Legislator Case Law & Legislation
1609/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of specific factual assumptions in the appeal petition.

Case Number 1609/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Athens Municipality's appeal against a lower court ruling awarding wage differences to former employees based on unjust enrichment. The court held that the appeal petition failed to state the essential factual assumptions required by law to substantiate the claim of insufficient reasoning. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the municipality was ordered to pay the costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the petition fails to state the essential factual assumptions of the appealed decision, rendering the claim of insufficient reasoning substantiable.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal insufficient reasoning factual assumptions unjust enrichment wage differences civil procedure costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(1) of Law 3463/2006
Article 281(2) of Law 3463/2006
Article 1 of Law 1082/1980

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 4/2021

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1609 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1609/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου-οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης (Ν.Π.Δ.Δ.-Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Καϊτανίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσίβλητων:1) Δ. Λ., 2) Α. Β., 3) Σ. Α., 4) Ε. Γ., 5) Β. Κ., 6) Ε. Λ. και 7) Β. Π., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Σιδερή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 523/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1674/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 14-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 14.11.2019 [με αριθ.καταθ. 1068/11020/19.11.2019] αίτηση διώκεται από το εφεσίβλητο - εναγόμενο, και ήδη αναιρεσείον, η αναίρεση της υπ'αριθ. 1674/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί εφέσεως των εναγόντων κατά της υπ'αριθ. 523/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή διεκδίκησης διαφορών αποδοχών τους από συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, στα πλαίσια των οποίων, κατά τους ισχυρισμούς των, εκτελούσαν παραγωγικό έργο, ως μη νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της [εκ συμβάσεως και εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού].

Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι οι συμβάσεις των εκκαλούντων-εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, λειτούργησαν ως άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, έκρινε νόμιμη την αγωγή τους ως προς τη βάση της επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού και επιδίκασε σε αυτούς τις διαφορές αποδοχών και τα επιδόματα εορτών και αδείας, που αναφέρονται σε αυτήν.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου Κώδικος, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παρά το νόμο εδέχθη πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εδέχθη ως αληθείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκουμένου με την αγωγή ή την ανταγωγή ή με ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, χωρίς να έχει προσκομισθεί οιαδήποτε απόδειξη προς τούτο ή χωρίς να εκτίθενται παντελώς στην προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ωδήγησαν στην εν λόγω απόδειξη.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο παρά το νόμο εδέχθη ως αληθές χωρίς απόδειξη ότι οι αναιρεσίβλητοι συνεδέοντο με το αναιρεσείον με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ο εν λόγω λόγος εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο μνημονεύει συγκεκριμένως τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπ'όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του [κατάθεση μάρτυρος κλπ] είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του κράτους, η οποία ισχύει και επί των ΟΤΑ συμφώνως προς το άρθρο 304 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με το Π.Δ. 410/1995, ως και το άρθρο 276 παρ.1 του νεωτέρου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με τον Ν. 3463/2006 η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και κατ' επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 399/2021).

Ακόμη, κατά το άρθρο 93 του ίδιου ως άνω νόμου (2362/1995), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως.

Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του Ν.Π.Δ.Δ.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 399/2021, 796/2018).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013].

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως [άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη αναφορικώς προς το ζήτημα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων τα εξής: <<...Η από 21.12.2013 αγωγή των εναγόντων επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 27.12.2013....Περαιτέρω οι ενάγοντες είχαν υποβάλει στον εναγόμενο στις 29.12.2011 την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από 29.12.2011 μ' αριθμό πρωτ. 247585/29.12.2011 [ομαδική] αίτηση, με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθούν τα οφειλόμενα ποσά από τις διαφορές αποδοχών τους [για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και εξόδων κίνησης] για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 29.12.2011, στην οποία ο εναγόμενος δεν απάντησε εντός προθεσμίας έξι [6] μηνών από την ημερομηνία υποβολής της, μ' αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγραφής στις 29.12.2011 ως προς τις αξιώσεις αυτές, την έναρξη εκ νέου της διετούς παραγραφής για τις ίδιες αξιώσεις μετά ένα εξάμηνο, δηλαδή στις 27.12.2013.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή διαφορών αποδοχών για το χρονικό διάστημα των ετών 2010 και 2011 δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και τούτο διότι η παραγραφή τους διακόπηκε πριν τη συμπλήρωση της διετίας και συγκεκριμένα στις 29.12.2011 με την υποβολή εκ μέρους τους της πιο πάνω αίτησης και μέχρι την επίδοση της αγωγής, στις 27.12.2013, δεν είχε συμπληρωθεί διετία από την έναρξη της παραγραφής στις 29.6.2012>>.

Yπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο εδέχθη την αντέστανση διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, την οποία υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και απέρριψε την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι η από 29.12.2011 αίτηση διακοπής της παραγραφής των αναιρεσιβλήτων αφορούσε τις ένδικες αξιώσεις αυτών [μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας, έξοδα κίνησης].

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3, 93 Ν.2362/1995, 304 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα [Π.Δ. 410/1995] και 276 παρ.1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων [Ν.3463/2006], δεχόμενο ότι η από 29.12.2011 αίτηση των αναιρεσιβλήτων διέκοψε την παραγραφή.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, σημειουμένου ότι η κρίση περί ορισμένου της ως άνω αιτήσεως των αναιρεσειόντων δεν προσβάλλεται με λόγο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί παραμορφώσεως εγγράφου.

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, ενώ σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, κατά τη διάρκεια της οποίας ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, εφαρμόζονται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Όμως, όπως κάθε σύμβαση, είναι δυνατόν και η σύμβαση εργασίας να πάσχει από ακυρότητα για διάφορους λόγους (άρθρ. 180, 184 ΑΚ). Εφόσον η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής.

Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα και ο εργαζόμενος να παράσχει στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης.

Πιο συγκεκριμένα, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Η ωφέλεια την οποία αποκόμισε ο εργοδότης δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις και απορρέει από μόνο το πραγματικό γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας [ΟλΑΠ 4/2021] .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Προκειμένου να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο εν λόγω λόγος πρέπει το αναιρετήριο να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με σαφήνεια και πληρότητα, ώστε να είναι δυνατή η στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού.

Εν προκειμένω με τον τρίτο και τελευταίο λόγο το αναιρεσείον προσάπτει την πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας. Ο εν λόγω λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Μετά από αυτά θα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. λόγω της ήττας του [άρθρ. 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ] στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις μειωμένα κατά το ήμισυ ως προς την δικηγορική αμοιβή [άρθρ.281 παρ. 1,2 Ν. 3463/2006], ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.11.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1674/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων [1300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ