Legislator Case Law & Legislation
1609/2017 AI generated

1609/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1609/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επί της από 20.2.2015 αιτήσεως των αναιρεσειόντων Έ. χηρ. Θ. Κ. κ.λ.π. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η τέταρτη αναιρεσείουσα Α. Σ. Κ. δεν παραστάθηκε στη δίκη και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο παραστάς για τους: πρώτη, δεύτερη, τρίτο, πέμπτο και έκτο αναιρεσείοντος δικηγόρος Βασίλειος Φραγκιαδάκης, δήλωσε στο ακροατήριο ότι στις 6.2.2015 απεβίωσε η ανωτέρω Α.

Legislator headnote

AI generated

1609/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ. , απορρίφθηκαν κατ' ουσία (εκτός των άλλων διατάξεων της), η με αριθμό κατάθ. ... /2011 έφεση των εναγόντων Κ. και η με αρ. καταθ. ... /2015 έφεση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, (η τελευταία ως άνευ αντικειμένου), έγιναν δεκτές οι λοιπές εφέσεις, ήτοι η υπ' αριθμ. εκθ. Καταθ. ... /2011 έφεση του εναγομένου F.

Keywords

AI generated
overtaking maneuver motorcycle road accident hit-and-run traffic violation driving whilst disqualified use of mobile phone driving
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1609 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1609/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Έ. χας Θ. Κ. , το γένος Ι. Μ. , 2) Μ. Κ. του Θ. , 3) Κ. Κ. του Θ. , κατοίκων ... , 4) Α. Κ. του Σ. , που δεν παραστάθηκε, 5) Σ. Κ. του Κ. , κατοίκου ... και 6) Β. Κ. του Κ. , κατοίκου ... , εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3ος, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φραγκιαδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Α. Κ. του Σ. απεβίωσε στις 6-2-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της 2η, 3ος, 5ος και 6ος των αναιρεσειόντων, κατέθεσε δε στο Γραμματέα την από 4-11-2016 γνωστοποίηση βίαιης διακοπής - δήλωση συνέχισης της δίκης, χωρίς προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) F. (Φ.) F. (Φ.) του H. (Χ.) , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόκτιστο Πιπερόπουλο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τo οποίo εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τo οποίo εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: F. (Φ.) F. (Φ.) του H. (Χ.) , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόκτιστο Πιπερόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2009 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης και 3ου υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκε με την από 5-10-2009 αγωγή των ήδη 3ου, 5ου και 6ου υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων, της ήδη αποβιωσάσης Α. Κ. του Σ. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 1-3-2010 (αρ.

εκθ. κατ. ... /2010 και ... /2010) παρεμπίπτουσες αγωγές του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία ""ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/ΑΥ /2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2014 μη οριστική, 2562/2014 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ.

Α αναιρεσείοντες με την από 20-2-2015 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 14-4-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 28-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 20-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2562/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του, ο πληρεξούσιος του F. (Φ.) F. (Φ.) την απόρριψη των αιτήσεων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις: α) από 20.2.2015 αίτηση των αναιρεσειόντων Έ. χας Θ. Κ. , το γένος Μ. Ι. , Μ. Κ. του Θ. , Κ. Κ. , Α. Σ. Κ. , Σ. Κ. Κ. , Β. Κ. Κ. και β) από 14.4.2016 αίτηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία. Επικουρικό κεφάλαιο για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2562/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

1) Επί της από 20.2.2015 αιτήσεως των αναιρεσειόντων Έ. χηρ. Θ. Κ. κ.λ.π. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η τέταρτη αναιρεσείουσα Α. Σ. Κ. δεν παραστάθηκε στη δίκη και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο παραστάς για τους: πρώτη, δεύτερη, τρίτο, πέμπτο και έκτο αναιρεσείοντος δικηγόρος Βασίλειος Φραγκιαδάκης, δήλωσε στο ακροατήριο ότι στις 6.2.2015 απεβίωσε η ανωτέρω Α.

Σ. Κ. και της βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Μ. Κ. , Κ. Κ. , Σ. Κ. και Β. Κ. . Από το προσκομιζόμενο από 21.4.2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Δ.Ε. … και το αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει, ότι η ανωτέρω Α. Σ. Κ. , απεβίωσε πράγματι στις 6.2.2015, η κρινόμενη όμως αίτηση αναιρέσεως (στην οποία φέρεται ως αναιρεσείουσα και η ίδια) κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 27.2.2015 (βλ.

τη σχετική βεβαίωση της Γραμματέως), ήτοι μετά το θάνατό της, καθ' ον χρόνο δηλαδή δεν υφίστατο αυτή ως φυσικό πρόσωπο. Επομένως, ως όρος την ανωτέρω αναιρεσείουσα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο. Με την πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού υπ' αριθμ. 2562/2014 οριστικό, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητιστικού ατυχήματος ήταν ο θανών Θ.

Κ. , απορρίφθηκαν κατ' ουσία (εκτός των άλλων διατάξεων της), η με αριθμό κατάθ. ... /2011 έφεση των εναγόντων Κ. και η με αρ. καταθ. ... /2015 έφεση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, (η τελευταία ως άνευ αντικειμένου), έγιναν δεκτές οι λοιπές εφέσεις, ήτοι η υπ' αριθμ. εκθ. Καταθ. ... /2011 έφεση του εναγομένου F.

F. και η με αρ. καταθ. ... /2011 έφεση του εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ως και κατ' ουσία βάσιμες, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 47/Α4/2011 οριστική απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμ. κατ. ... /2009 υπ' αριθμ.

καταθ. ... /2010 και ... /2010. παρεμπίπτουσες αγωγές, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσία οι κύριες και οι παρεπίπτουσες αγωγές. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθεται καθόλου, περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το όρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα, και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 96/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2562/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. "Στις 27.7.2009, ημέρα της εβδομάδας Δευτέρα και ώρα 21:20' έως 21:25', περίπου, ενώ είχε πλέον σκοτεινιάσει, ήτοι, σαράντα ένα έως σαράντα έξι περίπου λεπτά της ώρας μετά τη δύση του ηλίου, που εκείνη την ημέρα έλαβε χώρα σης 20:39', ενόσω επικρατούσαν άριστες καιρικές συνθήκες, αλλά μη επαρκής τεχνικός εξωτερικός φωτισμός, ο εναγόμενος, F.

F., 27 ετών τότε, υπήκοος Αλβανίας, που διαμένει, νόμιμα, με την οικογένεια του (σύζυγο κα δυο τέκνα), ως οικονομικός μετανάστης, στη χώρα μας, από το έτος 2001 και μετέπειτα έως σήμερα (κάτοικος έως τότε της τοπικής κοινότητας … του Δήμου …, ενώ μετά το ατύχημα, μετεγκαταστάθηκε στην τοπική κοινότητα …), οδηγούσε, με ταχύτητα σαράντα (40) περίπου χλμ/ώρα, εντός του οικισμού της τοπικής κοινότητας Πατρίδας Βέροιας, χωρίς να φοράει προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του, το με αριθμό κυκλοφορίας ... , ανασφάλιστο, δίκυκλο μοτοποδήλατο του (εργοστασίου κατασκευής DAYANG), με κυλινδρισμό της μηχανής του 50 κυβικά εκατοστά, έχοντας αναμμένα τα φώτα πορείας του, χωρίς να διαθέτει την αναγκαία, κατά νόμο, άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου (όπως και οι περισσότεροι αλβανοί υπήκοοι τότε, οι οποίοι λόγω της μη επαρκούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας, ιδίως του γραπτού λόγου, αντιμετώπιζαν μεγάλη δυσχέρεια στο να δώσουν τις γραπτές εξετάσεις στα σήματα κα στον ΚΟΚ στην ελληνική γλώσσα, γα την απόκτηση συναφούς διπλώματος δυσχέρεια που σήμερα έχει αντιμετωπισθεί από την ελληνική Πολιτεία), γεγονός όμως που δεν μείωνε καθόλου την ικανότητά του στην οδήγηση, καθώς οδηγούσε με τη δέουσα επάρκεια μοτοποδήλατο, τουλάχιστον από τις 20-10-2005 και μετέπειτα, που του μεταβιβάσθηκε το επίδικο δίκυκλο (βλ και ΑΠ 2116/2007 στη ΝΟΜΟΣ).

Εκείνη την ώρα ο εναγόμενος κινείτο στην Επαρχιακή οδό Σκύδρας - Βέροιας, που διασχίζει την προρρηθείσα τοπική κοινότητα της Πατρίδας (η οποία εντός του οικισμού ονομάζεται οδός Σταδίου), προσεγγίζοντας τον οικοδομικό αριθμό …, με κατεύθυνση προς Βέροια, επιστρέφοντας στη βρισκόμενη μέσα στον οικισμό κατοικία του.

Στο παραπάνω σημείο, η εν λόγω, ασφαλτοστρωμένη και ευθεία οδός, για απόσταση τουλάχιστον εκατό (100) μέτρων, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 8,40 μέτρων, είναι διπλής κατεύθυνσης, προς Σκύδρα (Νοούσα) και προς Βέροια, αντίστοιχα, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 4,20 μέτρων και με ασφάλτινο έρεισμα, αριστερά και δεξιά, έξω από το οδόστρωμα, πλάτους 1,50 μέτρου από κάθε πλευρά (που διαχωρίζεται από το οδόστρωμα με εξωτερική διαγράμμιση, ήτοι, με συνεχόμενη λευκή γραμμή), και ακολούθως, τσιμεντένιο έρεισμα, εν είδει πεζοδρομίου, μπροστά από την οικοδομική γραμμή του δρόμου (πλάτους τριών περίπου μέτρων από κάθε πλευρά, στο 85" περίπου ύψος με το οδόστρωμα), ενώ τα δύο ρεύματα πορείας του οδοστρώματος της χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή.

Κοντά στον ως άνω οικοδομικό αριθμό του δρόμου, βρίσκεται η οικοδομή του Η. Μ. , μόνιμου κατοίκου …, που εκείνο το χρόνο ανεγειρόταν (βλ. κα την από 18-11-2009 ένορκη μαρτυρική του κατάθεση κατά την προανάκριση, στην οποία, μεταξύ των άλλων, ανάφερα επί λέξει "....ήμουν χρόνια φίλος με τον αποθανόντα Θ. Κ. και κάθε απόγευμα ερχόταν σε ένα κατάστημα που έφτιαχνα και μου έδινε τις συμβουλές του γιατί ήταν τεχνίτης....").

Τέλος, κατά τον ανωτέρω χρόνο, επικρατούσαν άριστες καιρικές συνθήκες και μη επαρκής ("αμυδρός" κατά τη σχετική έκθεση αυτοψίας) τεχνικός εξωτερικός φωτισμός, η κατάσταση της ως άνω οδού ήταν πολύ καλή και το οδόστρωμα της ξηρό, οι οδηγοί των διερχόμενων οχημάτων, η κυκλοφορά των οποίων εκείνη την ώρα ήταν κανονική, είχαν απεριόριστη ορατότητα, που δεν εμποδιζόταν από φυσικά εμπόδια ή από τον καιρό, για απόσταση εκατόν (100) τουλάχιστον μέτρων, προς κάθε μία από τις παραπάνω κατευθύνσεις της εν λόγω οδού, ενώ, λόγω κατοικημένης περιοχής, το ανώτερο όριο ταχύτητας για τα επιβατικά αυτοκίνητα και τις μοτοσικλέτες ήταν τα 50 χλμ/ώρα και για τα μοτοποδήλατα τα 40 χλμ/ώρα, αντίστοιχα.

Την ίδια ώρα, ο Θ. Κ. , 50 ετών τότε, κάτοικος εν ζωή …, αγρότης και τεχνίτης (έγγαμος με την πρώτη ενάγουσα και πατέρας δύο ενηλίκων τέκνων, της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων, αντίστοιχα) οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του γιου του, Κ. Κ. (τρίτου ενάγοντος), εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ, τύπου CRYPTON, κυλινδρισμού μηχανής 102 κυβικών εκατοστών, χωρίς να φοράει προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του (άρθρα 12 παρ. 6 και 101 παρ. 1 του ΚΟΚ), κινούμενος, αρχικά, με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, περίπου, στο προς Σκύδρα (προς Νάουσα) ρεύμα κυκλοφορίας της παραπάνω οδού, πλησιάζοντας στην προρρηθείσα ανεγειρόμενη οικοδομή του φίλου του, Η.

Μ. , που βρισκόταν, όμως, στην απέναντι πλευρά του δρόμου (στην παρακείμενη από το αντίθετο για τον ίδιο ρεύμα πορείας, οικοδομική γραμμή). Τη στιγμή λοιπόν που ο F. F.πλησίαζε κι αυτός στο ύψος του ανωτέρω οικοδομικού αριθμού, κινούμενος εντός του, προς Βέροια (συνολικού πλάτους οδοστρώματος 420 μέτρων), ρεύματος πορείας της ως άνω οδού, σε απόσταση 2,50 περίπου μέτρων από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή (ήτοι, λίγο μετά το μέσο του συγκεκριμένου ρεύματος προς την άκρη του οδοστρώματος), αντιλήφθηκε από απόσταση τεσσάρων (4) έως πέντε (5), το πολύ, μέτρων το αντιθέτως κινούμενο δίκυκλο (του Θ.

υ Κ. ), να στρίβει, επιταχύνοντας, αιφνίδια, πάνω στο οδόστρωμα (έχοντας αυξήσει την ταχύτητα του στα 70 χλμ/ώρα τουλάχιστον), παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή και να διέρχεται, με σχεδόν κάθετη πορεία, από μπροστά του, διασχίζοντας το οδόστρωμα του δικού του ρεύματος κυκλοφορίας, φράζοντας την πορεία του, με κατεύθυνση προς το απέναντι (ήτοι, το έμπροσθεν του ως άνω κτίσματος του Η.

Μ. ) πεζοδρόμιο. Τα δύο δίκυκλα συγκρούσθηκαν με σφοδρότητα μεταξύ τους (σε σχήμα "Τ"), χωρίς ο F. F. να προλάβει να αντιδράσει, διενεργώντας κάποιο αποφευκτικό ελιγμό (δεν βρέθηκαν καθόλου ίχνη τροχοπέδησης επί του οδοστρώματος από κανένα από τα δύο εμπλακέντα οχήματα) και συγκεκριμένα, ο τελευταίος επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του (κινούμενου) μοτοποδηλάτου του στο μέσον περίπου της πλαϊνής δεξιάς πλευράς της (κινούμενης) μοτοσικλέτας του Θ.

υ Κ. , ενώ αμφότεροι οι οδηγοί έχασαν την ισορροπία τους και έπεσαν στο οδόστρωμα μαζί με τα συγκρουσθέντα δίκυκλα τους. Ειδικότερα, το μοτοποδήλατο του F. F. ανατράπηκε και σύρθηκε στο οδόστρωμα από τη δεξιά του πλευρά, ενώ η μοτοσικλέτα του Θ. Κ. , ο οποίος, σημειωτέον, εκτινάχθηκε και κατέπεσε με ιδιαίτερη βιαιότητα στο οδόστρωμα, ανατράπηκε και σύρθηκε στο οδόστρωμα από την αριστερή της πλευρά, παρασύροντας μαζί και τον αναβάτη της, που καταπλάκωσε πιθανότατα στη δεξιά πλευρά του σώματος του, χωρίς να διαγράψουν (κατά δυο δίκυκλα) μεγάλη απόσταση στο οδόστρωμα, όχι πάνω από 1,00 έως 1,10 μ.

το καθένα. Η επίδικη σύγκρουση, που σημειώθηκε παρουσία ενός μόνον αυτόπτη μάρτυρος, που καταγράφεται στη σχετική έκθεση αυτοψίας, ήτοι, του Δ. Ζ. , υδραυλικού, μόνιμου κατοίκου … (βλ., εκτός των άλλων, από την, από 28-7-2009, ένορκη, προανακριτική, μαρτυρική κατάθεση του Δ. Ζ. , επί λέξει, "....βρισκόμουν στην Πατρίδα Ημαθίας σε κατάστημα που βρίσκεται στον κεντρικό δρόμο Βέροιας - Νάουσας, στο προαύλιο του κατ/τος κι όπως κοιτούσα το δρόμο, άκουσα ένα θόρυβο σύγκρουσης, πηγαίνοντας στο δρόμο, σε απόσταση 30 μέτρων περίπου, είδα πεσμένα στο δρόμο δύο δίκυκλα με τους δύο οδηγούς.

Ο ένας, Αλβανός υπήκοος ήταν όρθιος, ελαφρά τραυματισμένος, ενώ ο άλλος ήταν ξαπλωμένος στο δρόμο, πιο βαριά τραυματισμένος. Δεν φορούσε κανένας από τους δύο κράνος στο κεφάλι του. Αμέσως ειδοποιήθηκε από τη γειτονιά το ασθενοφόρο, τα οποίο ήρθε αμέσως μαζί με το περιπολικό της Τροχαίας. Έδωσα τα στοιχεία μου στους αστυνομικούς και αποχώρησα....όχι δεν είδα τις κατευθύνσεις των δικύκλων πριν την σύγκρουση, απλά τα είδα και τα δύο πεσμένα στο δρόμο"), έλαβε χώρα μέσα στο οδόστρωμα του προς Βέροια ρεύματος πορείας της προρρηθείσας Επαρχιακής οδού, σε απόσταση 2,50 περίπου μέτρων από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, όπου βρέθηκαν αδιάψευστα στοιχεί και ίχνη αυτής, ήτοι, λάδια (προερχόμενα από τις μηχανές αμφοτέρων των εμπλακέντων δικύκλων), θραύσματα πλαστικών εξαρτημάτων και γυαλιών (σε μήκος 4,20 μέτρων, ευθεία, μέσα στο οδόστρωμα, αμέσως μετά από τα λάδια), όπως και χαραγές επί του οδοστρώματος, συνολικού μήκους 1,10 μέτρου, σε απόσταση 0,80 μέτρου, περίπου, από τα λάδια, ευρήματα που καταγράφονται στην αντίστοιχη έκθεση αυτοψίας, για την οποία θα γίνει ιδιαίτερη μνεία πιο κάτω, αλλά απεικονίζονται και στις ληφθείσες το πρωί της επόμενης ημέρας (28-7-2009) από τους αρμόδιους προανακριτικούς υπαλλήλους του Τμήματος Τροχαίας Βέροιας φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος.

Αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης ήταν να προκληθούν εκτεταμένες υλικές ζημίες στα εμπλακέντα δίκυκλα, να τραυματισθεί ελαφρά ο F. F. και δυστυχώς, να τραυματισθεί θανάσιμα ο (50ετής) οικείος των εναγόντων, Θ. Κ. . Συγκεκριμένα, ο τελευταίος, ο οποίος, όπως προϊστορείται, δεν φορούσε προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του, υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά μετωποβρεγματικά χειρουργηθέν, αιμορραγικές θλάσεις, υπαρχανοειδή αιμορραγία και εγκεφαλικό οίδημα), η οποία, πιθανότητα επέφερε, από μόνη της και το θάνατό του, βαριά κάκωση θώρακα (θλάσεις δεξιού πνεύμονος) και κακώσεις κάτω άκρου (υποκεφαλικό και διατροχαντήριο κατάγματα δεξιού μηραίου) και εξέπνευσε ύστερα από πενθήμερη νοσηλεία του σο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "…".

Τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ιστορική βάση και των δύο αγωγών των οικείων του Θ. Κ. δεν βρίσκουν πειστικό έρεισμα στο σύνολο στο σύνολο του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού και ως εκ τούτου οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί των εναγόντων περί του ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα έξω από το οδόστρωμα της παραπάνω οδού, ενόσω ο Θ.

Κ. ήταν στο σταθμευμένο (κάθετα σε σχέση με τον άξονα του δρόμου) δίκυκλο του (καθήμενος πάνω σ' αυτό ή στεκόταν όρθιος πριν απ' αυτό δεν διευκρινίζεται στα δικόγραφα), σε επαφή με την περίφραξη του κτίσματος του προρρηθέντος φίλου του, Η. Μ. (τον οποίο, όπως υποστηρίζουν, είχε καλέσει προηγουμένως και ανέμενε εκεί την προσέλευσή του) και ο F.

F. προσέκρουσε πάνω του με το εμπρόσθιο τμήμα του κινούμενου, ομόρροπα, έξω από το οδόστρωμα, στο έρεισμα της οδού, μοτοποδηλάτου του, επειδή, από έλλειψη της δέουσας προσοχής, δεν τον αντιλήφθηκε, γιατί επιχειρώντας να εισέλθει στο οδόστρωμα του προς. Βέροια ρεύματος πορείας της οδού, είχε στραμμένη την προσοχή του (ελέγχοντας προς τα πίσω από τον αριστερό καθρέπτη του δικύκλου του) στην επί του οδοστρώματος κίνηση των οχημάτων (ενόσω κι ο Θ.

Κ. είεχε στραμμένη την προσοχή του προς την οικία του φίλου του), είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι (βλ, εκτός των άλλων, στην από 18-11-2009, ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Η. Μ. , όπου παρά την εμφανή προσπάθειά του να ενισχύσει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, δεν επιβεβαιώνει το ανωτέρω γεγονός, ότι, δηλαδή, ο Θ.

Κ. τον είχε φωνάξει προηγουμένως και ότι τον περίμενε να βγει έξω στην περίφραξη του οικοπέδου του, την κάτωθι περικοπή "..ήμουν χρόνια φίλος με τον αποθανόντα κα κύβε απόγευμα ερχόταν σε ένα κατάστημα που έφτιαχνα κα μου έδινε τις συμβουλές του γατί ήταν τεχνίτης. Εκείνη την ώρα που συνέβη ίο ατύχημα ήμουν στην πίσω πλευρά του καταστήματος άκουσα ένα θόρυβο και έτρεξα να δω τι έγινε.....").

Μετά το επίδικο ατύχημα, εκτός από την, σημειωτέον, ιδιαίτερα ενδελεχή και επιμελημένη τρισέλιδη έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκε από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους του Τμήματος Τροχαίας Βέροιας, μαζί με τις (συνοδεύουσες αυτήν) είκοσι μία (21) φωτογραφίες, που απεικονίζουν τα εμπλακέντα δίκυκλα αμέσως μετά τη σύγκρουση και τον τόπο του ατυχήματος, όπως και το οδόστρωμα της οδού στο σημείο, όπου βρέθηκαν τα ανωτέρω αδιάψευστα ίχνη της σύγκρουσης, οι οποίοι (αστυνομικοί υπάλληλοι) προσέτρεξαν, ύστερα από δέκα (10) περίπου λεπτά της ώρας, στον τόπο του ατυχήματος (ενώ έως την προσέλευσή τους οι προστρέξαντες εκεί περίοικοι, κάτοικοι του ως άνω χωριού, είχαν ήδη μετακινήσει το δίκυκλο του Θ.

Κ. έξω από το οδόστρωμα, όπως και τον ίδιο στην άκρη του). Κατά την προανάκριση που διενεργήθηκε στη συνέχεια, παραγγέλθηκε και η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βέροιας (πτυχιούχο μηχανολόγο - μηχανικό Π.Ε.), Κ. Σ. , που επισκέφθηκε τον τόπο του επιδίκου ατυχήματος το πρωί της επόμενης ημέρας (28-7-2009), στις σχετικές (από 28-7-2009) εκθέσεις του οποίου καταγράφονται τα συμπεράσματα του, μεταξύ των άλλων και για το ότι όλα τα μηχανικά και τεχνικά μέρη και συστήματα (διεύθυνσης, πεδήσεως και φωτισμού) αμφοτέρων των εμπλακέντων δικύκλων λειτουργούσαν κανονικά και ήταν σε πολύ καλή κατάσταση πριν από την ένδικη σύγκρουση.

Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικές οι επισημάνσεις που γίνονται ως προς τις θέσεις των εμπλακέντων οχημάτων αμέσως μετά τη σύγκρουση σε δύο σημεία της προμνησθείσας έκθεσης αυτοψίας της αρμόδιας Αρχής, στις με αριθμό 12η και 14 παραγράφους και ειδικότερα "...κατά την άφιξη μας το όχημα του Θ. Κ. ήταν εκτός του οδοστρώματος, σε απόσταση 0,60 μ.

απ' αυτό. Το όχημα του F. F., ενώ ήταν εντός του οδοστρώματος, στο ρεύμα πορείας προς Βέροια, κατά την άφιξη μας στο σημείο του ατυχήματος, παρατηρήθηκε να μετακινείται από παρευρισκόμενους εκτός αυτού..." και "...από τις θέσεις στις οποίες βρέθηκαν τα οχήματα κατά την άφιξη μας είχαν μετακινηθεί από τους παρευρισκόμενους εκτός οδοστρώματος...", αντίστοιχα.

Ακόμη, αξίζει να παρατεθούν, αυτολεξεί, τα κάτωθι χαρακτηριστικά αποσπάσματα της από 28-7-2009 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονος, μετά από εξέταση της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας του θανόντος, όσον αφορά, ειδικότερα, το πόρισμα του για τον τρόπο επέλευσης του επιδίκου ατυχήματος (από τον τελευταίο στίχο της σελ 4, σελ 5 και σελ 6 αυτής) "...κατά τη μετάβαση μου στον τόπο του ατυχήματος, επί της οδού Σταδίου, πλησίον του οικοδομικού αριθμού ..., εντός του Δ.Δ.

Πατρίδας (Επαρχιακή οδός Βέροιας - Σκύδρας), παρατήρησα ότι η οδός εκεί είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης ...εντός του ρεύματος κατεύθυνσης προς Βέροια βρέθηκαν πρόσφατα ίχνη σύγκρουσης οχημάτων, αποτελούμενα από χυμένα λάδια και εν συνεχεία αυτών χαραγές και ξέσματα επί του οδοστρώματος. Τα παραπάνω ίχνη μαρτυρούν ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα μέσα στο ρεύμα κίνησης προς Βέροια και εν συνεχεία η εξεταζόμενη μοτοσικλέτα ανατράπηκε με την αριστερή της και σύρθηκε εντός του προαναφερόμενου ρεύματος κίνησης", ακολουθεί αυτούσια η με αριθμό 2 φωτογραφία του επί του οδοστρώματος σημείου της επίδικης σύγκρουσης, με τα επ' αυτού απεικονιζόμενα ίχνη της και στη συνέχεια καταλήξει στα εξής : "...με βάση τα στοιχεία που αναλύθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, την επιτόπια αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος και στα εμπλεκόμενα οχήματα, το είδος και τη φορά των υλικών ζημιών και όσα αναφέρω στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξα για το άλλο όχημα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το ατύχημα έγινε υπό τις παρακάτω συνθήκες.

Το β' όχημα (του F. F.), που κινούνταν της οδού Σταδίου στην Πατρίδα Ν. Ημαθίας (Επαρχιακή Οδός Βέροιας - Σκύδρας) και στο ρεύμα κίνησης με κατεύθυνση προς Βέροια, συγκρούσθηκε πλευρομετωπικά - κάθετα με το εξεταζόμενο α όχημα (του Θ. Κ. ), δηλαδή, το εμπρόσθιο τμήμα του β' οχήματος συγκρούσθηκε με τη δεξιά πλευρά του εξεταζόμενου οχήματος, το οποίο (εξεταζόμενο όχημα) πριν από τη σύγκρουση είχε σχεδόν κάθετη θέση ως προς το β' όχημα, διασχίζοντας σχεδόν κάθετα το προαναφερόμενο ρεύμα κίνησης.

Η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος κίνησης, με κατεύθυνση προς Βέροια, του β' οχήματος..". Όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που συμπορεύονται προς τη λογική πορεία των πραγμάτων και τις διδαχές της κοινής πείρας και λογικής, προκύπτουν ανενδοίαστα, όπως προεκτίθεται, εκτός των άλλων, κυρίως, από την προσήκουσα αξιολόγηση και τη συνδυασμένη εκτίμηση τόσο της προαναφερόμενης έκθεσης αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Βέροιας, που επιλήφθηκε του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος (στην οποία αυτόπτης μάρτυρας καταγράφεται μόνον ο προρρηθείς, Α.

Ζ. ), με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και τις ανωτέρω φωτογραφίες που την συνοδεύουν (βλ. και ΑΠ 2116/2007, ΑΠ 7862006, ΑΠ 14282000, ΑΠ 201/1997 στη ν ΝΟΜΟΣ, ως προς την αποδεικτική δύναμη της έκθεσης αυτοψίας, τροχαίου ατυχήματος και του συνοδεύοντος αυτήν σχεδιαγράμματος), όσο και όλων των λοιπών εγγράφων που περιλαμβάνονται στη σχηματισθείσα, για το ποινικό της υπόθεσης, ποινική δικογραφία, ύστερα από την άσκηση ποινικής δίωξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρα 26 παρ. 1, 28 και 302 του ΠΚ), μεταξύ των οποίων, εκτός των άλλων (συμπεριλαμβάνεται και η σχετική έκθεση εξέτασης του F.

F., ως κατηγορουμένου και η προμνησθείσα ένορκη κατάθεση του (μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα) Δ. Ζ. , αντίστοιχα, όπως και οι συναφείς εκθέσεις τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος κατά τη διενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση, ύστερα από παραγγελία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ημαθίας, πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βεροίας, Κ.

Σ. . Ακόμη, οι παραπάνω παραδοχές ενισχύονται και από το περιεχόμενο ιδίως, του σκεπτικού της υπ' αριθμ. 3564/6-11-2013 τελεσίδικης απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης, που εκτιμάται ελεύθερα στην προκειμένη πολιτική δίκη, ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο (βλ κα τις ΑΠ 2152013 ΕΣυγκΔ 2013/239, ΑΠ 1364/2011, ΑΠ 1623/2010, ΑΠ 410/2010, ΑΠ 1349/2008, ΑΠ 128672003, ΑΠ 1563/2002 στη ΝΟΜΟΣ, ως προς την αποδεικτική δύναμη της συναφούς ποινικής απόφασης), με βάση την οποία ο F.

F., αφού, προηγουμένως, έγινε δεκτό από το δευτεροβάθμιο ποινικό Δικαστήριο ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα συνέβη κάτω από τις προϊστορούμενες οδικές συνθήκες και περιστάσεις (ήτα, με κινούμενα αμφότερα τα εμπλακέντα δίκυκλα, μέσα στο οδόστρωμα του προς Βέροια ρεύματος πορείας της ανωτέρω οδού), οι οποίες είναι διαμετρικά αντίθετες, σε σχέση με αυτές που περιγράφονται στο ιστορικό αμφοτέρων των ένδικων αγωγών (όπως και με τα ιδιαίτερα περιστατικά της αμέλειας που οι ενάγοντες αποδίδουν στον εναγόμενο), κηρύχθηκε ένοχος για την ως άνω αξιόποινη πράξη, ανεξάρτητα από τη συνυπαιτιότητα του ίδιου του θανόντος στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του (γεγονός που λήφθηκε υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής) και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών (και μάλιστα χωρίς να του έχει αναγνωρισθεί η συνδρομή κάποιας από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84 του ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις), κρίση, όμως, που, κατά ένα μέρος της, δεν συμμερίζεται το παρόν Δικαστήριο, γιατί δεν προκύπτει και δεν αιτιολογείται επαρκώς από την προσήκουσα συνδυασμένη εκτίμηση του συνόλου των κατά τα άνω αποδεικτικών στοιχείων.

Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ με την πιο πάνω ποινική απόφαση ο F. F. κρίνεται ένοχος, η συγκεκριμένη κρίση του εν λόγω Δικαστηρίου δεν αιτιολογείται επαρκώς από τα όσα καταγράφονται στο σκεπτικό (στις αιτιολογίες) της απόφασης του, αφού σ' αυτό, εκτός από την αναφορά του πραγματικού των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 & 3 του ΚΟΚ, δεν του αποδίδεται και δεν περιγράφεται κάποια συγκεκριμένη αμελή ενέργεια ή παράλειψη του.

Ειδικότερα, το ανωτέρω ποινικό Δικαστήριο, με την εν λόγω απόφαση του, δέχεται, επί λέξει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....ο κατηγορούμενος στις 27-7-2009 και περί ώρα 21.15', ενώ οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοποδήλατο στην Ε.Ο. Βέροιας-Σκύδρας, με κατεύθυνση προς Βέροια, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του, μειώνοντας την εις τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του στο ορατό έμπροσθεν αυτού τμήμα της οδού και μπροστά σε οποιοδήποτε δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον Θ.

Κ. , που οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή επιχείρησε μετά από αιφνίδιο ελιγμό, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της άνω οδού από αριστερά προς δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματος του...... Η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων έγινε εντός του οδοστρώματος της παραπάνω οδού, στο ρεύμα πορείας προς Βέροια και όχι στο υπάρχον τσιμεντένιο έρεισμα, που υπήρχε στο εν λόγω ρεύμα πορείας και μέχρι το κατάστημα του Η.

Μ. . Στη κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο και από την από 27-7-2009 έκθεση αυτοψίας, όπου αναφέρεται ότι το όχημα του κατηγορουμένου μετακινούνταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, δηλαδή της διενέργειας της αυτοψίας από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα (27-7-2009 και περί ώρα 21:35'), από το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς Βέροια εκτός αυτού, βλ.

σχετικά την με στοιχείο "η" παράγραφο της έκθεσης "ενώ ήταν εντός του οδοστρώματος; στο ρεύμα πορείας προς Βέροια, κατά την άφιξη μας στο σημείο του ατυχήματος παρατηρήθηκε να μετακινείται από παρευρισκόμενους εκτός αυτού. Μετά από αυτό, το β' όχημα βρέθηκε σε απόσταση 1,20 μ από το οδόστρωμα, όπως απεικονίζεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα.....", αλλοιώνοντας έτσι με ενέργειες τρίτων την αρχική θέση των συγκρουσθέντων δικύκλων, από τα οποία το μοτοποδήλατο του κατηγορουμένου βρέθηκε σταθμευμένο σε απόσταση 1,20 μ.

από το οδόστρωμα, όπως εμφανίζεται στο σχεδιάγραμμα, τούτο δε, εξαιτίας της μετακίνησης του και όχι γιατί κατά τη σύγκρουση αυτά κινούνταν πέραν του δρόμου και δη στο τσιμεντένιο έρεισμα. Από τα ως άνω περιληφθέντα στην έκθεση αυτοψίας και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, οι καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού μαρτύρων Σ. -Α.

και Θ. Β. , εκτιμώνται ως περιορισμένης πειστικότητας, καθώς βρισκόμενοι σε μεγάλη απόσταση, 15-20 μέτρα ο πρώτος και 30 -35 μ. ο δεύτερος, δεν μπορούσαν, λόγω της συνεχούς ροής οχημάτων σε αμφότερα τα ρεύματα πορείας, να έχουν άμεση οπτική επαφή με το σημείο της σύγκρουσης και πολύ περισσότερο ακουστική επαφή με τη μοτοσικλέτα του παθόντος, την στιγμή μάλιστα που ουδέν αναφέρουν περί της επακολουθήσασας μετακίνησης των δικύκλων, που αναφέρεται ρητά και με σαφήνεια στην έκθεση αυτοψίας.

Έτσι, όταν καταθέτουν, ο μεν πρώτος ότι ο θανών "...καθόταν πάνω στο μηχανάκι, με σβησμένη τη μηχανή για 3' - 4.... Ήταν σταματημένος πριν από τον κάδο...." και ο δεύτερος ότι "....το μηχανάκι του θανόντα ήταν σταματημένο....", προκειμένου να πείσουν το Δικαστήριο ότι ο Θ. Κ. ήταν σταθμευμένος στο έρεισμα, πέραν του οδοστρώματος, δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες για την ακρίβεια των όσων αναφέρουν και τα οποία έρχονται σε αντίθεση τόσο με τις χαραγές και τα Λοιπά ευρήματα στο μέσον του ρεύματος πορείας προς Βέροια, που καταγράφηκαν με επιμέλεια στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, όσο και με το βεβαιωθέν στην έκθεση αυτοψίας γεγονός της μετακίνησης μετά το ατύχημα των συγκρουσθέντων δικύκλων".

Τέλος, πρέπει να. επισημανθεί ότι με βάση τα προαναφερθέντα, η αξιοπιστία των προταθέντων από τους ενάγοντες, μετά τη λήξη της αστυνομικής προανάκρισης, ενώπιον, πλέον, της Πταισματοδίκη Βέροιας, που ανέλαβε στη συνέχεια τη διενέργεια της, σης 18-11-2009 (ήτοι, τέσσερις περίπου μήνες μετά το ατύχημα κι ενώ ο καταγραφείς στην έκθεση της Αρχής ως αυτόπτης μάρτυρας έδωσε ένορκη κατάθεση αμέσως μετά απ' αυτό, στις 28-7-2009), "ως αυτόπτων μαρτύρων", Θ.

Β. , Σ. Α. και Η. Μ. (και ιδίως, των δύο πρώτων εξ αυτών), συγχωριανών και φίλων του θανόντος, ελέγχεται και από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο, για το λόγο αυτό, δεν δίνει πίστη και βαρύτητα στα περισσότερα σημεία των αντίστοιχων καταθέσεών τους (δοθέντων τόσο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο κα στην υπ' αριθμ. ...

ένορκη, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Βέροιας, βεβαίωση ο πρώτος και ο τρίτος απ' αυτούς και στην υπ' αριθμ. ... /2014, ενώπιον της Συμβ/φου Βέροιας, βεβαίωση ειδικά ο δεύτερος απ' αυτούς αντίστοιχα), στις οποίες (καταθέσεις), σημειωτέον, διαγράφεται ανάγλυφα η προσπάθεια τους να συνδράμουν την οικογένεια του θανόντος φίλου τους, προκειμένου να αποδείξουν την ουσιαστικήα βασιμότητα των αποτελούντων την ιστορική βάση των αγωγών τους πραγματικών περιστατικών και να ενισχύσουν, τους ανεπέρειστους ισχυρισμούς τους. 3.- Υπό τις παραπάνω πραγματικές συνθήκες, το επίδικο τροχαίο ατύχημα και οι εντεύθεν τραγικές συνέπειες του, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ) του ως άνω αποθανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Θ.

Κ. , ο οποίος δεν προείδε το αποτέλεσμα της προπεριγραφείσας οδικής συμπεριφοράς του, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός παρόμοιου δικύκλου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία, τέλος (επιμέλεια) αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει.

Ειδικότερα, το πταίσμα του ως άνω οδηγού συνίσταται στο ότι αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες της ασφαλούς οδήγησης, που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ 8α (που απαγόρευει στους οδηγούς να διαβαίνουν την εκ μας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος διαγράμμιση), 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ (διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επίδικη σύγκρουση και την εντεύθεν συνέπεια του θανάσιμου τραυματισμού του ιδίου), δεν οδηγούσε το ανωτέρω δίκυκλο, με σύνεση και ιδιαίτερα τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα τους πιθανούς κινδύνους της ως άνω Επαρχιακής οδού, ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία του, ώστε να μπορεί, κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και περαιτέρω, ενώ είχε πρόθεση να εκτελέσει, παράνομο, μάλιστα, ελιγμό και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού (που συνήθως έχει από μέτρα έως πυκνή κυκλοφοριακή κίνηση), δεν βεβαιώθηκε, προηγουμένως, ότι μπορούσε να το πράξει, χωρίς κίνδυνο και παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνταν, μεταξύ των άλλων, μπροστά ή πλάϊ του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα τους, ελέγχοντας με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή την κυκλοφοριακή κίνηση και δεν στάθμισε επαρκώς τη δυνατότητα πραγματοποίησης του συγκεκριμένου επικίνδυνου ελιγμού του.

Ειδικότερα, αν και προτίθετο να αλλάξει κατεύθυνση προς τ' αριστερά, να διασχίσει, σχεδόν κάθετα, παράνομα, το οδόστρωμα του αντίθετου (για τον ίδιο) ρεύματος κυκλοφορίας και να διέλθει στην απέναντι πλευρά του δρόμου, όπου βρίσκεται η οικοδομή του προρρηθέντος φίλου του, Η. Μ. (τον οποίο προτίθετο να επισκεφθεί), δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του, έτσι ώστε να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και να αναμείνει σ' αυτό το σημείο, επιτρέποντας τη διέλευση των οχημάτων που κινούνταν στην ίδια οδό, με αντίθετη προς τον ίδιο (και προς το οδόστρωμα που επρόκειτο να εγκαταλείψει) κατεύθυνση, όπως το μοτοποδήλατο του F.

F.. Αντίθετα, από σοβαρή απερισκεψία, αβλεψία και επιπολαιότητα του κατά την οδήγηση, διακινδυνεύοντας τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα του, έστριψε αιφνίδια και χωρίς προσεκτικό έλεγχο, τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε προς τ' αριστερά, επί τόπου (και από σημείο που δεν επιτρεπόταν) και εισήλθε, με κάθετη σχεδόν πορεία, στο αντίθετο για τον ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας της προρρηθείσας κεντρικής Επαρχιακής οδού, χωρίς, προηγουμένως, να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να επιχειρήσει τον εν λόγω ελιγμό ακίνδυνα και χωρίς, επιπλέον, να παραχωρήσει προτεραιότητα διελεύσεως στο αντιθέτως κινούμενο κανονικά και με ευθεία πορεία μοτοποδήλατο του εναγομένου (F.

F.), την κίνηση του οποίου έφραξε, παρεμβαλλόμενος στην πορεία του, το οποίο (επερχόμενο μοτοποδήλατο), σημειωτέον, είτε, λόγω έλλειψη της προσοχής του, δεν αντιλήφθηκε καθόλου, ή, διαφορετικά, παρότι, είχε αντιληφθεί, από απόσταση 10 - 15 μέτρων, τουλάχιστον, από λανθασμένο, πιθανόν, υπολογισμό της απόστασης που μεσολαβούσε μεταξύ τους και του χρόνου που χρειαζόταν για να πραγματοποιήσει τον ως άνω ελιγμό του, έστριψε τη μοτοσικλέτα του, επιταχύνοντας την κίνηση του, τουλάχιστον στα 70 χλμ/ώρα, έχοντας την λανθασμένη πεποίθηση ότι θα προλάβει να περάσει απέναντι χωρίς να συγκρουσθεί μαζί του (πρβλ.

και ΑΠ 765/2007, ΑΠ 606/2006, όπως κα ΕΘρ 734/2005 στην ΤραπΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ). Στοιχεία που να μπορούν να θεμελιώσουν (οποιαδήποτε μορφής κα έκτασης) υπαιτιότητα του εναγομένου - οδηγού του μοτοποδηλάτου, δεν προέκυψαν από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, από το οποίο αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψη του, αφού όση επιμέλεια και να επιδείκνυε ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, καθόσον δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αντικανονική κίνηση του ως άνω οδηγού της μοτοσικλέτας.

Συγκεκριμένα, ο F. F., οδηγούσε, κανονικά, το ως άνω δίκυκλο του με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός μοτοποδηλάτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, καθώς ο τελευταίος κινείτο, κανονικά, με την επιτρεπόμενη κατά τον ΚΟΚ ταχύτητα, στο ρεύμα πορείας που ακολουθούσε, ενώ, όταν αντιλήφθηκε, από απόσταση τεσσάρων (4) έως πέντε (5), το πολύ, μέτρων, το κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα δίκυκλο να στρίβει ξαφνικά, παράνομα, επί τόπου, στο οδόστρωμα και να παρεμβάλλεται, σχεδόν κάθετα, στην πορεία του, καταλαμβάνοντας, ανεπίτρεπτα, το προοριζόμενο για τον ίδιο οδόστρωμα, ήταν αντικειμενικά αδύνατο να (προλάβει να) ενεργήσει κάποιο ελιγμό για να αποφύγει το ατύχημα, αφού η απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ τους ήταν πολύ μικρή (και σημαντικά μικρότερη από την απόσταση που απαιτείτο γι ατην ακινητοποίηση του μοτοποδηλάτου του) και τα χρονικά περιθώρια ελάχιστα, ανεξάρτητα και πέραν του ότι αιφνιδιάσθηκε από την προπεριγραφόμενη απρόσμενη, επιπόλαιη και τόσο αντικανονική κίνηση του (θανόντος), μοτοσικλετιστή.

Ειδικότερα, εφόσον ο "χρόνος αντίδρασης" ενός μέσου νηφάλιου οδηγού (ήτοι, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που υποπίπτει στην αντίληψή του κάποιο σήμα μέχρι να ανταποκριθεί σ' αυτό) είναι περίπου ένα δευτερόλεπτο της ώρας και του πλέον άριστου, με άριστη ικανότητα αντίληψης και αντίδρασης, οδηγού τα 0,7 του δευτερολέπτου, ο F.

F., κινούμενος με την παραπάνω (επιτρεπόμενη κατά τον ΚΟΚ) ταχύτητα των 40 χλμ/ώρα, από τη στιγμή που αντιλήφθηκε από την προμνησθείσα απόσταση των τεσσάρων (4) έως πέντε (5), το πολύ, μέτρων την ανωτέρω μοτοσικλέτα να επιχειρεί τον ανωτέρω αντικανονικό ελιγμό, φράζοντας ξαφνικά την πορεία του, στο "χρόνο αντίδρασης" των 0,7 έως ενός (1), το πολύ, δευτερολέπτου της ώρας, το δίκυκλο του θα είχε διαγράψει (αν δεν μεσολαβούσε η μεταξύ τους σύγκρουση σε ευθεία πορεία (και με συντελεστή τριβής οδοστρώματος, που, κατά τον παραπάνω χρόνο, ήταν ξηρό, 0,70), "απόσταση αντίδρασης" οκτώ (8) έως εννιά (9), το πολύ, μέτρων, πριν πατήσει το φρένο του (γι' αυτό και εν προκειμένω δεν πρόλαβε να αντιδράσει) και ακολούθως, η "απόσταση πεδήσεως" (φρεναρίσματος) που θα διένυε (ήταν, η απόσταση που διανύει το όχημα από τη στιγμή που ο οδηγός του πατάει, με το πόδι του, το πεντάλ του φρένου μέχρι την πλήρη ακινητοποίησή του), σε ευθεία πορεία, κινούμενο με 40 χλμ/ώρα (και με τριβή οδοστρώματος 0,70), θα ήταν άλλα οκτώ (8) έως εννιά (9), το πολύ, μέτρα, έτσι ώστε το επίδικο ατύχημα ήταν αντικειμενικά αδύνατο να αποτραπεί, αφού η ως άνω απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ των δύο εμπλεκομένων δικύκλων ήταν σημαντικά μικρότερη από την απόσταση που απαιτείτο για την πλήρη ακινητοποίηση του δικύκλου του (ήτοι, 8 μ έως 9 μ απόσταση αντίδρασης + 8 μ έως 9 μ απόσταση πεδήσεως = 16 μ έως 18 μ στο σύνολο).

Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη κι εάν (ο F. F.) κινείτο με (χαμηλότερη) ταχύτητα τριάντα (30) χλμ/ώρα, κατά τον παραπάνω "χρόνο αντίδρασης", θα είχε ήδη διανύσει απόσταση έξι (6), τουλάχιστον, μέτρων, σε ευθεία πορεία, πριν ενεργήσει τον οποιαδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, οπότε και πάλι η ένδικη σύγκρουση δεν θα είχε αποτραπεί, γιατί, όπως προϊστορείται, η μεσολαβούσα μεταξύ τους απόσταση ήταν το πολύ πέντε (5) μέτρα, ενώ, σημειωτέον, ακόμη και με είκοσι (20) χλμ/ώρα να κινείτο, το επίδικο ατύχημα και πάλι δεν θα μπορούσε να αποτραπεί, αφού, κατά τον ανωτέρω "χρόνο αντίδρασης", θα είχε διαγράψει, σε ευθεία πορεία, "απόσταση αντίδρασης" πέντε (5), τουλάχιστον, μέτρων, πριν πατήσει το πεντάλ του φρένου του και περαιτέρω, άλλα τέσσερα (4), περίπου, μέτρα (ως "απόσταση πεδήσεως") μέχρι να ακινητοποιηθεί πλήρως το μοτοποδήλατό του (βλ.

εκτός των άλλων και σχετικούς, ακολουθούμενους σε Ευρώπη και ΗΠΑ, πίνακες - νομογραφήματα μέτρησης απόστασης - χρόνου - ταχύτητα σε Ονουφρίδη, ΕρμΚΟΚ, έκδοση 2000, σελ. 304 επ., Μ. Παπαδογιαννάκη ΕρμΕΚΟΚ, όπως και πρόσφατες αντίστοιχες δημοσιεύσεις από ειδικούς σχετικούς επιστήμονες στον κυβερνοχώρο, ως προς την "απόσταση αντιδράσεως", αλλά και την "απόσταση πεδήσεως").

Κατά συνέπεια, μετά τα παραπάνω, ο νόμιμος (άρθρα 5 και 6 του Ν. ΓπΝ/1911) αυτοτελής ισχυρισμός του εναγομένου - οδηγού (εκκαλούντος - εφεσιβλήτου), που επαναφέρεται παραδεκτά στην παρούσα δίκη, με τους αντίστοιχους λόγους της έφεσής του, περί του ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του είναι ο ίδιος ο θανατωθείς οδηγός της μοτοσικλέτας, Θ.

Κ. , τυγχάνει βάσιμος και από ουσιαστική άποψη.

Κατόπιν των ανωτέρω, παραδοχών, το Εφετείο, εντός άλλων, απέρριψε όπως προεκτέθηκε, κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων Κ. κ.λ.π. οικείων του αποθανόντος Θ. Κ. και του παρεμπιμπτόντως ενάγοντος Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", δέχθηκε, ως κατ' ουσία βάσιμες τις εφέσεις του εναγομένου F.

F. κατι του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ που εστρέφοντο κατά τις υπ' αριθμ. 47/ΑΥ/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία είχε κριθεί αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος ο ως άνω εναγόμενος F. F.εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσία τις κύριες και τις παρεμπίπτουσες αγωγές, απόρριψε αυτές κατ' ουσίαν και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι η σύγκρουση των οχημάτων και ο εξ αυτής θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Θ. Κ. οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητά του, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του θανόντος οδηγού και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτο αναιρεσιβλήτου οδηγού του μοτοποδηλάτου, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των περί υπαιτιότητος διατάξεων, στερώντας έτσι κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε από απόσταση τεσσάρων (4) έως πέντε (5) το πολύ, μέτρων το αντιθέτως κινούμενο δίκυκλο του Θ. Κ. να στρίβει, επιταχύνοντας αιφνίδια πάνω στο οδόστρωμα, έχοντας αυξήσει την ταχύτητά του στα 70 χλμ. την ώρα τουλάχιστον, στη συνέχεια αναφέρεται, ότι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας, είτε δεν αντιλήφθηκε καθόλου ή, διαφορετικά, παρότι είχε αντιληφθεί από απόσταση 10-15 μ.

τουλάχιστον από λανθασμένο πιθανόν υπολογισμό της απόστασης που μεσολαβούσε μεταξύ τους και του χρόνου που χρειαζόταν για να πραγματοποιήσει τον ελιγμό, έστριψε τη μοτοσικλέτα του....Δεν αιτιολογείται όμως στην απόφαση γιατί ο οδηγός του μοτοποδηλάτου - πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε αντιληφθεί το θανόντα οδηγό της μοτοσικλέτα ενωρίτερα, δεδομένου ότι είχε διανύσει και απόσταση 2,50 μ.

εντός του οδοστρώματος και η οδός ήταν ευθεία, ενώ δεν αιτιολογείται και η ανάπτυξη, εκ μέρους του θανόντος οδηγού, ταχύτητος 70 χλμ. την ώρα. Επίσης αντιφατική αιτιολογία συνιστά η αναφορά της αποφάσεως, ότι ο τελευταίος οδηγός δεν αντιλήφθηκε καθόλου ή διαφορετικά, παρότι είχε αντιληφθεί...έστριψε τη μοτοσικλέτα του, ενώ η κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτός, παρότι είχε αντιληφθεί από την προαναφερθείσα απόσταση το μοτοποδήλατο, έστριψε τη μοτοσικλέτα του, στηρίζεται στην πιθανή εκδοχή του λανθασμένου υπολογισμού και όχι σε αποδειχθέντα πραγματικά στοιχεία.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα, και ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στους:

πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέες, διότι, με την επίκληση της παραβάσεως των άρθρων 559 αρ. 19 και 8 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών, μετά την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τον προσβαλλόμενο τέταρτο λόγο αυτής, εκ του άρθρου 559 αρ. 20, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στον καταθέσαντα, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των:

πρώτης, δεύτερης, τρίτου, πέμπτου και έκτου αναιρεσειόντων που δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

2) Επί της από 14.4.2016 επικουρικής αναίρεσης του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτή που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ.1 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η απόφαση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας επιδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση.

Δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα εκτός από τα τελευταία συνάπτοντας αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπόταν συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχαν στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.

Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχουν στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχουν στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσης εφέσεως. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, διότι παρήλθε η προς άσκηση αναιρέσεως προθεσμία του νόμου (ΑΠ 1717/2002).

Η μη επέκταση αυτό της αναιρέσεως και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου έχει ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της κύριας αγωγής έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και επίσης είχε ασκηθεί, από τον ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως νικήσαντα εναγόμενο της κύριας αγωγής επικουρικής έφεση κατά του νικήσαντος επίσης συνεπαγομένου του για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής ήθελε γίνει δεκτή, με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του.

Αν η παραπάνω έφεση, καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής αποφάσεως ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας έφεσης, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναιρέσεως περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης μεταξύ των οποίων να διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.

Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής αποφάσεως που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγός. Αν το εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την έρευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο, που δεν μετείσχε στην αναιρετική δίκη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠοινΔ.

Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή, εφόσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση, πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε να γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής (ΑΠ 1131/2012, ΑΠ 1368/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο ισχυρίζεται με την κρινόμενη από 14-4-2016 επικουρικής αίτησης αναιρέσεώς του, ότι αν γίνει δεκτό η αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Έ. χηρ. Θ. Κ. κ.λ.π. και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, τα αποτελέσματα της αναιρετικής δίκης θα περιορισθούν μόνο μεταξύ των διαδίκων των κύριων εφέσεων και κύριων αγωγών και στο Δικαστήριο της παραπομπής θα εκδικασθούν οι εφέσεις που αφορούν τις κύριες αγωγές, ενώ δεν θα εκδικασθεί η επικουρική έφεσή του, ούτε οι παρεμπίπτουσες αγωγές του εναντίον του αναιρεσιβλήτου F. F., με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να καταστεί αμετάκλητη όσον αφορά την απόρριψη της επικουρικής εφέσεώς του και την παρεμπιπτουσών αγωγών του εναντίον του αναιρεσιβλήτου. Με το ιστορικό αυτό και επικαλούμενο το έννομο συμφέρον του, ασκεί την ως άνω επικουρική αναίρεσή του ζητώντας, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η ως άνω αίτηση των αναιρεσειόντων Κ. και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος του απέρριψε τις κύριες αγωγές εναντίον του, και αναιρεθεί και κατά το σκέλος της που απέρριψε την επικουρική έφεσή του κατά τον αναιρεσιβλήτου και της παρεμπίπτουσες αγωγές του.

Υπό τα ανωτέρω, και σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη διαλαμβάνονται, υφίσταται το έννομο συμφέρον της αναιρεσείοντος του και μετά την παραδοχή της προαναφερόμενης κύριας αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η επικουρική αναίρεσή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική έφεσή του και της παρεμπίπτουσες αγωγές του κατά του αναιρεσιβλήτου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο και να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στον καταθέσαντα. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσιβλήτου F. F.δεν θα επιβληθούν, διότι, εφόσον η αναίρεση, κατά τομέας που στρέφεται εναντίον του, δεν γίνεται εξαιτίας σφάλματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν θεωρείται ότι νικήθηκε, ώστε να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ (ΑΠ 1368/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 20.2.2015 και 14.4.2016 αιτήσεις αναιρέσεως.

Απορρίπτει την πρώτη αίτηση αναιρέσεως ως προς την αναιρεσείουσα Α. Κ. του Σ. .

Αναιρεί κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. 2562/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το εις το σκεπτικό μέρη και κεφάλαιά της που έχουν σχέση και με τις δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ίδια αναιρούμενα μέρη και κεφάλαιά της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή των καταταθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες και για τις δύο αιτήσεις αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πρώτη αναίρεση (Κ. ) στα δικαστικά έξοδα των: πρώτης, δεύτερης, τρίτου, πέμπτου και έκτου αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ