Legislator Case Law & Legislation
1609/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank settlement, remanding case due to insufficient reasoning on causation.

Case Number 1609/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's decision to settle a dispute between a credit union and its members. The Court of Appeal had accepted the claim that members suffered financial loss due to the bank's misleading conduct regarding investment contracts. The Supreme Court found the reasoning insufficient because it failed to adequately explain the causal link between statutory liquidity restrictions and the specific damages claimed by the members.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal is admissible if the lower court fails to provide sufficient reasoning to establish the causal link between the defendant's conduct and the plaintiff's alleged damages, necessitating remittal for further examination.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility insufficient reasoning standard causal link requirement financial damages causation remittal for retrial bank settlement dispute statutory liquidity restrictions

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1609 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1609/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη που ανακάλεσε την από 23/5/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Γ. Μ. του Ε., 3) Δ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευγένιο Αρετάκη που ανακάλεσε την από 22/5/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/7/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 25/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 24/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 1-8-2018 αγωγή των αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και:

α) υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.830 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.935 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 14.702,50 ευρώ, β) αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.830 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.935 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 13.702,50 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι τελευταίοι από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος διά των προστηθέντων υπαλλήλων του.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας, σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 609/2022).

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης, ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης, προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 529/2024, ΑΠ 1007/2019).

Οι ως άνω προϋποθέσεις στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 2251/1994, όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του.

Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφή πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 529/2024, ΑΠ 1007/2019).

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρησης πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018).

Περαιτέρω προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας κατά τ' άρθρα 914 επ. ΑΚ είναι, μεταξύ άλλων και η αιτιώδης συνάφεια, η οποία εννοείται ως η σχέση αιτίας και αποτελέσματος (της ζημίας), υπάρχει δε όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο πράγματι και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για την θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπτει όμως από την γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη. Τέλος, στις διατάξεις του Ν. 1667 της 5/6.12.1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις (Α` 196) ορίζονται τα ακόλουθα:

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 "Οι συνεταιρισμοί είναι ιδίως παραγωγικοί, καταναλωτικοί, προμηθευτικοί, πιστωτικοί, μεταφορικοί και τουριστικοί. Κατά την παράγραφο 3 και 4 του ίδιου άρθρου 1, για τη σύσταση συνεταιρισμού απαιτείται η σύνταξη καταστατικού το οποίο μεταξύ άλλων πρέπει να περιέχει: α , β......, γ , δ , ε , στ , ζ) Την μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που εξοφλούνται ή αποδίδονται σε συνεταίρους που αποχωρούν ή αποκλείονται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 (Α` 178), καθώς και τη μέθοδο αποτίμησης της εισφοράς που υποχρεούνται να καταβάλουν οι νέοι συνεταίροι κατά την είσοδό τους στους ως άνω πιστωτικούς συνεταιρισμούς, όπως η περίπτωση ζ` προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α' 81/5.4.2013.

Επίσης, το άρθρο 2 παρ. 7 του ίδιου νόμου (1667/1986), όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2α Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013, ορίζει ότι "Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης.

Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στον συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων ή, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους.

Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 1667/ 1986, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 76 παρ. 1 του Ν. 4583/2018 (ΦΕΚ A 212/18.12.2018), στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός.

Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2 του Ν. 3693/2008 (ΦΕΚ Α` 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης.

Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με την ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2.

Επίσης, κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου (1667/1986) "1. Η γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο και αποφασίζει για όλα τα θέματα του συνεταιρισμού (παρ. 1). Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγονται ιδίως:... "θ) Η έγκριση αιτήσεων συνεταίρων για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας κατά την αποχώρησή τους από το συνεταιρισμό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό του παρόντος νόμου, που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 3601/2007" (όπως η περίπτωση θ` προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013, ΦΕΚ Α` 81/5.4.2013) (παρ. 2).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014 ΦΕΚ Α` 107/ 5.5.2014, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2013/36/ΕΕ "για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/ 1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με την μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι συνεταιριστικές τράπεζες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν αίτημα εξαγοράς και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μόνον εφόσον:

α) δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας (άρθρο 2 παρ. 9 εδ. τελευταίο του Ν. 1667/1986, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2β του άρθρου 28 του Ν. 4141/ 2013) και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ιδίου Ν. 1667/1986 και β) έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 149 Ν. 4261/ 2014).

Ειδικότερα, η άδεια της τράπεζας πρέπει να έχει ληφθεί πριν από την καταβολή σε συνεταίρους, λόγω εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, ποσών, τα οποία κατά τη διάρκεια μιας χρήσης υπερβαίνουν το παραπάνω όριο. Δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων πριν από την έγκριση του ισολογισμού της οικονομικής χρήσης κατά την οποία υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αποχώρησης (εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων), από την συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 7, του άρθρου 2 παρ. 9, του άρθρου 6 παρ. 2 στοιχ.

στ` και θ` του Ν. 1667/1986, προκύπτει ότι η συνεταιριστική τράπεζα υποχρεούται αμέσως μετά την έγκριση του ισολογισμού, να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τυχόν ύπαρξη αιτήσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης για την οποία εγκρίθηκε ο εν λόγω ισολογισμός (συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου τριμήνου της αμέσως προηγούμενης χρήσης), οι οποίες ικανοποιούμενες, θα οδηγούσαν κατά την χρονική στιγμή της εξόφλησής τους σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την τελευταία ημέρα της παρελθούσας οικονομικής χρήσης (κατά την οποία υποβλήθηκαν και οι σχετικές αιτήσεις).

Η εξόφληση δε, κατά την περίπτωση αυτή, των συνεταιριστικών μερίδων δεν επιτρέπεται να γίνει πριν από την χορήγηση σχετικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον η εξόφληση θα οδηγούσε σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται η εξόφληση βάσει της καθαρής θέσης της συνεταιριστικής τράπεζας την τελευταία ημέρα της προηγούμενης οικονομικής χρήσης.

Η απαγόρευση αυτή ισχύει, αν η αξία του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων που πρόκειται να εξοφληθούν, κατόπιν υποβληθεισών κατά τα ανωτέρω αιτήσεων, σε μία οικονομική χρήση υπερβαίνει το ποσοστό του 2% των ιδίων κεφαλαίων της κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται εξόφληση (ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1565/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 281, 288, 914, 932, 822 και 830 ΑΚ, του άρθρου 2 παρ. 1, 4, 7 και 9, άρθρου 3, άρθρου 4 παρ. 3 και 4 και άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί", του άρθρου 27 παρ. 5 ν. 3601/2007 σε συνδ.

με άρθρο 149 ν. 4261/2014 "Πιστωτικά Ιδρύματα", δεχόμενο με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι του αναιρεσείοντος πιστωτικού συνεταιρισμού, που ενεργούσαν υπό την καθοδήγηση των καταστατικών του οργάνων, δεν ενημέρωσαν τους αναιρεσίβλητους κατά την κατάρτιση των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση" για τους επενδυτικούς κινδύνους που εμπεριείχαν οι συμβάσεις αυτές και ότι ειδικότερα με την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων αφενός γίνονταν συνέταιροι του αναιρεσείοντος υπέχοντας ευθύνη αποζημίωσης μέχρι το επενδυμένο στις μερίδες κεφάλαιό τους και αφετέρου η πραγματική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που αυτοί κατείχαν κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου της επένδυσής τους μπορούσε να μειωθεί ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δε ζήτησαν από τoυς αναιρεσίβλητoυς να συμβληθούν στη σύμβαση "Αποδίδω", παρουσιάζοντας αυτήν ως μια τυπική αλλαγή του ονόματος της προηγούμενης επένδυσης "Χρυσή Επένδυση", αποσιωπώντας δολίως τους κινδύνους μείωσης της αξίας και αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών τους μερίδων που αναλάμβαναν με αυτή και έτσι οι αναιρεσίβλητοι παραπλανήθηκαν και υπέγραψαν την εν λόγω σύμβαση, πιστεύοντας ότι οι όροι περί ρευστοποίησης των συνεταιριστικών τους μερίδων του προηγούμενου προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" εξακολουθούν να ισχύουν, ότι η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος συνιστά ζημιογόνα από πρόθεση συμπεριφορά που αντιβαίνει στη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων και στην απορρέουσα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη σχέση εμπιστοσύνης που ιδρύεται μεταξύ συνεταίρου και συνεταιρισμού και δημιουργεί αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση των αναιρεσίβλητων, εξαιτίας της αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων τους.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών είναι νόμιμα συσταθείς κατά τις διατάξεις του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α7Ι96), αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στην πόλη των Χανίων και την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης", και συνεχίζει να λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα από το 1995 οπότε έλαβε με τη με αριθμό 560/18.9.1995 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος.

Οι ενάγοντες που τυγχάνουν συγγενείς, εκ των οποίων ο πρώτος, γεννηθείς το έτος 1945, είναι ήδη συνταξιούχος επιπλοποιός του Ναυστάθμου Κρήτης, ο δεύτερος, γεννηθείς το έτος 1960, και ο τρίτος το έτος 1968, είναι αγρότες, άπαντες με γραμματικές γνώσεις αποφοίτου δημοτικού σχολείου. Για τις τραπεζικές τους συναλλαγές είχαν επιλέξει, ήδη από τα έτη 2000 ο πρώτος, το 2001 ο δεύτερος και το 2003 ο τρίτος αντίστοιχα εκτός από την τότε Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ως αγρότες, και το ευρισκόμενο στον τόπο καταγωγής και κατοικίας τους και συγκεκριμένα στο χωριό Πλάτανος Κισσάμου Νομού Χανίων υποκατάστημα του εναγομένου, στο οποίο υπάλληλος ήταν ο ομοχώριός τους Ν.

Τ..

Προκειμένου να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες του εναγομένου οι ενάγοντες απέκτησαν κατόπιν έγγραφης αιτήσεώς τους μια υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα του εναγομένου, η οποία σήμερα αντιστοιχεί, μετά από διάσπασή της το 2010, σε 5 μερίδες και το έτος 2010 όλοι οι ενάγοντες απέκτησαν από μια προαιρετική μερίδα σε προνομιακή τιμή των 30 ευρώ (αντί 35) στο πλαίσιο αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του εναγομένου στις 24-11-2010.

Το έτος 2013, οι ενάγοντες ενδιαφέρθηκαν να καταθέσουν τις αποταμιεύσεις τους στον εναγόμενο και ο προαναφερόμενος υπάλληλος, ακολουθώντας τις οδηγίες και εντολές του εναγόμενου, λαμβάνοντας υπόψιν το ύψος του προς κατάθεση ποσού, την περιουσιακή και προσωπική κατάσταση των εναγόντων και την επιθυμία τους για την ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, τους σύστησε ως καταλληλότερο για την περίπτωσή του το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", καθώς, όπως τους διαβεβαίωσε, εκτός από επικερδής λόγω του υψηλότερου, σε σχέση με τα ισχύοντα σε άλλες τράπεζες, επιτοκίου ήταν και ασφαλής τοποθέτηση, και ειδικότερα ότι επρόκειτο για ένα είδος επένδυσης της οποίας το κεφάλαιο χωρίζεται σε δυο μέρη, το πρώτο αποτελούμενο από το 90% του κεφαλαίου τοποθετείται σε αγορά συνεταιριστικών μερίδων και το 10% στο λογαριασμό "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" και στο σύνολό του το ποσό φέρει σταθερό επιτόκιο ύψους 25%, παρείχε ασφαλή φύλαξη των αποταμιεύσεών τους χωρίς επενδυτικό κίνδυνο, ελάχιστη εγγυημένη απόδοση μεγαλύτερη των προθεσμιακών καταθέσεων και δυνατότητα ανάληψης μετά την πάροδο ενενήντα (90) ημερών.

Συγχρόνως επέδειξε σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, που για το σκοπό της διαφήμισης του προϊόντος ο εναγόμενος διέθετε σε κάθε κατάστημά του (βλ. προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο ενημερωτικού φυλλαδίου του εναγόμενου με τον τίτλο "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και εκτυπωμένες πληροφοριακές αναρτήσεις για το εν λόγω προϊόν από την ιστοσελίδα στο διαδίκτυο ...

του εναγόμενου). Οι ενάγοντες πείστηκαν από τις ρητές διαβεβαιώσεις του προστηθέντος του εναγομένου περί της αλήθειας όλων των προαναφερόμενων πλεονεκτημάτων του προϊόντος "Χρυσή Επένδυση" και συνήψαν ο μεν πρώτος ενάγων στις 05.03.2013, την υπ' αριθ. .../2013 σύμβαση, δυνάμει της οποίας ενετάχθη στο επενδυτικό πρόγραμμα "χρυσή επένδυση", τοποθετώντας συνολικά κεφάλαιο ύψους 25.500 €, εντάσσοντας στο πρόγραμμα συνολικά 655 συνεταιριστικές μερίδες, εκ των οποίων τις 650 απέκτησε την ίδια ημέρα, ενώ τις λοιπές 5 διέθετε ήδη ως προαναφέρθηκε και ταυτόχρονα, τοποθέτησε σε ειδικό λογαριασμό το ποσό των 2.575 €, ο οποίος ονομαζόταν "χρυσή κατάθεση" και είχε αριθμό ...

Ακολούθως, ο δεύτερος ενάγων, τοποθέτησε στο ίδιο επενδυτικό προϊόν κεφάλαιο ύψους 26.000 €, κατά ποσοστό 90% (10.000 €) σε 668 συνεταιριστικές μερίδες, εκ των οποίων τις 5 είχε ήδη στο όνομά του, ενώ 662 εξ αυτών απέκτησε την ίδια ημέρα, με την τρέχουσα τιμή διάθεσης από την τράπεζα 35 ευρώ και κατά ποσοστό 10% (2.620 €) σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου (με αριθμό ...), καταρτίζοντας με τον εναγόμενο την υπ' αριθ. ....2013 σύμβαση.

Ο δε τρίτος των εναγόντων, κατήρτισε την υπ' αριθ. ....2013 σύμβαση, τοποθετώντας στο ίδιο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα συνολικά κεφάλαιο ύψους 30.000 €, κατά ποσοστό 90% σε 771 συνεταιριστικές μερίδες, με την τρέχουσα τιμή διάθεσης από την τράπεζα εκ των οποίων 765 απέκτησε, αυθημερόν, ενώ τις λοιπές είχε ήδη στο όνομά του και κατέθεσε σε ειδικό λογαριασμό το ποσό των 3.015€ (10% του προαναφερθέντος συνολικού κεφαλαίου), ο οποίος έφερε το όνομα "χρυσή κατάθεση" και είχε αριθμό ...

Για την απόκτηση των νέων μερίδων υπεδείχθη στους ενάγοντες από τον ως άνω προστηθέντα του εναγομένου η υποβολή έγγραφης αίτησης εγγραφής συνεταίρου ως προβλέπεται από το νόμο 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις" και το ισχύον κατά τον ως άνω χρόνο καταστατικό του εναγομένου, η οποία εγκρίθηκε από το ΔΣ του εναγομένου και ακολούθως από την Γ.Σ και καταχωρήθηκε στο βιβλίο μητρώου των μελών του εναγομένου (κατ' άρθρο 9 παρ. 1 στ.

α ν. 1667/1986, 23 παρ.1 στ. α του Καταστατικού του εναγομένου), σε μεταγενέστερο χρόνο και πάντως μετά την ένταξη των μερίδων στο πρόγραμμα. Κατά το κείμενο των προαναφερθεισών συμβάσεων, που υπέγραψαν οι ενάγοντες, ημερομηνία αξίας (valeur) θα ήταν της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την κατάθεση. Το επιτόκιο της χρυσής κατάθεσης συμφωνήθηκε ότι θα είναι 25% (πριν από φόρους) και θα διατηρείται σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια του προγράμματος.

Ο υπολογισμός των τόκων της χρυσής κατάθεσης συμφωνήθηκε ότι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων 365 ημερών από ήμερα σε ήμερα. Ο εκτοκισμός της χρυσής κατάθεσης θα γινόταν δύο φορές το έτος (30/6 και 31/12). Κατά τα λοιπά το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης ήταν κατά λέξη το ακόλουθο: "1.3. Συμφωνείται ότι οι τόκοι της ως άνω χρυσής κατάθεσης, η καταβλητέα διαφορά απόδοσης, αν προκόψει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας και το προϊόν της ρευστοποίησης των εντασσόμενων στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων αν αυτές ρευστοποιηθούν θα πιστώνονται από την τράπεζα στον με αριθ.

X λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτήν και το μέρισμα των συνεταιριστικών μερίδων θα πιστώνεται από την Τράπεζα στον με αριθ. X λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτή. Τους λογαριασμούς αυτούς μπορεί να μεταβάλλει ο συνεταίρος στο μέλλον με έγγραφη αίτησή του. 2.1. Συμφωνείται ότι ημερομηνία έναρξης του προγράμματος είναι η ημερομηνία κατάθεσης στο λογαριασμό "χρυσή κατάθεση" του ποσού που αναφέρεται ανωτέρω.

Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες (συμπληρωμένες), δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την τράπεζα το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών. Η τράπεζα εξάλλου έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος. 2.2.

Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα, την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας.

Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής. Οι αποδόσεις που αντιστοιχούν στο μέρος αυτό της επένδυσης κατά την οποία μειώνεται το πρόγραμμα, θα καταβληθούν στο συνεταίρο όπως ορίζεται για το πρόγραμμα γενικά με βάση την παρούσα και όχι κατά το χρόνο μείωσης του κεφαλαίου επένδυσης.

Συμφωνείται δε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο συνεταίρος, εφόσον ζητήσει την αποδέσμευση μερίδων από το πρόγραμμα κατά τη διαδικασία που περιγράφεται σε αυτήν την παράγραφο, δεν θα μεταβιβάσει αυτές κατά τη διάρκεια της χρήσης κατά την οποία ζητήθηκε η αποδέσμευση. 3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο Καταστατικό της τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει) τα ακόλουθα κονδύλια: (ι) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (ιι) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτηση τους θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών που θα έχει προσδιορισθεί για την περίοδο της ρευστοποίησης (ιιι) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής κλειόμενου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής.

Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (άρθρα 10 και 11). 4. Η τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση, που αποτιμάται σήμερα σε 25.500 € για τον πρώτο ενάγοντα, 26.000 € για τον δεύτερο ενάγοντα και 30.000 € για τον τρίτο ενάγοντα) θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το άρθρο 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης) τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον Τύπο) για προθεσμιακές καταθέσεις αναλόγου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος.

Συγκεκριμένα: Α) Ως προς το άνω αναφερόμενο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων, ειδικότερα συμφωνείται ότι αν ο συνεταίρος κλείσει το πρόγραμμα κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, για τον άνω υπολογισμό θα ληφθεί υπόψη το επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων τριμήνου, εξαμήνου ή έτους, εφόσον η διάρκεια του προγράμματος έχει συμπληρώσει τα αντίστοιχα αυτά διαστήματα.

Αν ο συνεταίρος διατηρήσει το πρόγραμμα για περισσότερα έτη, για τον υπολογισμό θα λαμβάνονται υπόψη τα δημοσιευμένα επιτόκια έτους, χωριστά για κάθε έτος διάρκειας του προγράμματος, όπως ίσχυαν κάθε φορά κατά την ημερομηνία της ετήσιας επετείου έναρξης του προγράμματος. Β) Οι συντελεστές με τους οποίους θα πολλαπλασιάζεται το επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων, όπως ορίζεται ανωτέρω, είναι οι εξής:

α) 1,05, εφόσον το πρόγραμμα διαρκέσει 91-180 ημέρες β) 1,15, εφόσον το πρόγραμμα διαρκέσει από 181 ημέρες έως και την προηγούμενη ημέρα της πρώτης επετείου της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος, γ) 1,25 από την πρώτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος, δ) 1,30. από την δεύτερη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος, ε) 1,35 από την τρίτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος στ) 1,40 από την τετάρτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος και ζ) 1,45 από την πέμπτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος και για την υπόλοιπη διάρκεια του προγράμματος.

Ο υπολογισμός της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης συμφωνείται ότι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων εξήντα (360) ημερών από ημέρα σε ημέρα. 5. Η τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά.

Συμφωνείται ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι κατά το κλείσιμο του προγράμματος, για τον υπολογισμό και την απόδοση στο συνεταίρο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, θα ισχύουν τα ακόλουθα: α) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι ίση η μικρότερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος, στο συνεταίρο θα καταβληθεί το σύνολο του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, β) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι μεγαλύτερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος και παράλληλα το μέρισμα που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα είναι μεγαλύτερο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, ο πελάτης θα λάβει το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης από το σύνολο του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, γ) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι μεγαλύτερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος και παράλληλα το μέρισμα που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα είναι μικρότερο η ίσο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, ο πελάτης δεν θα λάβει το ποσό του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, διότι το ποσό αυτό έχει ήδη συμπεριληφθεί στην καταβλητέα διαφορά απόδοσης και έχει καταβληθεί σε αυτόν.

Το μέρισμα καταβάλλεται κατόπιν έγκρισης από τη Γενική Συνέλευση των Συνεταίρων της τράπεζας, όπως ο νόμος και το καταστατικό ορίζουν." Από τους προεκτεθέντες όρους της επίμαχης σύμβασης προκύπτει ότι η απόδοση της όλης επένδυσης διαμορφωνόταν από το άθροισμα α) των μερισμάτων των συνεταιριστικών μερίδων, β) της διαφοράς της υπεραξίας των μερίδων από την έναρξη του προγράμματος έως το κλείσιμο αυτού και γ) των τόκων της χρυσής κατάθεσης και ήταν πάντοτε καταβλητέα σε χρήμα (όροι 4 και 5) και ότι ο εναγόμενος εγγυάτο συμβατικώς να καταβάλει στον επενδυτή-καταθέτη ως ελάχιστη απόδοση της επένδυσης χρηματικό ποσό ίσο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον ίδιο επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης ανάλογου ύψους κεφαλαίου και διάρκειας.

Επειδή η εγγυημένη εκ μέρους του εναγόμενου ελάχιστη απόδοση αφορούσε το σύνολο της επένδυσης (συνεταιριστικές μερίδες και κατάθεση) και όχι μόνο το ποσό της "ΧΡΥΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ" (όρος 4) και το υψηλό επιτόκιο προσφερόταν (αναγκαίως) μόνο στο νομισματικό σκέλος της επένδυσης, ήτοι στη χρυσή κατάθεση (όρος 1.2), που αποτελούσε μόλις το 10% της επένδυσης το επιτόκιο αυτό είχε για το λόγο αυτό ορισθεί δεκαπλάσιο (25%), ώστε εμμέσως να αποδίδονται στον επενδυτή-καταθέτη τόκοι για το σύνολο της επένδυσης και οι οποίοι στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν σε επιτόκιο 2,5% επί του όλου κεφαλαίου της επένδυσης.

Σε περίπτωση δε που η πραγματική απόδοση του προγράμματος (άθροισμα μερισμάτων, διαφοράς υπεραξίας μερίδων και τόκων χρυσής κατάθεσης) υπολείπετο της εγγυημένης (ήτοι των τόκων που θα απέδιδε η προθεσμιακή κατάθεση του ίδιου κεφαλαίου), ο εναγόμενος δεσμεύετο συμβατικά να καταβάλει στον επενδυτή-καταθέτη τη χρηματική διαφορά, ενώ στην αντίθετη περίπτωση την πλεονάζουσα διαφορά καρπωνόταν ο τελευταίος (όρος 5).

Τέλος, το πρόγραμμα αυτό ήταν αορίστου χρόνου με ελάχιστη υποχρεωτική διάρκεια ενενήντα (90) ημερών (όρος 2.1), μετά την παρέλευση της οποίας ο επενδυτής-καταθέτης δικαιούτο να προβεί οποτεδήποτε σε ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης είτε/και σε ρευστοποίηση μέρους των συνεταιριστικών μερίδων (όρος 2.2.) καθώς και να αιτηθεί και να επιτύχει το κλείσιμο του προγράμματος (όρος 2.1), κατά το οποίο ήταν αποδοτέα σε αυτόν η μέχρι τότε επιτευχθείσα κατά τα ανωτέρω απόδοση (όροι 4 και 5) μαζί με το επενδυθέν κεφάλαιο (όρος 3).

Δεδομένων των ανωτέρω, το πρόγραμμα ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ συνιστούσε ένα σύνθετο επενδυτικό πρόγραμμα, απαρτιζόμενο από ένα επενδυτικό και ένα καταθετικό σκέλος, ως προς έκαστο από τα οποία συνδέονταν συγκεκριμένα αποτελέσματα, ενώ το ένα προϋπέθετε το άλλο προκειμένου να επιτευχθεί η διαφημιζόμενη από τον εναγόμενο και προσδοκώμενη από τους ενάγοντες εγγυημένη απόδοση της επένδυσης, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου περί πλήρους αυτοτέλειας των δυο επί μέρους συμβάσεων.

Στο έντυπο διαφημιστικό υλικό που προορίζετο για τους αποταμιευτές φυσικά και νομικά πρόσωπα και σκοπό είχε την προώθηση του προϊόντος, γίνεται αναφορά σε κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τα πλεονεκτήματα αυτού και παρά το γεγονός ότι προϋπόθεση της ένταξης του ενδιαφερομένου στο εν λόγω πρόγραμμα ήταν η αγορά συνεταιριστικών μερίδων με διάθεση του μεγαλύτερου μέρους (90%) του επενδεδυμένου κεφαλαίου, εντούτοις, σε κανένα σημείο του εντύπου δεν γίνεται αναφορά την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου του εναγομένου, ούτε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνοδεύουν την ιδιότητα αυτή.

Και ναι μεν γίνεται λόγος για απόδοση μερίσματος και διαφορά υπεραξίας μερίδων, μόνο όμως για τον υπολογισμό της απόδοσης του προγράμματος. Ένεκα της απουσίας οποιασδήποτε ευθείας αναφοράς περί της απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου από τον ενδιαφερόμενο να επενδύσει στο εν λόγω πρόγραμμα, και της έμφασης στις προδιαγραφές του εν λόγω προγράμματος περί "επιτοκίου Εγγυημένης Απόδοσης" αναφορικά με την επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, δημιουργείτο σύγχυση ως προς τον χαρακτήρα της επένδυσης στον μέσο συναλλασσόμενο καταθέτη, δεδομένου ότι ο όρος επιτόκιο για τον μέσο καταθέτη παραπέμπει σε καταθετικό προϊόν.

Την σύγχυση αυτή, με πρόθεση περαιτέρω εκμετάλλευσης της υπερέχουσας θέσης του έναντι του πελάτη για ίδιο όφελος, προκάλεσε ο εναγόμενος διαφημίζοντας ως χαρακτηριστικά του επίμαχου προγράμματος ήτοι α) το υψηλότερο των επικρατούντων κατά τον επίμαχο χρόνο τραπεζικών επιτοκίων, β) και εγγυημένη απόδοση, πέραν δε αυτών κεκαλυμμένα γ) το εγγυημένο κεφάλαιο, αποκρύπτοντας επιμελώς την πιθανότητα απώλειας μέρους του επενδεδυμένου στις συνεταιριστικές μερίδες κεφαλαίου και δη σε περίπτωση διακράτησης για το πέραν του ελάχιστου χρονικού διαστήματος των 90 ημερών ανάλογα με την οικονομική κατάστασή του, παρότι τέτοια πιθανότητα ή κίνδυνος ήταν υπαρκτός, λόγω και της σοβούσας κατά τον επίμαχο χρόνο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, δ) τη δυνατότητας άμεσης ανάληψης μέρους ή όλου του κεφαλαίου, κατόπιν αιτήσεως του επενδυτή - καταθέτη για ρευστοποίηση των μερίδων και οικειοθελούς αποχώρησης από τον συνεταιρισμό, αποκρύπτοντας επίσης επιμελώς την διακριτική ευχέρεια του εναγομένου να αρνηθεί τούτο στον συνεταίρο, αλλά και της προϋπόθεσης της έγκρισης από την ΤτΕ, ως θα αναφερθεί και κατωτέρω.

Η ελλιπής πληροφόρηση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, ως προαναφέρθηκε, το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα ήταν φαινομενικά και μόνο απλό στη σύλληψη και στη λειτουργία του επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα η χρήση και κυκλοφορία του να αποδίδει μια ψευδή εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον μέσο επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία του, όπως και τους ενάγοντες, οι οποίοι ως μικροκαταθέτες και όχι επαγγελματίες επενδυτές, παρά τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι αυτοί ήταν οικονομικά εύρωστοι και έμπειροι στις τραπεζικές συναλλαγές, που δεν αποδείχθηκε βάσιμος, δεν διέθεταν μέχρι τότε ούτε την εμπειρία του συνεταιριστή, ούτε και τις γνώσεις περί χρηματοοικονομικών, προκειμένου να αντιληφθούν σε όλη της την έκταση τη νέα επένδυση, εμπιστευθέντες τις συμβουλές του υπαλλήλου του εναγομένου σχετικά με το επωφελές της επένδυσης.

Δεδομένου δε ότι οι ενάγοντες είχαν ρητώς εκφραστεί υπέρ μιας σίγουρης, άνευ οιουδήποτε ρίσκου τοποθέτησης των χρημάτων τους, η γνώση του κινδύνου αυτού θα έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στην επιλογή τους. Ως εκ τούτου, δικαιολογημένα θεώρησαν ότι επένδυαν τα χρήματά τους σε ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, σύμφωνο με τις προδιαγραφές του εναγομένου ως πιστωτικού συνεταιρισμού, το οποίο ανταποκρινόταν στις επιθυμίες τους για ασφάλεια των χρημάτων τους αλλά και αύξησης του κεφαλαίου τους, δεδομένης της οικονομικής αστάθειας που επικρατούσε από ετών ήδη στην χώρα λόγω και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της εντεύθεν αβεβαιότητας για την ασφάλεια των καταθέσεων των ιδιωτών στις τράπεζες της ημεδαπής.

Την κρίση του Δικαστηρίου περί παραπλάνησης του ενάγοντος σχετικά με το είδος της επίδικης σύμβασης που συνήψε έκαστος των εναγόντων με τον εναγόμενο ενισχύει το γεγονός ότι καίτοι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγόμενου της 30ης-06-2013, τροποποιήθηκε το άρθρο 10 στ. 4 α του καταστατικού, το οποίο όριζε πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και η εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων συνεταιρισμού, τελεί υπό την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος (σύμφωνα με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (ΦΕΚ Α' 250)) και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και σε κάθε περίπτωση τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ. 2α και 2β αντίστοιχα του άρθρου 28 ν. 4141/2013 και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μην θίγονται οι υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του, βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας, τούτο αποκρύφτηκε σκοπίμως από τους ενάγοντες, αφού δεν ενημερώθηκαν ούτε από τον ως άνω υπάλληλο που τους εξυπηρέτησε, ούτε από το διαθέσιμο στα καταστήματα καταστατικό του εναγομένου εκδόσεως έτους 2007 και το παρωχημένο έντυπο διαφημιστικό υλικό, ενώ δεν θα μπορούσαν τηρώντας την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου να το πληροφορηθούν από οιουδήποτε αλλού.

Ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγοντες έλαβαν την δέουσα πληροφόρηση για το πρόγραμμα και ιδίως τα αφορώντα το επενδυτικό σκέλος αυτού προφορικά οπό τον υπάλληλο που τους εξυπηρέτησε, δεν κρίνεται πειστικός, καθώς τέτοια σημαντική και ουσιώδης πληροφόρηση ιδίως στην περίπτωση που ίσχυε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί διακριτής και αυτοτελούς συμβάσεως σε σχέση με την έτερη καταθετική, θα υπήρχε και στο έντυπο και ηλεκτρονικό διαφημιστικό υλικό, προς ενίσχυση τόσο της κατανόησης του υποψήφιου επενδυτή σχετικά με τους όρους και τα χαρακτηριστικά του διατιθέμενου προϊόντος, αλλά και προς εξασφάλιση του εναγομένου ότι πράγματι παρείχετο εκ μέρους του ως όφειλε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η αναγκαία πληροφόρηση του κοινού.

Σημειωτέον ότι παρά την προεκτεθείσα παραπλανητική και άρα παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων του, επειδή ο εναγόμενος κατά την διακριτική του ευχέρεια ρευστοποιούσε μέχρι και την διακοπή και αντικατάσταση του προγράμματος ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ περί τα τέλη του έτους 2013 (μέχρι και το 2015 ως ο ίδιος ομολογεί στις προτάσεις του) τις συνεταιριστικές μερίδες κατόπιν αιτήσεως των συνεταιριστών άμεσα και στην τιμή κτήσης τους (35 ευρώ), κανένας νόμιμος λόγος ευθύνης αυτού προς αποζημίωση δεν υφίστατο, εκ της συμβάσεως ή αδικοπραξίας, αφού ουδείς μέχρι τότε δεν ζημιώθηκε.

Ούτε όμως και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν ανέλαβε συμβατικά την υποχρέωση της άμεσης ρευστοποίησης των μερίδων στην τιμή κτήσης τους κρίνεται βάσιμος, καθόσον με τον με αριθμό 3 όρο της ένδικης σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" όπου ορίσθηκε ότι "κατά το κλείσιμο του προγράμματος, ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα ...

τα ακόλουθα κονδύλια (ί) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων, (ii) την τρέχουσα υπεραξία αυτών ... (ιιι) ... και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής ...", η ρευστοποίηση της συνεταιριστικής μερίδας εξαρτήθηκε από την βούληση και μόνο του ενάγοντoς "συνεταίρου", χωρίς κανένα περιορισμό, η δε ονομαστική αξία αυτής που συμφωνήθηκε ότι θα εισπραχθεί από αυτόν είναι η αξία του τίτλου κατά την έκδοση (αξία κτήσεως), όπως άλλωστε, αυτή (ονομαστική αξία) λογίζεται στους παραστατικούς αξίας τίτλους (μετοχές, ομόλογα, έντοκα γραμμάτιά, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κ.ά.).

Η προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία ρευστοποίησης υπό όρους, επιβαλλόταν να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποίησης της υποχρεωτικής μερίδας, όπως και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου, με τον οποίο η παραπομπή στην καταστατική διαδικασία ορίζεται ρητά μόνο για τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις και όχι για την εξεταζόμενη περίπτωση ρευστοποίησης μερίδων συγχρόνως με τη λήξη του προγράμματος.

Η διαφοροποίηση δε αυτή ήταν απολύτως συμβατή και συνεπής με τον κατά τα ανωτέρω προνομιούχο χαρακτήρα των ενταγμένων στο πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικών μερίδων, ενόψει του ότι οι κύριοι αυτών όπως οι ενάγοντες, δεν ήταν μόνο απλοί συνεταίροι του εναγόμενου αλλά συγχρόνως και επενδυτές-καταταθέτες χρηματικών ποσών που συνδέονταν με αυτόν με την ειδική σχέση του προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ".

Δοθέντος δε ότι με τον προαναφερόμενο όρο οριζόταν ότι οι ενάγοντες κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούντο να εισπράξουν την ονομαστική αξία των ρευστοποιούμενων μερίδων τους, ήτοι το ποσό που κατέβαλαν για την κτήση τους, καθώς και το κεφάλαιο της χρυσής κατάθεσης, σαφώς προκύπτει ότι με τον εν λόγω όρο ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στους ενάγοντες κατά τη λήξη του προγράμματος το σύνολο του επενδυθέντος κεφαλαίου τους.

Αυτό εξάλλου πληροφορούσε προφορικά ο εναγόμενος δια των προστηθέντων υπαλλήλων του κάθε υποψήφιο καταθέτη-επενδυτή, άλλως είναι βέβαιο ότι ουδείς θα επέλεγε να επενδύσει στο επίμαχο πρόγραμμα. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι η αναφερόμενη στον ανωτέρω όρο ονομαστική αξία των συνεταιριστικών μερίδων είναι εκείνη που οριζόταν με το άρθρο 10 του καταστατικού του, δεν βρίσκει έρεισμα στον επίμαχο όρο, αφού σε αυτόν δεν γίνεται καμία αναφορά ή παραπομπή στο καταστατικό του εναγόμενου για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής.

Εξάλλου, αν ο εναγόμενος δεν είχε τη βούληση να αποδώσει στους ενάγοντες κατά τη λήξη του προγράμματος την καταβληθείσα από τον τελευταίο αξίας κτήσης των συνεταιριστικών του μερίδων αλλά την τρέχουσα αξία αυτών, τότε για τον προσδιορισμό της αποδοτέας αξίας ευχερώς θα έθετε στον προδιατυπωμένο από αυτόν ως άνω όρο τη φράση "πραγματική αξία" ή "τρέχουσα αξία", όπως έπραξε για τον προσδιορισμό της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων στη δεύτερη σύμβαση που κατήρτισε με αυτούς, όπως εκτίθεται κατωτέρω.

Ούτε βεβαίως ο ίδιος θα διαφήμιζε, κατά τα προεκτεθέντα, το εν λόγω προϊόν ως "είδος κατάθεσης, απευθυνόμενο σε αποταμιευτές για τη φύλαξη των αποταμιεύσεών τους χωρίς επενδυτικό κίνδυνο". Και τούτο διότι εάν το κεφάλαιο του ενδίκου προγράμματος δεν ήταν εξασφαλισμένο και υπόκειτο στον κίνδυνο απομείωσης ή απώλειας συνεπεία ζημιογόνων διαχειριστικών χρήσεων του εναγόμενου, τότε το εν λόγω πρόγραμμα δεν θα ετύγχανε της επιδοκιμασίας του κοινού επί μία δεκαετία, όπως πράγματι συνέβη, καθώς ουδείς θα δεχόταν να επενδύσει το κεφάλαιό του σε μία επένδυση από την οποία θα κινδύνευε να απωλέσει έως και το 90% του κεφαλαίου του έναντι της προσδοκίας να κερδίσει το 3% αυτού, όταν ευχερώς μπορούσε να αποκομίσει μετά βεβαιότητας το κέρδος αυτό (3%) με τη σύναψη μιας προθεσμιακής κατάθεσης με τον εναγόμενο ή με οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα στην Ελλάδα, διατηρώντας ακέραιο το κεφάλαιό του (100%) και επιπλέον εγγυημένο από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων δυνάμει του ν. 3746/2009.

Ο ισχυρισμός του εναγόμενου δεν βρίσκει έρεισμα ούτε σε οποιοδήποτε άλλο όρο της ένδικης σύμβασης, αφού σε αυτήν ουδεμία αναφορά γίνεται για κίνδυνο υπαξίας, μείωσης ή απώλειας της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, τουναντίον κατ' επανάληψη γίνεται αναφορά μόνο για εγγυημένη και πραγματική απόδοση, καταβλητέα διαφορά απόδοσης, υπεραξία και μερίσματα των μερίδων (που προϋποθέτουν κερδοφόρες διαχειριστικές χρήσεις) και για τόκους του κεφαλαίου, ήτοι για βέβαιες και όχι απλώς πιθανές ή προσδοκώμενες αποδόσεις της επένδυσης, οι οποίες προϋποθέτουν την ακεραιότητα του επενδυθέντος κεφαλαίου, με βάση το οποίο, άλλωστε, αυτές (αποδόσεις) υπολογίζονταν.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι το τμήμα του κεφαλαίου (90%) της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" που είχε μετατραπεί σε συνεταιριστικές μερίδες ταξινομείτο λογιστικά από τον εναγόμενο στην κατηγορία των ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με την Ενότητα Α.1 του Κεφαλαίου I της με αριθμό 2630/29.10.2010 (ΦΕΚ Β* 1714) Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) και έτσι με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος ενίσχυε την κεφαλαιακή του βάση και συγχρόνως ικανοποιούσε, ως πιστωτικό ίδρυμα, τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που απαιτούνταν για τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τότε ισχύουσες διατάξεις του ν. 3601/2007.

Σημειώνεται ότι με την προαναφερόμενη ΠΔ/ΤΕ ορίζεται ότι στα "κύρια στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων" των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται "το καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι μερίδες των συνεταιριστικών τραπεζών σύμφωνα με το ν. 1667/1986, όπως ισχύει, εφόσον απορροφούν πλήρως τις ζημίες σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος ή της συνεταιριστικής τράπεζας, αντίστοιχα, και σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ιεραρχούνται μετά από όλες τις άλλες απαιτήσεις".

Το ιδιαίτερο αυτό όφελος για τον εναγόμενο προκύπτει εναργώς αν ληφθεί υπ' όψιν ότι στην περίπτωση που ολόκληρα τα κεφάλαια της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" είχαν τη μορφή κατάθεσης, όπως τέτοιο αποτελούσε το τοποθετημένο στη "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" δέκα τοις εκατό (10%) αυτών, τότε όχι μόνο δεν θα αυξανόταν το συνεταιριστικό κεφάλαιο, αλλά, επιπλέον, οι καταθέσεις αυτές, ως αποδοτέες στους καταθέτες, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια και θα ταξινομούνταν στις υποχρεώσεις (δανειακές) του εναγόμενου (βλ.

στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων στην Ενότητα Α της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο ως άνω ΠΔ/ΤΕ 2630/29.10.2010, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με το άρθρο μόνο της ΠΔΤΕ 2661/3.7.2012 - ΦΕΚ Β 2130/12.7.2012), ήτοι στο παθητικό του ισολογισμού του και ο τελευταίος θα έπρεπε για την κεφαλαιακή του επάρκεια να τις αντικαταστήσει με δικά του κεφάλαια ίσης αξίας.

Όμως, στις 27 Ιουνίου 2013 δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, του οποίου η έναρξη ισχύος ορίσθηκε για την 1η Ιανουάριου 2014 και με τον οποίο επήλθαν τροποποιήσεις ως προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κανονισμού αυτού τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος απαρτίζονται από το άθροισμα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της κατηγορίας 2. Το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα α) του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως τα στοιχεία αυτού ορίζονται στο άρθρο 26 και β) του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, όπως τα στοιχεία αυτού ορίζονται στα άρθρα 51 και 61 (άρθρο 25).

Τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των ιδρυμάτων περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29 (άρθρο 27). Σύμφωνα δε με το άρθρο 28 παρ. 1, τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή, εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος, β) τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα, [...], στ) το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων, γ) εκκαθάρισης του ιδρύματος, ϊί) προαιρετικής επαναγοράς των μέσων ..., εφόσον το ίδρυμα έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 77, ζ) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν αναφέρουν ρητά ή σιωπηρά ότι το κεφάλαιο των μέσων θα μπορούσε ή ενδέχεται να μειωθεί ή να εξοφληθεί εκτός από την περίπτωση εκκαθάρισης του ιδρύματος ..., η) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές (ήτοι, την πληρωμή μερισμάτων ή τόκου οποιοσδήποτε μορφής, άρθρο 4 αριθ. 110):

ί) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών, ίί) οι διανομές στους κατόχους των μέσων δύνανται να καταβάλλονται μόνο από διανεμητέα στοιχεία, iii) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν ανώτατο όριο ή άλλο περιορισμό ως προς το μέγιστο επίπεδο διανομών, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27, ίν) το επίπεδο των διανομών δεν προσδιορίζεται βάσει του ποσού έναντι του οποίου αγοράσθηκαν τα μέσα κατά την έκδοσή τους, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27, ν) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση, vi) η μη καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος, [...] ΐβ) τα μέσα δεν είναι εξασφαλισμένα ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2, τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από συνεταιριστικές εταιρείες, όπως ο εναγόμενος, είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται, πέραν των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 28, οι κατωτέρω προϋποθέσεις που αφορούν την εξόφληση των κεφαλαιακών μέσων:

α) εκτός εάν απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, το ίδρυμα δύναται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων, β) σε περίπτωση που το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δίνουν στο ίδρυμα τη δυνατότητα να περιορίσει την εξόφλησή τους, γ) η άρνηση εξόφλησης των μέσων ή ο περιορισμός της εξόφλησής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού προκύπτει ότι οι ενταγμένες στο πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικές μερίδες, ενόψει του ότι ήταν, κατά τα προπαρατιθέμενα, αποδοτέες στην ονομαστική τους αξία, μπορούσαν να ρευστοποιηθούν εν μέρει και παρείχαν εγγυημένη απόδοση ανεξάρτητα από την επίτευξη κερδών, δεν πληρούσαν τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ. 1 περ.

στ), ζ), η) στοιχ. ί) και ϋ), ν), νί) και ιβ) καθώς και εκείνες του άρθρου 29 παρ. 2 περ. α), β) και γ) και, επομένως, από την 1.1.2014 δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Άμεση και αναγκαία συνέπεια της εξέλιξης αυτής ήταν ότι τα κεφάλαια των ενταγμένων στο πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικών μερίδων, όπως εν προκειμένω του ενάγοντος, από την προαναφερόμενη ημερομηνία (1.1.2014) δεν θα γίνονταν αποδεκτά ως ίδια κεφάλαια και ο εναγόμενος, προκειμένου να μην αντιμετωπίσει προβλήματα ανεπάρκειας ιδίων κεφαλαίων και ληφθούν εις βάρος του αναγκαστικά μέτρα εξυγίανσης, ύστατο των οποίων είναι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, από την εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδος κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 περ.

γ, 27 και 62 επ. του τότε ισχύοντος ν. 3601/2007, έπρεπε να εξεύρει ισάξια των εν λόγω μερίδων ίδια κεφάλαια, ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του ανωτέρω Κανονισμού 575/2013. Λαμβανομένου δε υπ' όψιν ότι μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (άρθρο 26 του Κανονισμού) αποτελούν κυρίως οι κοινές μετοχές και τα αποθεματικά και ότι τα τελευταία προϋποθέτουν την ύπαρξη καθαρών κερδών (άρθρα 44 του ν. 2190/1920 και 62 του ν. 3601/2007), πρόδηλο είναι ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει σε αύξηση του συνεταιριστικού του κεφαλαίου, καθόσον η επίτευξη κερδών και η δι' αυτών ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων δεν ήταν, λόγω της τότε σοβούσας οικονομικής κρίσης, διόλου πιθανή.

Κατ' αρχάς προέβη άμεσα σε τροποποίηση των διατάξεων του καταστατικού του που ρύθμιζαν την εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων και συγκεκριμένα με την από 30.6.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσής των μελών του, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό 1455/2013 Πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων, όρισε (άρθρο 10 παρ. 4α) ότι εφεξής η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γινόταν κατόπιν έγκρισης των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του.

Για το ζήτημα αυτό προβλεπόταν ήδη, με την παράγραφο 5 του άρθρου 27 του προαναφερθέντος, περί πιστωτικών ιδρυμάτων ν. 3601/2007, που προστέθηκε με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (ΦΕΚ Α' 250), ότι "Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ... συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος".

Ωστόσο, οι ανωτέρω εκ του καταστατικού και του νόμου περιορισμοί στην εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων δεν καθιστούσαν δίχως άλλο τις ενταγμένες στη "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" μερίδες ίδια κεφάλαια, αφού οι τελευταίες δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, ασύμβατες με τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού μόνο ως προς την εξόφλησή τους αλλά και ως προς τις διανομές και, συνεπώς δεν μπορούσαν και εξ αυτού του λόγου να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής επ' αυτών οι εν λόγω περιορισμοί.

Επιπροσθέτως, η εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών αντιτίθετο στις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 περ. ν), νί) και 29 παρ. 2 περ. γ του Κανονισμού 575/2013, αφού στοιχειοθετούσε αθέτηση της αναληφθείσας με τη σύμβαση "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" υποχρέωσης του εναγόμενου να ρευστοποιεί εν όλω ή εν μέρει τις ενταγμένες σε αυτή συνεταιριστικές μερίδες και να προβαίνει σε διανομές (μερισμάτων, υπεραξίας, τόκων) στους κατόχους αυτών.

Τελικά ο εναγόμενος, προκειμένου να αποκτήσει επαρκή κεφαλαιακή βάση, επέλεξε, αντί της ως άνω επιβεβλημένης από τις περιστάσεις αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, να διατηρήσει μεν τις ενταγμένες στη "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικές μερίδες, αλλά να εξαλείψει από τις οικείες συμβάσεις όλους τους όρους που καθιστούσαν τις μερίδες μη αποδεκτές ως ίδια κεφάλαια, δηλαδή τους όρους περί εξόφλησης των μερίδων στην ονομαστική τους αξία και περί εγγυημένης απόδοσης.

Επειδή όμως οι όροι αυτοί αποτελούσαν, κατά τα προεκτεθέντα, τα θεμέλια της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και συγχρόνως συνιστούσαν τα πλεονεκτήματα και τους μοναδικούς λόγους, για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενοί του, όπως ο ενάγων, την είχαν επιλέξει, ο εναγόμενος γνώριζε ότι μια τέτοια τροποποίηση του προγράμματος δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους τελευταίους και θα οδηγούσε σε ρευστοποίηση των μερίδων και μαζική εκροή κεφαλαίων με τα μη επιθυμητά αποτέλεσμα της κεφαλαιακής του ανεπάρκειας.

Αποφάσισε δε να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του υφαρπάζοντας προς τούτο τη συναίνεση των επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και, έτσι, επινόησε και δημιούργησε ένα νέο πρόγραμμα, που το ονόμασε "ΑΠΟΔΙΔΩ" και το οποίο ήταν απαλλαγμένο από τους προαναφερόμενους δυσμενείς για τον ίδιο και προνομιακούς για τους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" όρους και δια των προστηθέντων υπαλλήλων του προώθησε τούτο στους τελευταίους (επενδυτές) ως μια "τυπική" και άνευ σημασίας αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", αποσιωπώντας εκτός του ότι με αυτό καταργούνταν τα προνόμια του προγράμματος αυτού που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες, και τους εκ της οικονομικής του κατάστασης νόμιμους περιορισμούς στην άμεση και εντελή ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων.

Συγκεκριμένα, στην ένδικη περίπτωση αποδείχθηκε ότι τον Νοέμβριο του 2013, οι ενάγοντες ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά από τους υπαλλήλους του εναγομένου, να μεταβούν στην τράπεζα, όπως πράγματι έπραξαν σε διαφορετικές ημερομηνίες έκαστος. Εκεί ο υπάλληλος του εναγομένου Ν. Τ., τους ενημέρωσε για την διακοπή του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" και την αντικατάστασή του από το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", το οποίο τους παρουσίασε ως συνέχεια του προηγούμενου, με όμοια χαρακτηριστικά και ότι επρόκειτο για αμιγώς καταθετικό προϊόν, και ασφαλές για την επένδυσή τους, χωρίς εντούτοις να αναφέρουν την αιτία παύσης του πρώτου προγράμματος.

Οι ενάγοντες από την πλευρά τους, δεδομένου ότι δεν ήταν δυσαρεστημένοι από το "Χρυσή Επένδυση", στο οποίο άλλωστε είχαν τοποθετηθεί λίγους μήνες πριν την διακοπή του, προέβησαν, άμεσα την 11.11.2013 ο τρίτος των εναγόντων, την 21.11.2013 ο δεύτερος των εναγόντων και την 16.12.2013 ο πρώτος των εναγόντων, στην υπογραφή "διακοπής επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" - λύσης σύμβασης" και στην κατάρτιση με τον εναγόμενο, δια των νομίμων εκπροσώπων του, σύμβασης ειδικού λογαριασμού "Αποδίδω".

Σημειωτέον ότι ο πρώτος των εναγόντων, ενώ αρχικά αιτήθηκε την ανάληψη των χρημάτων του, καταθέτοντας την από 25.11.2013 αίτηση ρευστοποίησης - διαγραφής στον εναγόμενο, μετέβαλε άποψη πεισθείς από τις επίμονες διαβεβαιώσεις του ως άνω υπαλλήλου και προέβη στην κατάρτιση της σύμβασης "Αποδίδω". Κατά τις ίδιες ως άνω ημερομηνίες, με βάση την απόδοση τής "Χρυσής Επένδυσης", ύψους 901 € για τον πρώτο ενάγοντα, 459 € για το δεύτερο ενάγοντα και 389 € για τον τρίτο ενάγοντα, οι ενάγοντες απέκτησαν 26 ο πρώτος ενάγων, 20 ο δεύτερος ενάγων και 18 ο τρίτος ενάγων πρόσθετες προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες, τις οποίες ενέταξαν στο δεύτερο πρόγραμμα, και, σήμερα κατέχουν συνολικά ο δεύτερος ενάγων (668 + 20) 688, ο τρίτος ενάγων (771 + 18) 789 συνεταιριστικές μερίδες και ο πρώτος ενάγων 676 συνεταιριστικές μερίδες, εκ των οποίων 5 μερίδες απέκτησε ο καθένας τους όπως προαναφέρθηκε σε προγενέστερο χρόνο.

Η απόκτηση των επιπλέον μερίδων με το ποσό της απόδοσης της "Χρυσής Επένδυσης", η προσμέτρηση στο πρόγραμμα "Αποδίδω" του χρόνου παραμονής στο πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", η ταυτόχρονη υπογραφή της λύσης της προαναφερθείσας σύμβασης και της σύμβασης "Αποδίδω", ενίσχυσαν την πεποίθηση των εναγόντων ότι πρόκειται για προϊόντα με τα ίδια χαρακτηριστικά, χωρίς δηλαδή να αντιληφθούν τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, που αναλάμβαναν, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω.

Τούτο διότι ο προαναφερθείς υπάλληλος - προστηθείς του εναγόμενου, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του για ακριβή και πλήρη ενημέρωση των εναγόντων, εκμεταλλευόμενος τη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, λόγω της προϋφιστάμενης συνεργασίας τους, και παρότι είχε προηγηθεί ελλιπής και απατηλή ενημέρωσής τους κατά την σύναψη της σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", που διατηρήθηκε και καθ' όλη τη διάρκεια αυτής, που ενέτεινε την υποχρέωση διαφώτισης και προάσπισης των συμφερόντων των τελευταίων, δεν τους κατέστησε σαφές, ούτε τους διαφώτισε, ως όφειλε, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, που συναρτάται απολύτως με την καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου έναντι του αντισυμβαλλόμενου του ενάγοντος, ότι το νέο τραπεζικό προϊόν διέφερε ουσιωδώς από το προηγούμενο, καθώς δεν προέβλεπε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση, ούτε δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ παράλληλα δεν τους εξέθεσε τους κινδύνους που επαγόταν η συμμετοχή του στο πρόγραμμα "Αποδίδω" σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες που κατείχαν και την σημασία της ιδιότητας του συνεταίρου του εναγομένου, ούτε επίσης, τους ενημέρωσε για την αιτία της αιφνίδιας και εσπευσμένης κατάργησης του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", έτσι ώστε να έχουν τεθεί υπόψη των εναγόντων όλα τα δεδομένα και να είναι σε θέση να αντιληφθούν και να αξιολογήσουν την ανάληψη του κινδύνου που συνεπαγόταν η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ".

Οι ενάγοντες εξακολουθούσαν για όλους του προαναφερόμενους λόγους, να μην δύνανται να διαβλέψουν αφ' εαυτοί τους κινδύνους που εγκυμονούσε το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν και η εν γένει επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, αφού δεν μετεβλήθη το γνωστικό τους επίπεδο περί τα χρηματοοικονομικά, ενώ η κατοχή από αυτούς μίας υποχρεωτικής μερίδας, στις αρχές του 2000, η οποία διασπάστηκε σε 5 το 2010, δεν τους καθιστά έμπειρους συνεταιριστές, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου - εκκαλούντος.

Επιπλέον, τόσο στη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση, όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος "Αποδίδω", το οποίο κατά τη σύμβαση διείπε και αυτό τους όρους λειτουργίας, δεν γίνονταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, και ως εκ τούτου οι ενάγοντες ουδόλως πληροφορήθηκαν ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό διαφορετικό καθεστώς από αυτό που γνώριζαν ότι εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του προϊσχύσαντος προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και που μέχρι τότε (και κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου μέχρι και το 2015) γινόταν στην πράξη από τον εναγόμενο, κατά την διακριτική του ευχέρεια και παρά τα ισχύοντα στο καταστατικού του και στο νόμο 1667/1986, ήτοι σε πρώτη ζήτηση του επενδυτή ρευστοποίηση στην τιμή κτήσης εκάστης μερίδας.

Απεναντίας, από το περιεχόμενο του εν λόγω ενημερωτικού φυλλαδίου, εμπεδώνεται στη συνείδηση των πελατών του εναγόμενου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου τους μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω", καθόσον σε αυτό αναφέρεται ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίησης μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου, βάσει του εναπομένοντος ποσού.

Συγκεκριμένα, η σύμβαση "ΑΠΟΔΙΔΩ" περιείχε κατά λέξη τους ακόλουθους, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος αυτών, όρους: "1. Ο συνεταίρος επιθυμεί να ανοίξει καταθετικό Λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ", οι όροι του οποίου διέπονται από την παρούσα σύμβαση και τους όρους του ενημερωτικού φυλλαδίου Λογαριασμού Κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" [...] 2.

Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης, που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "Αποδίδω", αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3. Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης εκάστης κατάθεσης.

Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες. 3. Ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά τους όρους της παραγράφου 2 λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της Τράπεζας.

Η αξία αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στον ή στους Λογαριασμού Κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" [...] 4. [...] Ο λογαριασμός είναι έντοκος. Το επιτόκιο καθορίζεται ως εξής: Η κατάθεση θα εντάσσεται στην αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της Τράπεζας ...), όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής.

Το κατ' αυτόν τον τρόπο συναγόμενο επιτόκιο πολλαπλασιάζεται με τους εξής δύο ειδικούς συντελεστές: [...] 7. Ο συνεταίρος - καταθέτης δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, όπως ορίζεται ανωτέρω υπό τον όρο 4. 8.

Η διάρκεια της παρούσας και των λογαριασμών που θα τηρηθούν σύμφωνα με αυτήν είναι αόριστη. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει κάθε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, δικαιούμενος να ζητήσει από την Τράπεζα οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του προς αυτή, το κλείσιμο όποιου λογαριασμού επιθυμεί.

Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου, κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών. Σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", το κεφάλαιο αυτού -εφόσον υφίσταται υπόλοιπο-θα μεταφέρεται σε λογαριασμό που ο συνεταίρος έχει δηλώσει, διαφορετικά σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρεί αυτός στην Τράπεζα".

Από τους προαναφερόμενους όρους του προγράμματος "ΑΠΟΔΙΔΩ" προκύπτει ότι αυτό ήταν τεχνηέντως διαμορφωμένο ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά όπως ακριβώς και το πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" ώστε να μη δύναται ευχερώς ο μέσος καταθέτης - επενδυτής, όπως ο ενάγων, να αντιληφθεί ότι πρόκειται για διαφορετικό προϊόν και να παραπλανηθεί έτσι ως προς την ισχύ του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", δοθέντος ότι προϋπέθετε και αυτό την υποχρεωτική κατανομή του όλου κεφαλαίου της κατάθεσης κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες και κατά ποσοστό 10% σε κατάθεση, όπως ακριβώς και η "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και η απόδοσή του ισούτο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον εναγόμενο επιτόκιο για προθεσμιακή κατάθεση, ανάλογου της όλης κατάθεσης ποσού (βλ.

όρο 4 περί επιτοκίου δεκαπλάσιου ποσού), προσαυξανόμενο μάλιστα με τους ίδιους ακριβώς ειδικούς συντελεστές επιβράβευσης της διάρκειας του προγράμματος, κατά πιστή αντιγραφή της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ". Από το πρόγραμμα, όμως, αυτό παραλείπονταν οι προεκτεθέντες όροι της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" που εξασφάλιζαν στον ενάγοντα την εν μέρει ή εν όλω ρευστοποίηση και απόδοση των συνεταιριστικών μερίδων στην ονομαστική τους αξία οποτεδήποτε και έτσι αυτές εντασσόμενες στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" είχαν εφεξής τη μεταχείριση των κοινών συνεταιριστικών μερίδων, ήτοι μπορούσε να μειωθεί ή και να μηδενισθεί η αξία τους και η δυνατότητα ρευστοποίησής τους ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη βούληση της διοίκησης του εναγομένου, την οικονομική του κατάσταση και την έγκριση της τράπεζας της Ελλάδος, όπως οριζόταν στο καταστατικό του.

Άλλωστε, η πρακτική του εναγόμενου, να παρουσιάζει το νέο πρόγραμμα "Αποδίδω" ως συνέχεια του προηγούμενου "Χρυσή Επένδυση", χωρίς να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τις συνέπειες της ένταξης σε αυτό, προκύπτει και από το κείμενο των ενημερωτικών επιστολών που απέστειλε στους επενδυτές του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2013, στο οποίο αναφέρεται ότι η τράπεζα έκρινε σκόπιμο και αναγκαίο, ενόψει της επικείμενης ισχύος του υπ' αριθμόν 575/2013 Κανονισμού (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και αποφάσισε να διακόψει το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και να το αντικαταστήσει με το καταθετικό προϊόν "Αποδίδω" και ότι καλεί τους επενδυτές να συμμετάσχουν στο τελευταίο (σχετ.

η από 23.12.2013 επιστολή του εναγομένου προς τους Ε. Δ. και Γ. Π.). Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση δεν είχε τη μορφή της εκτέλεσης εκ μέρους του εναγομένου της επενδυτικής επιλογής των εναγόντων, στην οποία είχαν οι ίδιοι καταλήξει μετά από ενδελεχή πληροφόρηση. Όπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι την ως άνω παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του, έπεισε και άλλους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" να ενταχθούν στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", λόγος για τον οποίο έχουν ασκηθεί εναντίον του για την αιτία αυτή αντίστοιχες αγωγές, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" παρουσιάσθηκε από τον εναγόμενο το πρώτον το μήνα Νοέμβριο του 2013, ήτοι κατά το χρόνο που ο ν. 4141/2013 με την με αριθ. 28 διάταξή του τροποποίησε την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1667/1986 και έθετε όρια στους συνεταίρους αναφορικά με την ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων και την αποχώρηση από τον συνεταιρισμό, ο τελευταίος αναζητούσε λύση για την κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων του, και προωθήθηκε μόνο στους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου για το δόλο παραπλάνησης του εναγόμενου, και όχι για αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων του, αφού αντιβαίνει στην κοινή πείρα και λογική όλοι οι υπάλληλοι του εναγόμενου που ασχολήθηκαν με το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" να επέδειξαν την ίδια αμελή συμπεριφορά χωρίς σχετικές οδηγίες του εναγόμενου.

Με τη σύναψη δε της σύμβασης "ΑΠΟΔΙΔΩ", ο εναγόμενος πέτυχε τον ανωτέρω σκοπό του, αφού με αυτήν, σε συνδυασμό με τον με αριθμό 10 όρο του καταστατικού του που του παρείχε τη δυνατότητα να μην εξοφλεί τις συνεταιριστικές μερίδες και άρα αποκτούσε δικαίωμα ελέγχου αυτών, οι συνεταιριστικές μερίδες του ενάγοντος, αλλά και άλλων επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", πληρούσαν πλέον τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού 575/2013 και ο εναγόμενος μπορούσε να ταξινομεί λογιστικά αυτές ως ίδια κεφάλαια.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε την απορρέουσα από την αρχή της καλής πίστης (αρ. 288 ΑΚ) και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, υποχρέωσή του περί πληροφόρησης δια του υπαλλήλου του των εναγόντων για τις υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από το επενδυτικό σκέλος της σύμβασης, για τον υπαρκτό και πιθανό κίνδυνο απώλειας μέρους του επενδυθέντος κεφαλαίου, ούτε όμως και για την διακριτική ευχέρειά του σύμφωνα με το καταστατικό του να αρνηθεί την αίτηση ρευστοποίησης των μερίδων, υποχρέωση που παρότι προβλέπεται στο νόμο στο περιθώριο της ενοχής, δεν παύει να θεωρείται (και να είναι) συμβατική, με συνέπεια, η παράβασή της να συνιστά εκ μέρους του εναγομένου πλημμελή εκπλήρωση της παροχής.

Λόγω δε της πλεονεκτικότερης κατά πολύ θέσης του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού από αυτή των εναγόντων πελατών του, ο εναγόμενος, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του, είχε αυξημένη υποχρέωση προστασίας των συμφερόντων των τελευταίων, έναντι των οποίων όφειλε να μην προτάξει τα ατομικά του συμφέροντα αποκρύπτοντας στις διαπραγματεύσεις τους πριν την σύναψη αλλά και μετέπειτα κατά την λύση της σύμβασης, ως θα αναφερθεί κατωτέρω, τα ιδιαίτερα στοιχεία, τόσο του προϊόντος της ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ, όσο και του ΑΠΟΔΙΔΩ εκμεταλλευόμενος την υπερέχουσα θέση του έναντι τούτων (εναγόντων) και μάλιστα με την χρησιμοποίηση μεθοδεύσεων μη ανταποκρινόμενων στην εντιμότητα και την ειλικρίνεια των συναλλαγών, αλλά να τους ενημερώσει και διαφωτίσει σχετικά με τα μειονεκτήματα της επένδυσης του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου τους στις συνεταιριστικές μερίδες του, λαμβάνοντας υπόψιν το επίπεδο γνώσεών τους, που από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι υπερβαίνει αυτό της στοιχειώδους εκπαίδευσης, την έλλειψη εμπειρίας τους στις επενδύσεις και στα συνεταιριστικά ζητήματα και την οικονομική και περιουσιακή τους κατάσταση, εν προκειμένω δε των μικροκαταθετών, κρίνοντας και από το ύψος του κεφαλαίου τους που επενδύθηκε.

Τούτο έπραξε ο εναγόμενος με σκοπό διαφύλαξης των ιδίων συμφερόντων του καθώς αύξανε την κεφαλαιακή του επάρκεια, ισχυροποιούσε την θέση του δια της βελτίωσης των οικονομικών του δεικτών και εξασφάλιζε την υγιή μελλοντική του λειτουργία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, θορυβούμενοι από την οικονομική κρίση που είχε ενσκήψει στη χώρα, η οποία, μεταξύ άλλων, είχε προκαλέσει ανασφάλεια στους καταθέτες για τη βιωσιμότητα των τραπεζών και την τύχη των κεφαλαίων τους, κατά τον Μάιο του έτους 2015 επισκέπτονταν επανειλημμένα το ως άνω υποκατάστημα του εναγομένου, προκειμένου να αποσύρουν τις αποταμιεύσεις τους, ώστε να διασφαλίσουν την απαιτούμενη ρευστότητα για τη διαβίωσή τους, πλην όμως οι υπάλληλοι του εναγομένου τους καθησύχαζαν και προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν από την υποβολή αίτησης για τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων που κατείχαν.

Κατόπιν, λόγω της, επακόλουθης των δυσμενών οικονομικών συγκυριών στη χώρα, επιβολής των capital controls με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, ο εναγόμενος, δυνάμει σχετικής απόφασης του Δ.Σ. του κατά τη συνεδρίαση της 27ης.6.2015, προέβη στην προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων του, ώστε να αποτραπεί η ανέλεγκτη εκροή ίδιων κεφαλαίων και να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκειά του, ενώ την 29.06.2015 κηρύχθηκε, συνεπεία της έκδοσης της από 28.06.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, τραπεζική αργία, που διήρκεσε μέχρι την 20.07.2015.

Μετά την επαναλειτουργία των τραπεζών, ο εναγόμενος παρά τις οχλήσεις των εναγόντων, εκ των οποίων ο πρώτος προφορικά και οι δεύτερος και ο τρίτος των εναγόντων εγγράφως την 29.07.2015 και 28.07.2015, αντίστοιχα, αιτήθηκαν, να αναλάβουν τα χρήματά τους, δεν ικανοποίησε το αίτημά τους για την ρευστοποίηση των μερίδων τους.

Ακολούθησε ανακεφαλαιοποίηση του εναγομένου, η οποία ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του έτους 2015, αντλώντας κεφάλαια από τους συνεταίρους του, με αποτέλεσμα να μειωθεί η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας και η πραγματική αξία αυτής, και έκλεισε μονομερώς τις ενεργείς συμβάσεις "Αποδίδω", ενημερώνοντας σχετικά τους πελάτες της που είχαν καταρτίσει την εν λόγω σύμβαση με επιστολή (βλ.

την με αριθμό πρωτοκόλλου 1/480/02.03.2016 επιστολή). Ένεκα τούτου, στις 28.03.2016, 04.04.2016, 18.03.2016, έκλεισαν οι λογαριασμοί των εναγόντων, πρώτου, δεύτερου και τρίτου αντίστοιχα, όπου τηρούνταν το 10% της αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων και εισέπραξαν τα ποσά των 2.594,78 €, 2.533,63 € και 2.978,50 €, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι ενάγοντες παρέμειναν κάτοχοι 681 ο πρώτος, 688 ο δεύτερος και ο τρίτος 789 συνεταιριστικών μερίδων, τις οποίες είχαν αγοράσει τις μεν 5 πρώτες με προνομιακή τιμή 30 €, τις οποίες δεν κατέστησαν επίδικες, ως αποκτηθείσες σε προγενέστερο χρόνο, και τις λοιπές με τιμή 35 € έκαστη.

Εν συνεχεία, το Δ.Σ. του εναγόμενου με την υπ' αριθ. 540/29.2.2016 απόφασή του καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 ευρώ, τιμή που διατηρήθηκε και με την υπ' αριθ. 566/ 25.8.2016 απόφασή του, και έπειτα, με την υπ' αριθ. 620/ 17.8.2017 απόφαση του ίδιου οργάνου του εναγομένου καθορίστηκε η πραγματική αξία και η τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 ευρώ με ισχύ από την 21.8.2017.

Εξάλλου, με το άρθρο 149 του Ν. 4261/2014 ορίζεται ότι, για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων που συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ίδιων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει χορηγήσει τέτοια στον εναγόμενο (σχετ.

η υπ' αριθ. πρωτ. 831/ 7.6.2016 επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος). Έτσι ο εναγόμενος, επικαλούμενος την ως άνω νομοθετική μεταβολή στη διαδικασία ρευστοποίησης και την αδυναμία ρευστοποίησης εξαιτίας της απουσίας σχετικής έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρνείται έως σήμερα να αποδώσει στους ενάγοντες το κεφάλαιό τους, που αντιστοιχεί στη συνολική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει έκαστος εξ αυτών συνεπεία της συμμετοχής του στα ως άνω προγράμματα του εναγομένου, δηλαδή ο πρώτος ενάγων το ποσό των 23.660 € (για 676 συνεταιριστικές μερίδες), ο δεύτερος ενάγων το ποσό των 23.870 € (για 682 συνεταιριστικές μερίδες) και ο τρίτος ενάγων το ποσό των 27.405 € (για 783 συνεταιριστικές μερίδες), με συνέπεια οι ενάγοντες να υποστούν αιτιωδώς συνδεόμενη ισόποση θετική ζημία.

Η δε ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος των εναγόντων πελατών του και καταναλωτών στο πλαίσιο της παροχής σε αυτούς των υπηρεσιών του και των προσφερόμενων από αυτόν επενδυτικών προϊόντων, συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία των εναγόντων, διότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του, παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σε σχέση με τα ως άνω προϊόντα (ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ και ΑΠΟΔΙΔΩ) εκδόσεώς του, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις, που συντήρησε και επέτεινε καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσιμης επένδυσης παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις του, ήτοι το καθήκον διαφύλαξης των συμφερόντων των εναγόντων και το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης κατά τη συναλλακτική του διάσταση, και θεμελιώνει δικαίωμα των εναγόντων για αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 330, 281, 288, 914, 922 ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994 (του οποίου ο εναγόμενος δεν ανέτρεψε το τεκμήριο, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη.

Σημειωτέων ότι κατά την άποψη που υιοθετεί το παρόν δικαστήριο οι ενάγοντες εν προκειμένω έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, εφόσον ενεργούσαν εκτός της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, δεν διέθεταν εμπειρία και εξειδίκευση σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα, ενώ σκοπός τους ήταν κυρίως η κάλυψη της ανάγκης ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, πρόκειται δηλαδή για μικροκαταθέτες, τα δε τραπεζικά προϊόντα που προωθούσε ο εναγόμενος ήταν σύνθετα, με επενδυτικό και καταθετικό σκέλος, ενώ οι ενάγοντες δεν αποσκοπούσαν στην απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου του εναγόμενου αλλά στην ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου τους.

Μεταξύ δε αυτής της συμπεριφοράς του εναγομένου και της επελθούσας ζημίας του ενάγοντος υφίσταται αιτιώδης, υπό την έννοια της πρόσφορης αιτιότητας, σύνδεσμος, αφού η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και επέφερε, η οποία (ζημία) δεν θα επερχόταν, αν οι προστηθέντες αυτού υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο παράνομο τρόπο.

Σημειωτέον ότι το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από τον, μεταγενέστερο, περιορισμό που επιβλήθηκε στον εναγόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4261/2014 και του καταστατικού του, που τον εμποδίζουν να προβεί σε ρευστοποίηση των μερίδων χωρίς προηγούμενη έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς αποτελεί γεγονός αδιάφορο για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερο του χρόνου επέλευσης της ζημίας που συμπίπτει στον χρόνο σύναψης της σύμβασης ΑΠΟΔΙΔΩ.

Στην προκειμένη επένδυση, χωρίς την πλημμελή πληροφόρηση, δηλαδή υπό συνθήκες σωστής πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης επένδυσης (ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΙΔΩ), οι ενάγοντες δεν θα είχαν επιλέξει να προχωρήσουν σ' αυτή και θα απείχαν από την τοποθέτηση των χρημάτων τους. Η αγορά των ένδικων συνεταιριστικών μερίδων αποφασίσθηκε ως αποτέλεσμα της παράβασης η οποία εμφιλοχώρησε κατά το στάδιο πριν από την αγορά τους, ως συνέπεια της πλημμελούς πληροφόρησης, ως εκ τούτου η ίδια η αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, που δεν απετράπη, είναι το επιζήμιο αποτέλεσμα του σφάλματος του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού.

Επομένως, κατ' εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς (σύγκριση υποθετικής με υπάρχουσα περιουσιακή κατάσταση), η αποκαταστατέα ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με τις γενόμενες δεκτές ως παράνομες πράξεις του εναγομένου, ταυτοποιείται στο ύψος των χρηματικών ποσών που οι ενάγοντες τοποθέτησαν στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) και αποκαθίσταται μέσω της απόδοσής τους...Επιπρόσθετα, αποδείχτηκε ότι τα ως άνω ποσά αποτελούσαν οικονομίες μιας ζωής που οι ενάγοντες απέκτησαν με κόπο, μέσω των επαγγελμάτων που ασκούσαν για βιοπορισμό, προκλήθηκε δε σε αυτούς οικονομική δυσχέρεια ως προς την ανταπόκριση στις καθημερινές υποχρεώσεις τους, καθώς έχουν στερηθεί, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τη χρήση ενός αξιοσημείωτου ποσού χρημάτων που τοποθέτησαν στις συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, εν όψει και του γεγονότος ότι ο πρώτος ενάγων τυγχάνει συνταξιούχος και οι λοιποί αγρότες, με εισόδημα που εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, όπως οι καιρικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να αισθανθούν έντονη στενοχώρια, άγχος και να υποστούν ψυχική ταλαιπωρία.

Ως εκ τούτου παρέχεται στους ενάγοντες αξίωση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ως άνω ηθικής βλάβης, λόγω της αδικοπραξίας. Για την ικανοποίηση δε αυτής, εν όψει του είδους και της έντασης της βλάβης, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου, δια των προστηθέντων υπαλλήλων του, της κοινωνικής και οικονομικής θέσης και κατάστασης των μερών και όλων γενικά των συνθηκών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο.

Έσφαλε, επομένως, η εκκαλούμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων επιδικάζοντας μεγαλύτερο του ως άνω ποσού ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη των εναγόντων και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε κατ' αποτέλεσμα όμοια με τα παραπάνω όσον αφορά την υπαιτιότητα του εναγόμενου στην πρόκληση της ζημίας των εναγόντων, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, αντικαθιστάμενης από την παρούσα ως προαναφέρεται, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Έσφαλε, όμως, ως προς το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες από τη σε βάρος τους αδικοπραξία.

Πρέπει, επομένως, η έφεση, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και, για την ενότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης, να εξαφανιστεί εξ ολοκλήρου η εκκαλούμενη απόφαση, δηλαδή και ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της που δεν θίγονται με την απόφαση αυτή...Αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των έντεκα χιλιάδων οχτακοσίων τριάντα ευρώ (11.830 €), στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των έντεκα χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα πέντε ευρώ (11.935 €) και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των δεκατριών χιλιάδων επτακοσίων δύο ευρώ και πενήντα λεπτών (13.702,50 €) και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να καταβάλει στους ανωτέρω τα ίδια ως άνω ποσά στον κάθε ένα, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που έκαστος εξ αυτών υπέστη συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, καθώς και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ σε κάθε ένα των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής..".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σε βάρος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστησαν οι τελευταίοι και η οποία έγκειται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στην απώλεια του ποσού που κατέβαλαν για την απόκτηση των συνεταιριστικών τους μερίδων, λόγω αδυναμίας ρευστοποίησής τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερθεισών στην αρχή της παρούσας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, οι αντιφατικές αιτιολογίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο: α) ενώ δέχεται ότι με τον όρο 2.2 των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση" συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι : "Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα, την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας.....

Συμφωνείται δε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο συνεταίρος, εφόσον ζητήσει την αποδέσμευση μερίδων από το πρόγραμμα κατά τη διαδικασία που περιγράφεται σε αυτήν την παράγραφο, δεν θα μεταβιβάσει αυτές κατά τη διάρκεια της χρήσης κατά την οποία ζητήθηκε η αποδέσμευση....", στη συνέχεια, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι πλεονέκτημα της σύμβασης του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", το οποίο οι ενάγοντες απώλεσαν με τη σύμβαση "Αποδίδω" που παραπλανήθηκαν και υπέγραψαν, ήταν το ότι δυνάμει του παραπάνω υπ' αρ. 2.2 όρου των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση", μετά την παρέλευση της ελάχιστης υποχρεωτικής διάρκειας του προγράμματος, οι ενάγοντες δικαιούνταν και ο εναγόμενος συνεταιρισμός υποχρεούτο να ρευστοποιεί εν όλω ή εν μέρει τις ενταγμένες σε αυτό συνεταιριστικές μερίδες, β) ενώ δέχεται ότι στις συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι ".... 3.

Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα... τα ακόλουθα κονδύλια......... Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (άρθρα 10 και 11)......, στη συνέχεια, αντιφατικά προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι από τον όρο αυτό προκύπτει ότι, ο εναγόμενος συνεταιρισμός κατά το κλείσιμο του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" ήταν υποχρεωμένος από τη σύμβαση να ρευστοποιήσει άμεσα και χωρίς άλλη διαδικασία τις ενταγμένες στο πρόγραμμα συνεταιριστικές μερίδες των εναγόντων, πλην της (μιας) υποχρεωτικής μερίδας αυτών και σε αντίφαση με την τελευταία αυτή παραδοχή δέχεται ότι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία επιβαλλόταν σύμφωνα με τον ίδιο παραπάνω όρο να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποίησης της υποχρεωτικής μερίδας και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", γ) ενώ δέχεται ότι στις συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" ορίζεται ότι "...4.

Η τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) ...... θα έχει συνολική απόδοση.....Ο υπολογισμός της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης συμφωνείται ότι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων εξήντα (360) ημερών από ημέρα σε ημέρα... 5.

Η τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά... ", στη συνέχεια, αντιφατικά προς τις ανωτέρω παραδοχές, δέχεται ότι από τον παραπάνω υπ' αρ. 4 όρο προκύπτει ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει στους ενάγοντες κατά τη λήξη του προγράμματος το σύνολο του επενδυθέντος κεφαλαίου των εναγόντων, δ) ενώ δέχεται ότι οι ενάγοντες ενέταξαν στα επίμαχα προγράμματα 676, 682 και 783 συνεταιριστικές μερίδες αντίστοιχα και ότι σύμφωνα με τον υπ' αρ. 3 όρο των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση", κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούνταν να εισπράξουν την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων τους, στη συνέχεια δέχεται με αντιφατικές αιτιολογίες αφενός ότι η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας των εναγόντων ορίστηκε στο ποσό των 35 ευρώ ενιαία για όλες τις μερίδες, ανεξάρτητα πότε αποκτήθηκαν από αυτούς και αφετέρου ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στους ενάγοντες κατά τη λήξη του προγράμματος το ποσό που αυτοί κατέβαλαν για την κτήση των μερίδων, για το λόγο ότι στο καταστατικό του εναγόμενου δεν γίνεται καμία αναφορά για τον προσδιορισμό της ονομαστικής αξίας τους και ε) ενώ δέχεται ελλιπή ενημέρωση των εναγόντων-αναιρεσίβλητων κατά την κατάρτιση των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση", ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους που εμπεριείχαν οι συμβάσεις αυτές και κυρίως ότι με την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων οι αναιρεσίβλητοι γίνονταν συνεταίροι του αναιρεσείοντος υπέχοντας ευθύνη αποζημίωσης μέχρι το επενδυμένο στις μερίδες κεφάλαιό τους, ότι υπήρχαν περιορισμοί στην ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και ότι η πραγματική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που αυτοί κατείχαν κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου της επένδυσής τους μπορούσε να μειωθεί ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δέχεται με αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι αναιρεσίβλητοι παραπλανήθηκαν κατά τη λύση των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση" και την κατάρτιση της σύμβασης "Αποδίδω", στις 11-11-2013, 21-11-2013 και 16-12-2013, όταν απώλεσαν σημαντικά δικαιώματα που εξασφάλιζαν το κεφάλαιο που είχαν επενδύσει, τα οποία τους παρείχε η σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" και ότι συγκεκριμένα απώλεσαν το δικαίωμα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων που είχαν αποκτήσει στην τιμή κτήσης τους, που συνδέεται αιτιωδώς με την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν.

Περαιτέρω, το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία δέχεται ότι η ζημία, ύψους 23.660 ευρώ, 23.870 ευρώ και 27.405 ευρώ, αντίστοιχα, που προκλήθηκε στους ενάγοντες από το γεγονός ότι, παραπλανηθέντες από τους προστηθέντες υπαλλήλους του εναγομένου, συμβλήθηκαν αρχικά στις επίμαχες συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση" και στη συνέχεια στην επίμαχη σύμβαση "Αποδίδω", συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά των υπαλλήλων του εναγομένου.

Τούτο δε διότι, καίτοι στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στην από 30-6-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου που όρισε ότι η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γίνεται κατόπιν έγκρισης των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του και στο άρθρο 169 παρ. 3 Ν. 4099/2012 που ορίζει ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του Ν. 1667/1986, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν αιτιολογείται επαρκώς η μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ως άνω εκ του νόμου περιορισμών στην ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων των εναγόντων και της προκληθείσας σ' αυτούς ζημίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 25/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης