Legislator Case Law & Legislation
160/2006 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against eviction order, rejecting inadmissibility claim regarding lower court decision.

Case Number 160/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the eviction order, annulling the second-instance judgment while dismissing the portion challenging the first-instance decision as inadmissible. The appellant argued that the lower court failed to limit cross-examination of sworn statements to three per side, citing specific procedural articles. The court ruled that the general rule allowing more than three statements applies to rent disputes unless explicitly restricted, but the appeal against the first-instance ruling was inadmissible because only the second-instance judgment is reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 650(1)(c), 270(2)(c), 591(1) of the Code of Civil Procedure; The general provision permitting more than three sworn statements applies to rent disputes unless specifically restricted by special procedural rules; appeals against first-instance judgments are inadmissible when the second-instance judgment has already been issued.

Keywords

AI generated
rent dispute procedure sworn statements limit appeal admissibility second instance review procedural hierarchy

Cited Legislation

AI generated
Article 650(1)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 270(2)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 591(1) of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 2943/2001
Article 12 of Law 2915/2001

Cited Case Law

AI generated
Case 522/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 160 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 160/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Λ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανδαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3728/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2175/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Μαϊου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανάγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών και την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος, που αυτή στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 3278/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασμό με το άρθρο 270 παρ. 2 γ’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 που καταλαμβάνει χρονικά την προκείμενη υπόθεση (άρθρ. 15 ν. 2943/2001) με την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις...

και από τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζεται ότι τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών... προκύπτει, ότι στις εν λόγω διαδικασίες, στις οποίες εμπίπτει και εκείνη των μισθωτικών διαφορών, λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να ορίζεται αριθμητικός τούτων περιορισμός ( AΠ 522/1999).

Επομένως, στη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών,κατά την κρατήσασα άποψη, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις των οποίων γίνεται επίκληση και για τη σύνταξή τους έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις, έστω και αν αυτές υπερβαίνουν αριθμητικά τις τρεις. Η γενική διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως κατά τα ανωτέρω τροποποιήθηκε, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, διότι στην πιο πάνω ειδική διάταξη του άρθρ. 650 απρ. 1 εδ.

γ ορίζεται, για το επίμαχο θέμα, άλλως, με το να μη τίθεται δηλαδή ο κατά τα ανωτέρω αριθμητικός περιορισμός και να μη αποκλείονται, εντεύθεν, οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται με τον πρώτο από το άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το εφετείο κατέληξε στην παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και διέταξε την απόδοση της χρήσεως του μισθίου καταστήματος της Λεωφόρου Βουλιαγμένης αριθ. ...

των Αθηνών, λόγων, δήθεν, καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων από δυστροπία, χωρίς να λάβει υπόψη του, τις υπ’ αριθ. ... και .../2004 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Α. και Α. Γ., πωλητριών στο μίσθιο κατάστημα, οι οποίες, ένορκες βεαιώσεις, δόθηκαν μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου, είχε γίνει ρητή αυτών επίκληση και ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, έπρεπε, να γίνεται ειδική τούτων μνεία στην απόφαση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι, ενώ, πράγματι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, με αριθμούς ..., ..., ..., ... και .../2004 του Ειρηνοδίκη Αθηνών, το Εφετείο αναφέρει μόνο τις τρεις υπ’ αριθμ. ..., ... και .../2004 και για τις λοιπές δύο (υπ’ αριθ. ...

και ...) δεν κάνει απολύτως καμία μνεία. Επομένως, κατά την κρατήσασα άποψη και με την εκδοχή ακόμη ότι η παράλειψη της αναφοράς των εν λόγω ένορκων βεβαιώσεων, δεν οφείλεται σε παραδρομή αλλά αποτελεί απόφαση του δικαστηρίου σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 270 παρ. 2 γ’ ΚΠολΔ, έσφαλε το εφετείο ,αφού παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Πρέπει, συνεπώς, κατά τον βάσιμο περί αυτού πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 11, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, απορριπτομένων, ως αβασίμων, όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τον αναιρεσίβλητο, ότι δηλαδή, δεν υπείχε το δικαστήριο υποχρέωση να λάβει υπόψη και να μνημονεύσει τις επί πλέον δύο ένορκες βεβαιώσεις, ενόψει του περιορισμού του άρθρ. 270 ΚΠολΔ.

Ένα , όμως, από τα μέλη του Δικαστηρίου ο Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης διατύπωσε την ακόλουθη άποψη : Από τις διατάξεις των άρθρων 592 - 681 ΙΔ ΚΠολΔ προκύπτει ότι, οι δι’ αυτών θεσπιζόμενες ειδικές διαδικασίες έχουν, όπως και η τακτική, διαγνωστικό χαρακτήρα και οδηγούν την έκδοση αποφάσεως που τέμνει, κατά κανόνα, με δύναμη δεδικασμένου τη διαφορά.

Ο νομοθετικός σκοπός της θεσπίσεως τους συνίσταται κυρίως, για μεν τις διαδικασίες των γαμικών διαφορών και των διαφορών μεταξύ γονέων και τέκνων, να υπηρετηθεί μέσω των σχετικών ρυθμίσεων αποτελεσματικότερα, για λόγους δημοσίου συμφέροντος η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας και να εφαρμοσθεί η διαδικασία προς τον προσωπικό χαρακτήρα των εν λόγω διαφορών, για δε τις λοιπές ειδικές διαδικασίες να εισαχθεί για τη συγκεκριμένες κατηγορίες διαφορών, ταχύτερη και απλούστερη διαδικασία με χαρακτηριστικά την αμεσότητα και την προφορικότητα, πλεονεκτήματα που πάντως υπάρχουν πλέον, κατά το πλείστον, και για τις υποθέσεις που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενόψει των ήδη ισχυουσών ρυθμίσεων του άρθρου 270 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά:

α) ... κ.λ.π. Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής προκύπτει με σαφήνεια, ότι στις ειδικές διαδικασίες έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της τακτικής διαδικασίας με εξαίρεση μόνο εκείνες που αντίκεινται στις ειδικές ρυθμίσεις που καθιερώνουν τα άρθρα 592 έως 681 Δ ΚΠολΔ. Δηλαδή, αποκλείεται η εφαρμογή μιας διάταξης της τακτικής διαδικασίας όταν, ή στο μέτρο που το διαδικαστικό ζήτημα το οποίο αυτή ρυθμίζει, ρυθμίζεται διαφορετικά στις ειδικές διαδικασίες.

Στο πλαίσιο αυτό η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, κατά το μέρος που ορίζει ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 237 πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες", έχει εφαρμογή κατά το μέρος που τίθεται όριο στον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε πλευρά μπορεί να χρησιμοποιήσει, ή στον αριθμό την προς αντίκρουση τέτοιων βεβαιώσεων προσκομιζομένων, και στις ειδικές διαδικασίες.

Και τούτο γιατί με τις διατάξεις που τις θεσπίζουν εκτός από τις ρυθμίσεις α) του άρθρου 591 παρ. 1 περ. δ ΚΠολΔ, που αφορά τον χρόνο προσκόμισης μετά τη συζήτηση αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και ένορκες βεβαιώσεις, για το σχολιασμό των αποδείξεων και β) των άρθρων 650 παρ. 1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ που επιβάλλουν την για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου προ 24 τουλάχιστον ωρών, ουδεμία ειδική ως προς το εν λόγω ζήτημα, ρύθμιση γίνεται.

Επομένως, θα έπρεπε ν’ απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως

ΙΙ. Αντίθετα, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 3278/2003 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, διότι αφού έχει απορριφθεί, η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου έφεση, ελέγχεται αναιρετικά, μόνο, η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώθηκε σε εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αναίρεση κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 3278/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δέχεται αυτή εν μέρει κατά τα λοιπά

Αναιρεί, την 2175/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ