Legislator Case Law & Legislation
160/2007 AI generated

160/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 160/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουνίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26674/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

160/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
traumatic brain injury accident victim traffic accident road safety accident insurance coverage driving while unfit to drive
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 160 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 160/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ζ1, 2.Ζ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΜΠΕΡΙΑΛ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτσοχήνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουνίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26674/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ου και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 28 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 11764 Δ και 11763 Δ/3-3-2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...αποδεικνύεται, ότι πιστά αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δυο πρώτους αναιρεσίβλητους Ζ1 και Ζ2. Όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-10-2000 και περί ώρα 11.50 περίπου ο πρώτος εναγόμενος (Ζ1) οδηγούσε το ...αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου (Ζ2) και ασφαλισμένου στην τρίτη εναγομένη (ασφαλιστική εταιρεία, με επωνυμία ΙΜΠΕΡΙΑΛ ΕΛΛΑΣ Αν.

εταιρία γενικών ασφαλίσεων) για τις υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες τρίτων, επί της οδού ....της πόλης Θεσ/νίκης με κατεύθυνση την περιοχή της ...., έχοντας πρόθεση να επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά προκειμένου να κινηθεί στην οδό .... που οδηγεί στους ..... Την ίδια στιγμή ο Χ3, πατέρας των εναγόντων, οδηγούσε το ....δίκυκλο μοτοποδήλατο στην ίδια οδό, κινούμενος ομόρροπα, κανονικά στη δεξιά λωρίδα του δεξιού ρεύματος κυκλοφορίας με μικρή ταχύτητα, έχοντας πρόθεση και αυτός να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό ....προκειμένου να κατευθυνθεί επίσης προς ...., όπου κατοικούσε.

Ο πρώτος εναγόμενος, αν και είχε πρόθεση να επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, δεν κατέλαβε εγκαίρως τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ...., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με δυο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε ρεύμα πλάτους (του κάθε ρεύματος) οκτώ μέτρων, ούτε κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του να κινηθεί δεξιά με το άναμμα του δεξιού δείκτη πορείας του αυτοκινήτου (δεξιό φλας), αλλ' απότομα έστριψε δεξιά επί της διασταύρωσης με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του δικύκλου μοτοποδηλάτου και να συγκρουστεί με αυτό που ακολουθούσε σε πολύ μικρή απόσταση, πριν προλάβει ο οδηγός του να επιχειρήσει δεξιά στροφή και το εξανάγκασε να επιπέσει στο δεξιό πλάγιο τμήμα του αυτοκινήτου του.

Η σύγκρουση αυτή οφείλεται στο ότι κατά τη στιγμή που το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος εισέρχονταν εντός της διασταύρωσης κατευθυνόμενο δεξιά (σε σχέση με την πορεία του), αυτός δεν κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του να ακολουθήσει δεξιά κατεύθυνση και από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός δεν αντελήφθη ή δεν έλαβε υπόψη του το ομορρόπως κινούμενο μοτοποδήλατο που κινούνταν στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας του, με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο, του οποίου ο οδηγός αιφνιδιάστηκε και δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να πράξει ο,τιδήποτε προκειμένου ν' αποφύγει τη σύγκρουση, να επιπέσει στο πλάγιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του εναγομένου και να συρθεί σε απόσταση οκτώ μέτρων, ο δε οδηγός του Χ3 να εκτιναχθεί σε άλλη τόση απόσταση από το σημείο σύγκρουσης και να τραυματισθεί βαρύτατα.

Ειδικότερα υπέστη πολλαπλά κατάγματα θόλου κρανίου αρ. με επέκταση στη βάση του κρανίου, αιμορραγία στα ιγμόρια και στη ρινική κοιλότητα, αέρα ενδοκρανικά, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα αρ. μετωποβασικά, πολλαπλές θλαστικές εστίες μετωπιαία αριστερά και μετρίου βαθμού οίδημα αριστερά, εξ αιτίας δε των τραυμάτων αυτών, αφού μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, εμφάνισε σοβαρότατες επιπλοκές και ειδικότερα υπέστη βροχοπνευμονικές προσβολές δεξιά γενικευμένη πνευμονία, σηψαιμία και νεφρική ανεπάρκεια, λόγω των οποίων επήλθε ο θάνατός του στις 3-12-2000.

Όμως και τον θανόντα βαρύνει συντρέχον πταίσμα, το οποίο συνετέλεσε στην επέλευση του ως άνω βαρύτερου αποτελέσματος εκ του τραυματισμού του, καθόσον δεν φορούσε κράνος όπως είχε υποχρέωση με βάση τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, λαμβανομένου δε υπόψη ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη αφορούσαν όλες την περιοχή της κεφαλής, ήτοι την περιοχή του κρανίου και της βάσης του κρανίου η έλλειψη του κράνους συνετέλεσε ώστε να είναι βαρύτατες και να επέλθει το θανατηφόρο αποτέλεσμα, ο δε βαθμός συνυπαιτιότητος του θανόντος ανέρχεται σε 20%.

Συνεπώς, η υπό των εναγομένων προβληθείσα περί συντρέχοντος πταίσματος ένσταση, συνισταμένη στο ότι ο θανών δεν φορούσε κράνος και έτσι συνετέλεσε ο ίδιος στο βαρύτερο εκ του τραυματισμού του αποτέλεσμα, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε, ότι και οι δυο ενάγοντες, τέκνα του θανατωθέντος Χ3 και δη η πρώτη που ζούσε μαζί του, αφού η μητέρα τους και σύζυγός του είχε προαποβιώσει, καθώς και ο δεύτερο ς που δεν ζούσε το τελευταίο χρονικό διάστημα μαζί με τον πατέρα του αλλά σε άλλο σπίτι με τη μνηστή του, είχαν όμως άριστες σχέσεις και τους συνέδεε σεβασμός, αγάπη και αλληλοκατανόηση, δοκίμασαν και θα δοκιμάζουν ψυχικό πόνο και θλίψη από τον αιφνίδιο και πρόωρο θάνατο του πατέρα τους και επομένως δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατός του, η ηλικία του κατά το χρόνο που προκλήθηκε ο θάνατός του (61 ετών), η άριστη κατάσταση της υγείας του, ο βαθμός συγγένειας και αγάπης που τους συνέδεε, η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, το συντρέχον πταίσμα του θανόντος σε ότι αφορά την έκταση της ζημίας και η οικονομική κατάσταση των δύο πρώτων εναγομένων και των εναγόντων, πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 12.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο για το θάνατο του ως άνω πατρός των εναγόντων τον πρώτο εναγόμενο, επιδίκασε δε ως χρηματική ικανοποίηση ποσά μεγαλύτερα, ήτοι 50.000 ευρώ και 40.000 ευρώ στην πρώτη και στο δεύτερο ενάγοντα αντίστοιχα, απέρριψε δε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος συνισταμένου στο ότι αυτός δεν φορούσε κράνος και έτσι συνετέλεσε στην επέλευση του βαρύτερου αποτελέσματος, με την αιτιολογία ότι ο θανών είχε τραυματισθεί και στη βάση του κρανίου που δεν κάλυπτε το κράνος και ότι εξ αυτού του λόγου θα επέρχονταν το θανατηφόρο αποτέλεσμα, χωρίς να αποφανθεί εάν το τραύμα αυτό ήταν αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξη της πορείας της υγείας του και του αποτελέσματος που τελικά επήλθε και χωρίς να λάβει υπόψη του ότι ο θανών είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα θόλου κρανίου, το δε τραύμα στη βάση του κρανίου ήταν (σύμφωνα με τη γνωμάτευση των θεραπόντων ιατρών και την ιατροδικαστική έκθεση) επέκταση των καταγμάτων του θόλου κρανίου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 25-11-2003 (αρ.

κατ. 4635/25-11-2003) έφεση των εναγόντων (αναιρεσειόντων), αφού ο λόγος αυτής περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων σχετικά με το ύψος των επιδικασθέντων ποσών της χρηματικής ικανοποίησης αποδείχτηκε ουσιαστικά αβάσιμος, να γίνουν δε δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της από 5-11-2003 (αρ. κατ. 4354/6-11-2003) έφεσης των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό και γίνει και πάλι εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, να υποχρεωθούν δε οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 12.986 ευρώ (για έξοδα κηδείας και χρηματική ικανοποίηση) και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 12.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, που σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Έλαβε υπόψη τους προσδιοριστικούς παράγοντες (συνθήκες ατυχήματος, ηλικία θανόντος πατέρα των αναιρεσειόντων, άριστη κατάσταση της υγείας του, βαθμό συγγένειας και αγάπης των εναγόντων τέκνων του, αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, συντρέχον πταίσμα του θανόντος σε ότι αφορά την έκταση της ζημίας του και οικονομική κατάσταση εν γένει των δυο πρώτων εναγομένων και των εναγόντων) για την επιδίκαση των παραπάνω χρηματικών ποσών στους ενάγοντες λόγω ψυχικής οδύνης.

Έτσι δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 19, 1 και 8 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα πρέπει, οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος, δεύτερο μέρος, λόγοι του αναιρετηρίου, που προσάπτουν τις αντίστοιχες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και (όλα) τα με επίκληση επαναπροσκομισθέντα στην κατ' έφεση δίκη από τα διάδικα μέρη έγγραφα, ανάμεσα στα οποία και εκείνα τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες ως άνω αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που αναφέρονται στο δεύτερο, πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης, δηλαδή: α) την 6035/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος (Ζ1) σε φυλάκιση 12 μηνών, με τριετή αναστολή, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε βάρος του άνω πατέρα των αναιρεσειόντων και β) τη βεβαίωση, με αρ. πρωτ. 2767/8-9-2004, του ...., γενικού διευθυντή της ΕΡΤ3, ο οποίος βεβαιώνει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα (Χ1) είναι εξαιρετική συνεργάτης της ΕΡΤ3 με σύμβαση έργου και αμείβεται με εργολαβικό αντάλλαγμα, προσφέρουσα μέχρι σήμερα (έκδοσή της) ως ΜΟΝΤΕΡ.

Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης, που προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-11-2005 αίτηση των Χ1 κ.λ.π., για αναίρεση της 134/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "Ιμπέριαλ ΕΛΛΑΣ ΑΕ Γενικών Ασφαλίσεων", που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ