Legislator Case Law & Legislation
1609/2013 AI generated

1609/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1609/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1609/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
currency monetary policy and Operations over-indebtedness fraudulent use of cheque cards negotiable instrument short-term credit
AI generated
1903/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
1443/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
487/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5304/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2255/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/12/2017 αίτησή της.
1776/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
806/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2660/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 857/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2013 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1609 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1609/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα Κρήτης (ν. 2330/1995)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Κωνσταντίνο - Γεώργιο Τσάλτα, δικηγόρο, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητάς του και δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ευανθίας Κατσίγιαννη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Κυριακούλα Δικαιάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιουλίου 1989 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8796/1990 μη οριστική, 7811/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9601/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 11 Ιουλίου 2002 αίτησή του ως και των από 25 Οκτωβρίου 1999 προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Εκδόθηκε η 775/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 9601/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών και εξεδόθησαν οι 1294/2005 και 6625/2008 μη οριστικές αποφάσεις και 3569/2011 οριστική απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 5 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής (Α.Π. 232/2009, 66/2008, 1104/2006).

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος και δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 14 υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του και δεν κήρυξε απαράδεκτη την από το άρθρο 905 Α.Κ. ένσταση γνώσεως του αχρεωστήτου για το λόγο ότι αυτή ουδόλως προβλήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις και σε κάθε περίπτωση διότι με τον τρόπο που προβλήθηκε με τις προτάσεις αυτές ήταν αόριστη διότι δεν περιείχε αίτημα για απόρριψη της ανταγωγής είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής υπ.

αριθ. 6625/2008 του ίδιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ένσταση αυτή κρίθηκε με επικουρική αιτιολογία (για τη περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι όπως υποβλήθηκε πρωτόδικα ήταν αόριστη για τον παραπάνω λόγο) η οποία και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, ότι παραδεκτά προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις που κατέθεσε σ' αυτό ο εφεσίβλητος αντεναγόμενος (προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως) αιτιολογία η οποία ουδόλως προσβάλλεται με την αναίρεση, αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι και διότι η σχετική αιτίαση αφορά τη μη προβολή άλλως το απαράδεκτο της ένστασης αυτής λόγω αοριστίας της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις προτάσεις που κατατέθηκαν σ' αυτό και όχι την προβολή της ( με επαναφορά ή το πρώτον προβολή της ) ενώπιον του Εφετείου του οποίου η απόφαση και μόνο προσβάλλεται.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα υποτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: " Ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) ο οποίος δραστηριοποιείται ως επιχειρηματίας, σε διάφορους οικονομικούς τομείς, συνεργαζόταν από το έτος 1981 με την προϋφιστάμενη ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." και ήδη "Η Υπό εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα Κρήτης- Ν. 2330/1995 (εκκαλούσα)" στην οποία κατέθεσε τα διαθέσιμα, σε μετρητά, κεφάλαια αυτού που ανερχόταν σε σημαντικά χρηματικά ποσά. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού ο εφεσίβλητος σύνηψε φιλικό δεσμό με τον Γ. Κ., καθόσον ο τελευταίος επεδίωξε αμέσως μετά την κατά το έτος 1984 ανάληψη της διοίκησης της εκκαλούσας να επικοινωνήσει προσωπικά με τους οικονομικούς ισχυρούς πελάτες της και να αναπτύξει δεσμούς φιλίας μαζί τους. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1980 έως 1-9-1988 ο 40008349 λογαριασμός καταθέσεως ταμιευτηρίου, που διατηρούσε στην εκκαλούσα ο εφεσίβλητος, πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 510.500.000 δρχ. και ειδικότερα την 1-4-1988 με το ποσό των 195.000.000 δρχ, στις 29-6-1988 με το ποσό των 70.000.000 δρχ., στις 8-8-1988 με το ποσό των 225.000.000 δρχ. και την 1-9-1988 με το ποσό των 20.500.000 δρχ.

Από τα ποσά αυτά των 70.000.000 δρχ. προέρχεται από την εξόφληση της 133255 ισόποσης τραπεζικής επιταγής, που είχε εκδοθεί στις 29-6-1988 από την εκκαλούσα σε διαταγή του εφεσιβλήτου, ο οποίος προέβη στην κατάθεση του ποσού αυτού στον ίδιο λογαριασμό μετά την πληρωμή της και τα ποσά των 195.000.000 δρχ. και 225.000.000 δρχ. έχουν πιστωθεί απευθείας στον ίδιο λογαριασμό με χρέωση των ιδίων αυτής διαθεσίμων (λογαριασμός εγγραφές δικτύου), ενώ το ποσό των 20.500.000 δρχ.

αφορά το τίμημα του ... επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσεως, μάρκας MERCEDES, το οποίο πώλησε και παρέδωσε ο εφεσίβλητος στην εκκαλούσα στις 24-8-1988. Οι πιστώσεις όμως που ενήργησε η εκκαλούσα στον προδιαληφθέντα λογαριασμό του εφεσιβλήτου, τον οποίο διατηρούσε στο κατάστημα Καλλιθέας και αφορούσαν τα ποσά των 195.000.000 δρχ. 70.000.000 δρχ.

και 225.000.000δρχ., και συνολικά το ποσό των 490.000.000 δρχ. το οποίο ο εφεσίβλητος ανέλαβε τμηματικά μέχρι τις 15-9-1988 έγιναν χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ της εκκαλούσας και του εφεσιβλήτου, προς τον οποίο εξάλλου η εκκαλούσα δεν είχε καμία, απολύτως, εξωσυμβατική υποχρέωση που να δικαιολογεί τις πιστώσεις του προμνησθέντος λογαριασμού με τα ως άνω ποσά.

Έτσι τα ποσά αυτά έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως από την εκκαλούσα στον εφεσίβλητο και ο τελευταίος έγινε με την είσπραξη τους πλουσιότερος, αφού αύξησε την περιουσία του κατά το προαναφερθέν ποσό των 490.000.000 δρχ., σε βάρος της περιουσίας της αντιδίκου του, η οποία κατέβαλε αυτά από δικά της διαθέσιμα κεφάλαια.

Η ανυπαρξία δε οποιασδήποτε σχέσης από σύμβαση ή από αδικοπραξία μεταξύ της εκκαλούσας και του εφεσίβλητου χαρακτηρίζει, όπως αποδείχθηκε, τόσον την απευθείας πίστωση του λογαριασμού του εφεσίβλητου, όσον και την έκδοση και την πληρωμή της προαναφερθείσας τραπεζικής επιταγής το ποσό της οποίας έχει αχθεί σε πίστωση του ιδίου λογαριασμού του εφεσίβλητου.

Οι ισχυρισμοί του τελευταίου περί συνάψεως ισόποσων δανειακών συμβάσεων με τον Γ. Κ., ατομικά, και εξοφλήσεως αυτών με την καταβολή ισόποσων εβδομαδιαίων δόσεων, στις οποίες αντιστοιχούσαν συναλλαγματικές αποδοχής του είναι απορριπτέοι, κατ' αρχήν ως αβάσιμοι, αναπόδεικτοι, όπως αυτό κρίθηκε, εξάλλου, με την άνω 9601/2001 εφετειακή απόφαση, η οποία δεν αναιρέθηκε ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ήταν αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου ότι έχουν καταρτισθεί μεταξύ αυτού και του Γ. Κ. οι επικαλούμενες συμβάσεις εντόκου δανείου, αποδείχθηκε από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, ότι δεν υπήρχε μεταξύ του Κ. και της εκκαλούσας οποιαδήποτε σύμβαση, όπως εντολής, τραπεζικού γύρου ή έκταξης, με την οποία να ήταν υποχρεωμένη, όπως συμβαίνει με οποιονδήποτε εντολέα πελάτη της να καταβάλει στον εφεσίβλητο τα ως άνω επί μέρους ποσά, και ότι ο Γ.

Κ. δεν κατέβαλε μετρητά στην εκκαλούσα για να πιστώνει με αυτά τον ως άνω λογαριασμό του εφεσίβλητου. Στις 19.5.1989 το ως άνω ποσό των 490.000.000 δρχ. επιβαρύνθηκε με τόκους ύψους 91.875.000 δρχ., που αντιστοιχεί σε χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών με τον ισχύοντα, τότε, τόκο υπερημερίας εξ 25% ετησίως (490.000.000 x 9 : 12 χ 25%) και έτσι το σύνολο του κεφαλαίου με τους τόκους ανήλθε σε 581.875.000 δρχ. (490.000.000+ 91.875.000).

Έναντι της απαιτήσεως της αυτής κατά του εφεσίβλητου η εκκαλούσα, με την από 19.5.1989 εξώδικη δήλωση της, που επέδωσε στον εφεσίβλητο στις 22.5.1989 (σχετ η 7667 Β/22.5.1989 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών ...), συμψήφισε το ποσό των 464.715.000 δρχ, που ήταν κατατεθειμένο από τον εκκαλούντα κατά το χρόνο σύνταξης της εξωδίκου και αρνήθηκε την απόδοση του.

Έτσι η απαίτηση της περιορίστηκε στο ποσό των 117.159.932 δρχ (581.875.000-464.715.068).

Ο εφεσίβλητος με την προαναφερόμενη ένσταση, που παραδεκτά προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε νομίμως κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε τα εξής: "Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 905 ΑΚ η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται εάν ο προς ον εγένετο η παροχή αποδείξει ότι ο καταβαλών διετέλει εν γνώσει της μη υπάρξεως του χρέους. Νομίζω αυταπόδεικτο είναι πώς η αντίδικος εγνώριζε άριστα την ανυπαρξία υποχρεώσεως απέναντι μου, αφού ο Γ. Κ. ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της την εκπροσωπούσε νόμιμα και εξέφραζε τη βούληση της.

Για τους λόγους αυτούς, επί πλέον, η δήλωση συμψηφισμού του έχει κάνει η Τράπεζα από τον Μάιο του 1989, είναι στερημένη νομικών συνεπειών, αφού ο συμψηφισμός προϋποθέτει ανταπαίτηση του οφειλέτη υπαρκτή ενώ στην προκειμένη περίπτωση η ανταπαίτηση της αντιδίκου είναι ανύπαρκτη.

Από τα ίδια όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ιστορική βάση της ως άνω ενστάσεως του εφεσίβλητου και δη ότι η καταβάλουσα, εκκαλούσα, γνώριζε την ανυπαρξία του χρέους της προς τον εφεσίβλητο και ότι ο Γ. Κ. ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος την εκπροσωπούσε νόμιμα και εξέφραζε την βούληση της.

Για τα αμέσως παραπάνω πειστική για το Δικαστήριο είναι η κατάθεση του μάρτυρα, Π. Β., που εξετάστηκε με μέριμνα του εφεσίβλητου (ενιστάμενου), ο οποίος και εξ ιδίας αντιλήψεως, ως Γενικός Διευθυντής και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της Τράπεζας Κρήτης, κατέθεσε, εκτός άλλων τ' ακόλουθα "... Η Τράπεζα όταν κατέβαλε το 1988, Απρίλιο, Ιούνιο και Αύγουστο, σε τρεις δόσεις συνολικά 490.000.000 δρχ.

στον Μ., το κατέβαλε από τα διαθέσιμα της χωρίς να υπάρχει καμία συμβατική σχέση που να συνδέει τη Τράπεζα με τον καλούντα (εφεσίβλητο), τα κατέβαλε κατόπιν εντολής του Προέδρου Κ., τα δε όργανα της Τράπεζας που το κατέβαλαν γνώριζαν και θετικά και πραγματικά ανυπαρξία χρέους της Τράπεζας προς τον Μ. και τα χρήματα αυτά κατεβλήθησαν από τα διαθέσιμα της Τράπεζας προς τον Μ.

πιστώνοντας το λογαριασμό του δικτύου ..." και ότι "... οι δε υπάλληλοι που έδωσαν αυτά τα χρήματα και εν γένει η Τράπεζα εγνώριζαν ότι κατέβαλαν αχρεωστήτως τα χρήματα αυτά και θετικά και πραγματικά διότι υπήρχε πλήρης ανυπαρξία χρέους της Τράπεζας προς τον καλούντα του πιο πάνω ποσού που καταβλήθηκε συνολικά.

Η Τράπεζα δηλαδή έδωσε τα χρήματα αυτά από τα διαθέσιμά της, χρεώνοντας ένα λογαριασμό εγγραφές δικτύου, χωρίς να το χρωστάει, κατόπιν εντολής του Κ.." (σχετικά η 18 ΞΔ/2005 εισηγητική έκθεση). Περαιτέρω, δυνάμει του 681/17.12.1984 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε. επί των εκεί αναφερομένων θεμάτων ημερήσιας διατάξεως, μεταξύ των οποίων και αυτό του "κανονισμού δικαιώματος υπογραφής και εκπροσώπησης", αποφασίστηκε ότι "το ΔΣ ομοφώνως παρέχει δικαίωμα γενικής υπογραφής εις τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Κ.

Γ. Κ. ο οποίος θα δεσμεύει (την ) εταιρεία εις πάσαν μετά τρίτων σχέσιν και συναλλαγήν δια μόνης της υπογραφής του επί παντός θέματος.". Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμος η κατ' άρθρο 905 ΑΚ ένσταση του εναγομένου και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη από 4-5-1990 ανταγωγή της εκκαλούσας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αντενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η ανταγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε.

Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της απόφασης η καταβαλούσα τα ως άνω χρηματικά ποσά Τράπεζα χωρίς νόμιμη αιτία γνωρίζει την ανυπαρξία του χρέους δια του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Γ. Κ. ο οποίος την εκπροσωπούσε νόμιμα και εξέφραζε την βούλησή της αφού αυτός έδωσε και τις σχετικές εντολές για την χωρίς νόμιμη αιτία καταβολή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παραδοχής της από το άρθρο 905 ΑΚ ένστασης του αντεναγομένου και απόρριψης της ανταγωγής.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά την ειδικότερη αιτίαση της έλλειψης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι οι εντολές του Γ. Κ. για έκδοση της ως άνω επιταγής και πίστωσης του λογαριασμού του αντεναγομένου με τ' ανωτέρω χρηματικά ποσά δόθηκαν γραπτώς και έφεραν την υπογραφή του ώστε να δεσμεύουν και πράγματι την Τράπεζα είναι απαράδεκτος διότι η αιτίαση αυτή ανάγεται σε ζήτημα που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στη προκειμένη δίκη που αντικείμενο έχει την απόδοση του πλουτισμού που επήλθε χωρίς νόμιμη αιτία.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "H υπό εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα Κρήτης (ν. 2330/1995), για αναίρεση της υπ' αριθ. 3569/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ