1609/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3670/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3189/2006 και 7112/2007 μη οριστικές και η 5889/2008 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 18/12/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1478/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5889/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Legislator headnote
AI generated1609/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Full text
Απόφαση 1609 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1609/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Χ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταματίου Γρύλλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Σαξώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3670/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3189/2006 και 7112/2007 μη οριστικές και η 5889/2008 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 18/12/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1478/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5889/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 395/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/6/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 395/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 29-12-2003 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 3670/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η από 20-10-2001 αγωγή του και μετά την έκδοση της 1478/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, ύστερα από την άσκηση αναίρεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία, αναιρέθηκε η 5889/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος και μετά την εξαφάνιση της 3670/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Στην ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της (ΚΠολΔ 561 § 2), ο αναιρεσείων ιστορούσε ότι ήταν πελάτης της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, ... υποκατάστημα της οποίας άνοιξε, στις 22-2-1989, λογαριασμό, ότι στα πλαίσια της συνεργασίας που είχαν, προέβαινε σε προθεσμιακές καταθέσεις μεσοβραχυπρόθεσμες, τις οποίες ανανέωνε μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, ότι η αναιρεσείουσα υλοποιούσε τις συμβάσεις "σε έντυπα διαχειρίσεως διαθεσίμων αμοιβαίων κεφαλαίων", ότι στις 13-12-1996 τα κεφάλαια που είχε εμπιστευθεί στην αναιρεσίβλητη ανέρχονταν στο ποσό των 154.727.629 δραχμών, το οποίο επενδύθηκε με επιτόκιο 11,60% για 45 ημέρες, ήτοι μέχρι τις 28-1-1997 και απέφερε τόκους ύψους 2.261.990 δραχμών, ποσό το οποίο προστέθηκε στο αρχικό κεφάλαιο των 154.727.629 δραχμών και ότι το νέο κεφάλαιο επενδύθηκε και πάλι με επιτόκιο 9,60% και ούτω καθεξής μέχρι τις 9-1-2008, οπότε το συνολικό κεφάλαιο με τους τόκους, που είχαν παραχθεί, είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 174.123.771 δραχμών.
Περαιτέρω, ιστορούσε ότι, αν και οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης την ημέρα εκείνη (9-1-2008) τον ενημέρωσαν για το ακριβές ύψος των κεφαλαίων του, το οποίο συνέπιπτε απολύτως με το πιο πάνω ποσό, παρ' όλα αυτά, την ίδια ημέρα, τον πληροφόρησαν ότι τα κατατεθειμένα κεφάλαιά του ανέρχονταν μικρότερο ποσό, ήτοι σε 109.681.346 δραχμές και ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) αρνείται να του το αποδώσει την ύψους 64.442.425 δραχμών διαφορά (174.123.771 - 109.681.346), την οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 189.118 ευρώ, ισόποσο του προαναφερθέντος ποσού των 64.442.425 δραχμών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3670/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων και ενάγων άσκησε την από 29-12-2003 έφεσή του.
Επ' αυτής εκδόθηκε η 5889/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 18-12-2008 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1478/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η συγκεκριμένη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Ήδη εκδόθηκε η 395/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία και προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδη σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με την αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 375 του Π.Κ., προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένων, ολικά ή εν μέρει κινητών πραγμάτων, τα οποία περιήλθαν με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του (ΑΠ 2149/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Σημειώνεται εδώ ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "...Ο ενάγων από πολλών ετών διατηρούσε συνεργασία με την εναγομένη Τράπεζα και δη με το επί της ... υποκατάστημά της ..., όπου προέβαινε σε καταθέσεις διαφόρων χρηματικών ποσών σε τρεχούμενους λογαριασμούς ή σε επενδύσεις με την αγορά διαφόρων τίτλων και της θυγατρικής της εταιρείας "...", των οποίων τη διαχείριση είχε αναλάβει η εναγομένη, δια των υπαλλήλων της, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης και συνεννόησης με τον ενάγοντα για την αποδοτικότερη επένδυση των χρημάτων του.
Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής, ο ενάγων επένδυσε σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων (εσωτερικού), τα οποία δεν έχουν εγγυημένη απόδοση, αλλά εκτιμούμενη αξία εξαγοράς και δη α) στις 10.7.1995, κατόπιν της υπ' αριθμ. 139981 αίτησης συμμετοχής του, με συνδικαιούχους τις Σ. Χ. και Α. Χ., το ποσό των 45.000.000 δραχμών, το οποίο με την επιτευχθείσα πρόσθετη αξία ανήλθε, στις 5.10.1995, σε 46.488.410 δραχμές και με την εκ νέου επένδυσή του, στις 16.11.1995, σε 47.215.922 δραχμές.
Το ποσό αυτό, με τη συμπλήρωσή του, κατά 12.784.078 δραχμές, διαμορφώθηκε σε εκείνο των 60.000.000 δραχμών και επανεπενδύθηκε, με την αριθμ. …563/16.11.1995 αίτηση συμμετοχής και συνδικαιούχους τους παραπάνω, επιπλέον δε τη Μ.- Σ. Χ.. Το ως άνω ποσό, πάντα ανανεούμενο ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κατά μέσο όρο τριάντα πέντε (35) ημερών, απέφερε κεφάλαιο, στις 9.1.1998, ανερχόμενο σε 77.433.465 δραχμών, β) στις 15.2.1996, κατόπιν της υπ' αριθμ. 178130 αίτησης συμμετοχής του, με τους ίδιους συνδικαιούχους, το ποσό των 12.000.000 δραχμών, το οποίο επενδύθηκε, κατά πρόταση των υπαλλήλων της τελευταίας, κατά τον ίδιο τρόπο (αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων), διαμορφούμενο στις 27.3.1996 σε 12.172.537 δραχμές, το οποίο επενδύθηκε εκ νέου και ανήλθε στις 9.1.1998 στο ποσό των 14.973.545 δραχμών και γ) στις 4.10.1996, κατόπιν της υπ' αριθμ. 51211 αίτησης συμμετοχής του, το ποσό των 15.000.000 δραχμών, το οποίο διαμορφώθηκε, στις 9.1.1998, σε 17.274.336 δραχμών, συνέχισε δε η επένδυσή του έως τις 20.3.1998, οπότε ανήλθε σε 17.982.188 δραχμές.
Για τα παραπάνω τρία (3) επενδυτικά προγράμματα, με αρχικά κεφάλαια 45.000.000, 12.000.000 και 15.000.000 δραχμών, κατόπιν αντίστοιχων αιτήσεων συμμετοχής του ενάγοντος και τη σταδιακή εξέλιξή τους με τις εκάστοτε επανεπενδύσεις αυτών, στις 9.1.1998, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 109.681.346 (77.433.465+14.973.545+17.274.336) δραχμών, το οποίο και εισπράχθηκε από τον ενάγοντα, δεν υφίσταται αμφισβήτηση από αμφότερα τα διάδικα μέρη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. 411 και 412/31.12.1991 συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος (η πρώτη) και της συζύγου του, Σ. Χ. (η δεύτερη), χορηγήθηκε σε έκαστο των τελευταίων πίστωση μέχρι του ποσού των 24.000.000 και 16.000.000 δραχμών αντίστοιχα, για την εξασφάλιση δε της απαίτησης της εναγομένης ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου του ενάγοντος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3216/1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Στις 2.7.1992, οι παραπάνω πιστούχοι έκαναν χρήση αυτών και έλαβαν ο μεν ενάγων το ποσό των 7.000.000 δραχμών, η δε σύζυγός του το ποσό των 4.700.000 δραχμών, ήτοι συνολικά 11.700.000 δραχμές (βλ. τα υπ' αριθμ. TUN …20792 3-…/2.7.1992 και …20792 3-…2/2.7.1992 γραμμάτια είσπραξης, σε συνδυασμό με τις από 2.7.1992 εγκρίσεις του συμβουλίου χορηγήσεων του υποκαταστήματος Κυψέλης της εναγομένης).
Στη συνέχεια, ο ενάγων διέθεσε το ποσό των 9.099.683 δραχμών, το οποίο έλαβε από τον υπ' αριθμ. … 059051 κοινό λογαριασμό (του ιδίου και της συζύγου του), προερχόμενο από το προϊόν των χορηγήσεων πίστωσης των 11.700.000 δραχμών, για την αγορά επ' ονόματί του ένδεκα (11) εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, ονομαστικής αξίας εκάστου 1.000.000 δραχμών (βλ.
τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εναγομένη Τράπεζα υπ' αριθμ. Α01 …054/2.7.1992 δελτίο ανάληψης, το οποίο φέρει την υπογραφή του ενάγοντος και έχει ως αιτιολογία "για έντοκα", …10/30.6.1992 αίτηση αποδεικτικά αγοράς τίτλων αξιών και TUN …0140049/2.7.1992 γραμμάτιο είσπραξης, τα οποία δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από τον ενάγοντα).
Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι πλέον των παραπάνω τριών (3) κεφαλαίων, προέβη στην επένδυση και ολοκλήρου του παραπάνω ποσού, χορηγηθέντος ως πίστωση από την εναγομένη Τράπεζα, των 24.000.000 δραχμών, το οποίο μετά από συνεχείς όμοιες επανεπενδύσεις αυτού, κατά το χρονικό διάστημα από 31.12.1991 έως 9.1.1998, διαμορφώθηκε στο ποσό των 64.442.426 δραχμών και κατά στρογγυλοποίηση 64.442.000 δραχμών, ήτοι 189.118,12 ευρώ, εξαιτίας του οποίου προέκυψε η ένδικη διαφορά, ήτοι αφορά το, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ιδιοποιούμενο παρανόμως από την εναγομένη, πλην όμως τούτο ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Και τούτο, διότι, πέραν των παραπάνω αποδειχθέντων, αναφορικά με το ποσό των 24.000.000 δραχμών που διατείνεται ότι του χορηγήθηκε βάσει της σύμβασης πίστωσης από την εναγομένη και ότι έδωσε εντολή στην τελευταία να επενδύσει τούτο εξ ολοκλήρου σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων, στις 31.12.1991, ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει τουλάχιστον τη σχετική έγγραφη αίτηση συμμετοχής, η οποία, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, προσαπαιτείται, κατά τις διατάξεις του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, έκδοση τίτλων μεριδίων, αντίγραφο extrait επενδυτικού λογαριασμού ή οποιοδήποτε άλλο παραστατικό, τα οποία οπωσδήποτε θα κατείχε, σε περίπτωση που είχε πραγματοποιηθεί τέτοιου είδους χρηματιστηριακή συναλλαγή, όπως συνέβη άλλωστε με τις λοιπές μη αμφισβητούμενες καταρτισθείσες επενδυτικές συμβάσεις.
Η αναφορά στο τέταρτο αυτό επενδυτικό κεφάλαιο, φερόμενο ως προερχόμενο από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, έγινε το πρώτον με τις κατατεθείσες προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου διευκρινίζεται η προέλευση και ο τρόπος δύσης του ποσού αυτού, ενώ στο αγωγικό δικόγραφο επικαλείται συνολικό ποσό επένδυσης (κεφάλαια και αποδόσεις) 174.123.771 δραχμών (χωρίς περαιτέρω διασαφήνιση των επί μέρους κεφαλαίων).
Στην δε προγενέστερη από 4.3.1999 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2…/2803/1999) ασκηθείσα αγωγή του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την υπ' αριθμ. 10337/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ουδεμία μνεία γίνεται περί της συμμετοχής του στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων με το ποσό των 24.000.000 δραχμών, αλλά μόνο των τριών (3) συμβάσεων που κατήρτισε με την εναγομένη και δη κατά τις ημερομηνίες 10.7.1995, 15.2.1996 και 4.10.1996, με κατάθεση ποσών 45.000.000, 12.000.000 και 15.000.000 δραχμών αντίστοιχα, κατόπιν των υπ' αριθμ. 139981, 178130 και 51211 σχετικών αιτήσεων συμμετοχής του, τις οποίες αποδέχθηκε η εναγομένη.
Η τελευταία, δια της αρμοδίου υπαλλήλου της, δήλωσε μεν στον ενάγοντα, κατά την προσέλευσή του, στις 9.1.1998, στο υποκατάστημά της επί της ..., προκειμένου αυτός να πληροφορηθεί περί του ύψους των επενδύσεών του, ότι τούτο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 174.123.771 δραχμών, πλην όμως αυθημερόν, δια του διευθυντή της, ενημέρωσε αυτόν ότι το πραγματικό ποσό ήταν 109.681.346 δραχμές και ότι η εσφαλμένη ανακοίνωση οφειλόταν σε αθροιστικό λάθος, καθόσον εκ παραδρομής προστέθηκε στα παραπάνω αναφερθέντα τρία (3) κεφάλαια του και το ποσό κεφαλαίου άλλης επενδύτριας, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα και εγγράφως με συνημμένη κατάσταση της εξέλιξης των τριών επενδυθέντων κεφαλαίων του, μετά την από 14.1.1998 επιστολή του και την κοινοποίηση του από 17.2.1998 εξωδίκου του (βλ.
τις προσκομιζόμενες με επίκληση από 4.3.1998 και 2.4.1998 επιστολές της εναγομένης). Επιπροσθέτως, ο ενάγων, προς επίρρωση του ισχυρισμού του περί της επενδυτικής τοποθέτησης του ποσού των 24.000.000 δραχμών, με τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του και με σκοπό προφανώς την αιτιολόγηση της έλλειψης παραστατικών αναφορικά με αυτή, διατείνεται ότι προέβη αυθημερόν με την κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης στην εκταμίευση του παραπάνω ποσού και ταυτόχρονα στην αποπληρωμή της σύμβασης (βλ.
σελ. 20 των προτάσεων), ώστε να εμφαίνεται για φορολογικούς λόγους, καθ' υπόδειξη των υπαλλήλων της εναγόμενης, ότι η επένδυσή του έγινε μέσω αυτής (σύμβασης πίστωσης). Τούτο όμως αναιρείται, τόσο από το γεγονός της συναίνεσής του στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του για την εξασφάλιση της απαίτησης της εναγομένης Τράπεζας, όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3216/1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας στις 25.2.1992, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο της επικαλούμενης εκταμίευσης και εξόφλησης της σύμβασης πίστωσης, η οποία (εγγραφή προσημείωσης) εν προκειμένω δεν θα ήταν αναγκαία, εφόσον δεν νοείται εξασφάλιση μη υφιστάμενης (ήδη αποπληρωθείσας) αξίωσης, όσο και από την από 16.11.1993 επιστολή της εναγομένης, απευθυνόμενη προς τον ενάγοντα, σύμφωνα με την οποία, γνωστοποιείται, κατόπιν προφορικού αιτήματος του ιδίου, ότι "το δάνειο δρχ. 7.000.000 που σας χορηγήσαμε την 2.7.1992, για την ανέγερση επαγγελματικής στέγης (ιατρείο), έχει σημερινό υπόλοιπο δρχ. 7.000.000 και είναι ενήμερο" (ομοίου περιεχομένου επιστολή απεστάλη και στη σύζυγο του ενάγοντος, Σ.
Χ.-Κ., για το ποσό των 4.700.000 δραχμών). Σε περίπτωση παραδοχής της εκδοχής του ενάγοντος περί εκταμίευσης του συνολικού ποσού της πίστωσης (24.000.000 δραχμές) και του ως άνω ποσού των 7.000.000 δραχμών, θα υφίστατο υπέρβαση του ανωτάτου ορίου αυτής (πίστωσης). Ενόψει των παραπάνω δεν προκύπτει εκταμίευση ολοκλήρου του ποσού της πίστωσης, όπως διατείνεται όψιμα ο ενάγων, αλλά μέρους αυτού εκ 7.000.000 δραχμών, το οποίο, συναθροιζόμενο με εκείνο των 4.700.000 δραχμών της συζύγου του, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 11.700.000 δραχμών, εκ του οποίου 9.099.683 δραχμές διατέθηκαν προς αγορά των προαναφερομένων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου και όχι, κατά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, προς αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων διαχείρισης διαθεσίμων, όπως στις λοιπές συμβάσεις.
Άλλωστε προκύπτει από το υπ' αριθμ. ΚΑΕ …51230130088 παραστατικό κατάθεσης, ότι ο ενάγων, καθώς και η σύζυγός του, εξόφλησαν ολοσχερώς (κατά κεφάλαιο και τόκους) τα ποσά των συμβάσεων πίστωσης, στις 5.9.1994, καταβάλλοντας 12.000.000 δραχμές, ποσό που ταυτίζεται απόλυτα στο σύνολό του με εκείνα που εκταμιεύθηκαν. Τα παραπάνω αποδεικνύονται με σαφήνεια από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από την εναγόμενη, από 20.1.2014 και 21.1.2014 σημειώματα ελέγχου της εταιρείας "..." και της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου στο κατάστημα της εναγομένης στην Κυψέλη, του ελεγκτή Π.
Κ. και του Επιθεωρητή Γ. Τ. αντίστοιχα, καθώς και την από 22.1.2003 έκθεση της "... Α.Ε" του Ε. Λ., στα οποία αναφέρονται λεπτομερώς η κίνηση των ανοιχθέντων από τον ενάγοντα επενδυτικών λογαριασμών με αριθμούς …658 και …743, τα ποσά με τα οποία συμμετείχε, οι εκδοθέντες τίτλοι, ο αριθμός των αποκτηθέντων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου διαχείρισης διαθεσίμων και η υπεραξία τους κατά το χρόνο εξαγοράς αυτών.
Επιπροσθέτως, με το από 3.3.2003 έγγραφο της διεύθυνσης νομικών υπηρεσιών της ανώνυμης εταιρείας "...", βεβαιώνεται ότι, πέραν των τριών επενδύσεων, οι οποίες είχαν ανέλθει, στις 9.1.1998, στο ποσό των 109.681.346 δραχμών, δεν είχε πραγματοποιηθεί εκ μέρους του ενάγοντος ουδεμία άλλη χρηματική τοποθέτηση κεφαλαίων. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τις καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του ενόρκως βεβαιούντος, Γ.
Μ., οι οποίοι χωρίς να έχουν ιδία αντίληψη και εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την επένδυση των 24.000.000 δραχμών σε αμοιβαία κεφάλαια από τις 31.1.1991, συμπεραίνουν, σύμφωνα με τους γενόμενους εκ μέρους τους μαθηματικούς υπολογισμούς, ότι το ποσό αυτό επανεπενδυόταν μέχρι τις 9.1.1998 και απέδωσε 64.000.000 δραχμές. Αλλά και ο διορισθείς, με την υπ' αριθμ. 3189/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, πραγματογνώμονας Α.
Ι., στον οποίο ανατέθηκε να αποφανθεί με αιτιολογημένη έκθεσή του, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έγγραφα, ως προς το ύψος των χρηματικών ποσών που επενδύθηκαν στην εναγομένη, τη διάρκεια αυτών (επενδύσεων), το ποσοστό απόδοσης κάθε επένδυσης, την κίνησή τους και το τελικό ποσό των επενδύσεων που προέκυψε κατά τον κρίσιμο χρόνο της 9.1.1998, καταλήγει μεν στο συμπέρασμα ότι το σύνολο των κεφαλαίων και των αποδόσεών τους έως τον παραπάνω χρόνο, ανερχόταν σε 174.124.060 δραχμές, κατά τα προβαλλόμενα από τον ενάγοντα, και μάλιστα με ιδιαίτερη μνεία στην εξέλιξη του κεφαλαίου των 24.000.000 δραχμών από 31.12.1991 έως 9.1.1998, θεωρώντας όμως χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε πειστικού επιχειρήματος, ότι το τελευταίο, ως χορηγούμενη πίστωση από την εναγομένη, επενδύθηκε ολόκληρο, όπως ακριβώς και τα προηγούμενα τρία (3) κεφάλαια (βλ.
την υπ' αριθμ. 359/2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στο τέλος της οποίας αναφέρεται ότι, μεταξύ άλλων, λήφθηκαν υπόψη φωτοαντίγραφα για την τοποθέτηση κεφαλαίων 45.000.000, 12.000.000 και 15.000.000 δραχμών και τη χορήγηση δανείου από την εναγομένη 24.000.000 δραχμών). Επίσης, αβάσιμα επιχειρεί ο ενάγων να θεμελιώσει την ύπαρξη του κεφαλαίου των 24.000.000 δραχμών, τόσο στην από 20.3.2007 έκθεση του Δ.
Κ., διορισθέντος από τον ίδιο ως τεχνικός σύμβουλος, ο οποίος, μετά από μαθηματικούς υπολογισμούς, συμπεραίνει ότι η απόδοση αυτού, μετά από συνεχείς επανεπενδύσεις, ανερχόταν στις 9.1.1998 σε 64.442.443 δραχμές, καθόσον στηρίζει την επένδυση αυτή στο μοναδικό στοιχείο της ανακολουθίας που εντοπίζεται στο extrait του υπ' αριθμ. 360743/1 λογαριασμού της Τράπεζας αναφορικά με την αρίθμηση των επενδύσεων, ήτοι αρχομένη με τον αύξοντα αριθμό (2) και έχοντας έτσι παραλειφθεί, κατά την άποψή του, η προγενέστερη χρονικά αυτής επένδυση που ήταν εκείνη των 24.000.000 δραχμών, όσο και στο από 21.2.2006 έγγραφο της ...
Α.Ε, από την οποία ζητήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος, λαμβάνοντας αυτή υπόψη της συγκεκριμένα δεδομένα, όπως κεφάλαιο (24.000.000 δρχ.), έναρξη επένδυσης (31.12.1991) και ετήσιο επιτόκιο (παραθέτοντας σχετικό πίνακα), να προβεί σε υπολογισμό της απόδοσης του εν λόγω ποσού στις 9.1.1998. Και ναι μεν στον ενάγοντα χορηγήθηκε από την "...
Α.Ε", για φορολογική χρήση, η από 14.1.1998 βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως 31.12.1997, εισέπραξε ποσό πρόσθετης αξίας των επενδύσεών του ανερχόμενο σε 17.789.623 δραχμές, το οποίο ο ενάγων υποστηρίζει ότι αναλογεί σε κεφάλαιο 174.123.771 δραχμών, πλην όμως η πρόσθετη αυτή αξία (υπεραξία), συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής εξαγοράς των μεριδίων σε ανώτερη της πρώτης, αφορούσε εξαγορές μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που έγιναν εντός του έτους 1997 (εκ τούτου λογίζεται ως εισόδημα του οικονομικού αυτού έτους), για τα αμοιβαία όμως κεφάλαια (ποσών 60.000.000, 12.000.000 και 15.000.000 δραχμών) που αποκτήθηκαν κατά το από 16.11.1995 έως 31.12.1997 χρονικό διάστημα (βλ.
την παραπάνω από 3.3.2003 βεβαίωση της "..." και την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Όμοιου περιεχομένου βεβαίωση έχει εκδοθεί και για πρόσθετη αξία ποσού 2.215.921 δραχμών, ήτοι 6.503,07 ευρώ, από εξαγορά μεριδίων στις 16.11.1995 έναντι 47.215.922 δραχμών (το οποίο ποσό, όπως προαναφέρθηκε, με τη συμπλήρωσή του κατά 12.784.078 δραχμές, διαμορφώθηκε σε 60.000.000 δραχμές και επενδύθηκε εκ νέου στις 16.11.1995), του πρώτου χρονικά επενδυθέντος κεφαλαίου των 45.000.000 δραχμών, στις 10.7.1995 (βλ.
την από 3.4.2013 βεβαίωση καταβολής πρόσθετης αξίας, εκδοθείσα σε αντικατάσταση απολεσθέντος πρωτοτύπου). Με βάση την ίδια παραπάνω βεβαίωση πρόσθετης αξίας ποσού 17.789.623 δραχμών, ήτοι 52.207,23 ευρώ, στην οποία θεμελιώνει προεχόντως ο ενάγων την ύπαρξη της επένδυσης των 24.000.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την εσφαλμένη, λόγω αθροιστικού λάθους, ανακοίνωση εκ μέρους της υπαλλήλου της εναγομένης Τράπεζας περί κατατεθέντος επ' ονόματί του ποσού 174.123.771 δραχμών, αντί του ορθού των 109.681.346 δραχμών, ο ορκωτός λογιστής ελεγκτής Π.
Π., στην από 31.7.1998 έκθεση ελέγχου που συνέταξε, μετά από εντολή του ενάγοντος, αν και αναφέρεται στην κίνηση μόνο των τριών (3) κεφαλαίων, στη συνέχεια εκτιμά ότι το ποσό του κεφαλαίου που αντιστοιχούσε στην πρόσθετη αξία των 17.789.623 δραχμών ήταν εκείνο των 174.000.000 δραχμών, στις 9.1.1998. Όμως το συμπέρασμα αυτό συνάγει μόνο από το αναγραφόμενο ποσό στην παραπάνω από 14.1.1998 βεβαίωση καταβολής πρόσθετης αξίας, το οποίο (ποσό) εκλαμβάνει εσφαλμένα ως απόδοση τόκων κεφαλαίου (που δεν συνάδει με τη λειτουργία των αμοιβαίων κεφαλαίων) εντός του έτους 1997 και χωρίς οποιοδήποτε προσδιορισμό του επιτοκίου βάσει του οποίου υπολογίζονται αυτοί (τόκοι).
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, ο ενάγων είχε κατατεθειμένο ποσό στην εναγομένη που ανερχόταν σε 109.681.346 δραχμές, ήτοι 321.882,16 ευρώ, προερχόμενο από τις αντίστοιχες καταρτισθείσες συμβάσεις αμοιβαίων κεφαλαίων διαχείρισης διαθεσίμων, το οποίο, όπως και δικαιούταν εισέπραξε.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εκτίμησε στο σύνολό του όλο ανεξαιρέτως το αποδεικτικό υλικό που προσκομίσθηκε και ελέγχονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα- ενάγοντα με το σύνολο των αναρίθμητων λόγων της έφεσής του, με τους οποίους αποδίδονται σε αυτό οι πλημμέλειες α) περί της μη λήψης υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, των νομοτύπως προσκομιζομένων εκ μέρους του κρίσιμων εγγράφων για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του και δη της εξέλιξης της κίνησης των τριών (3) επενδυτικών προγραμμάτων, του extrait λογαριασμού μηνός Ιανουάριου του έτους 1998, στο οποίο παρατηρείται ανακολουθία στην αρίθμηση των επενδύσεών του, της έκθεσης ελέγχου του Π.
Π.- ορκωτού λογιστή, της κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του είδους των επενδύσεών του ως αμοιβαίων κεφαλαίων διαχείρισης διαθεσίμων και β) περί μη εκτίμησης προσηκόντως της από 14.1.1998 βεβαίωσης καταβολής πρόσθετης αξίας, του βάσει αυτής (βεβαίωσης) μαθηματικού υπολογισμού για την απόδειξη της ύπαρξης του κατατεθέντος κεφαλαίου των 24.000.000 δραχμών, προερχόμενου από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, της ομολογίας της εναγομένης, δια της υπαλλήλου της, περί κατάθεσης στις 9.1.1998 του ποσού των 174.123.771 δραχμών, υπό το πρόσχημα του αθροιστικού λάθους και αντιθέτως της λήψης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων της εναγομένης, των οποίων δεν έγινε νομότυπα επίκληση με τις κατατεθείσες προτάσεις της, χωρίς όμως να κατονομάζει αυτά..".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα, με όσα δέχτηκε το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, κατά την αναιρετική ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δεν στοιχειοθετείται το πραγματικό των ως άνω κανόνων δικάιου προς θεμελίωση αποζημιωτικής αξίωσης του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Εξάλλου, τις διατάξεις αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί.
Τη συγκεκριμένη κρίση του στήριζαν επαρκώς οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι: α) ο ενάγων επένδυσε σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων (εσωτερικού), τα οποία δεν έχουν εγγυημένη απόδοση, διάφορα χρηματικά ποσά και ειδικότερα αα) στις 10.7.1995, κατόπιν της υπ' αριθμ. 139981 αίτησης συμμετοχής του, με συνδικαιούχους τις Σ.
Χ. και Α. Χ., το ποσό των 45.000.000 δραχμών, το οποίο με τη συμπλήρωσή του, κατά 12.784.078 δραχμές, διαμορφώθηκε σε εκείνο των 60.000.000 δραχμών και επανεπενδύθηκε, με την αριθμ. …16.11.1995 αίτηση συμμετοχής και συνδικαιούχους τους παραπάνω, επιπλέον δε τη Μ.- Σ. Χ., και τελικά μετά από συνεχείς ανανεώσεις διαμορφώθηκε σε 77.433.465 δραχμές, ββ) στις 15.2.1996, κατόπιν της υπ' αριθμ. 178130 αίτησης συμμετοχής του, με τους ίδιους συνδικαιούχους, το ποσό των 12.000.000 δραχμών, το οποίο επενδύθηκε, κατά πρόταση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, κατά τον ίδιο τρόπο (αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων), διαμορφούμενο στις 27.3.1996 σε 12.172.537 δραχμές, το οποίο επενδύθηκε και ανήλθε στις 9.1.1998 στο ποσό των 14.973.545 δραχμών και γγ) στις 4.10.1996, κατόπιν της υπ' αριθμ. 51211 αίτησης συμμετοχής του, το ποσό των 15.000.000 δραχμών, το οποίο διαμορφώθηκε, στις 9.1.1998, σε 17.274.336 δραχμών και τελικά το συνολικό ποσό διαμορφώθηκε στις 9-1-2008 σε 109.681.346 δραχμές, β) δυνάμει των υπ' αριθμ. 411 και 412/31.12.1991 συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίσθηκαν μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος (η πρώτη) και της συζύγου του, Σ.
Χ. (η δεύτερη), χορηγήθηκε στον καθένα από αυτούς πίστωση μέχρι του ποσού των 24.000.000 και 16.000.000 δραχμών αντίστοιχα, για την εξασφάλιση δε της απαίτησης της αναιρεσίβλητης ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου του αναιρεσείοντος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3216/1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) από τα ποσά αυτά ο μεν αναιρεσείων στις 2-7-1992 έλαβε ποσό 7.000.000 δραχμών η δε σύζυγός του την ίδια ημέρα 4.700.000 δραχμές, δ) το συνολικό ποσό που έλαβαν οι ανωτέρω, ήτοι 11.700.000 δραχμές, διατέθηκε για την αγορά (11) εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, ε) δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων προέβη στην επένδυση όλου του ποσού της πίστωσης και συγκεκριμένα 24.000.000 δραχμών, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, αφού ούτε επικαλείται ούτε προσκόμισε τη σχετική αίτηση συμμετοχής, είναι δε χαρακτηριστικό ότι η σχετική αναφορά έγινε το πρώτον με τις κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στ) ναι μεν ο αρμόδιος υπάλληλος της αναιρεσίβλητης ανέφερε στον αναιρεσείοντα κατά την προσέλευσή του στο υποκατάστημά της προκειμένου αυτός να πληροφορηθεί περί του ύψους των επενδύσεών του, ότι τούτο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 174.123.771 δραχμών, πλην όμως αυθημερόν, μέσω του διευθυντή της, τον ενημέρωσε ότι το πραγματικό ποσό ήταν 109.681.346 δραχμές και ότι η εσφαλμένη ανακοίνωση οφειλόταν σε αθροιστικό λάθος, καθόσον εκ παραδρομής προστέθηκε στα παραπάνω αναφερθέντα τρία (3) κεφάλαιά του και το ποσό κεφαλαίου άλλης επενδύτριας, γεγονός που του γνωστοποιήθηκε και εγγράφως με συνημμένη κατάσταση της εξέλιξης των τριών επενδυθέντων κεφαλαίων του.
Επομένως, οι σχετικοί τέταρτος και πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (ΚΠολΔ 106), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (ΚΠολΔ 110 § 2), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 980/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι επένδυσε τα κεφάλαιά του σε προθεσμιακές καταθέσεις και ότι οι ένδικες συμβάσεις δεν ήταν συμβάσεις επένδυσης σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη.
Τα ανωτέρω δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν επιχειρήματα για τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων από την αδικοπραξία, που αποτελεί και τη βάση της ένδικης αγωγής και για τα οποία περιέχεται εκτενής αναφορά στις παραδοχές της απόφασης και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, υπό την επίκληση δε της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της απόρριψης ως και κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένδικης αγωγής δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις από 16-11-1995, 15-2-1996 και 4-10-1996 έγγραφες συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ο τελευταίος.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα από το πιο πάνω Δικαστήριο αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "..από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου...
τις προσκομιζόμενες με επίκληση... ένορκες βεβαιώσεις....και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις πιο πάνω συμβάσεις, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.
O εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 640/2011, ΑΠ 25/2011).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 16-11-1995, 15-2-1996 και 4-10-1996 συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, με το να δεχθεί ότι ο τελευταίος επένδυσε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά (45.000.000 + 12.000.000 + 15.000.000 δρχ.) σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων (εσωτερικού), ενώ εάν είχε αναγνώσει ορθά τα συγκεκριμένα έγγραφα, θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων είχε τοποθετήσει τα χρήματά του σε προθεσμιακές καταθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και εκείνα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε o αναιρεσείων και δεν στήριξε σε αυτά, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε τα παραπάνω έγγραφα και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου.
Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος. Αβάσιμος για τους ίδιους, όπως παραπάνω λόγους, είναι και ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 4-3-1998 και 2-4-1998 επιστολών της αναιρεσίβλητης, στις οποίες γίνεται σαφής αναφορά στην επένδυση των χρημάτων του αναιρεσείοντος σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων και με τις οποίες, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πέραν της προφορικής ενημέρωσης του τελευταίου από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης για το επίμαχο αθροιστικό λάθος, ενημερώθηκε και εγγράφως γι' αυτό.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Νοεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου