν έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος α) διότι με αυτόν δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα αυτών και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής, β) διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο πλήρεις οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αλλ' αποσπασματικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-3-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 262/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ