Legislator Case Law & Legislation
1609/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property division, rejecting claims of fictitious contracts without proof.

Case Number 1609/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a first-instance court's decision on the judicial division of real estate. The appellants argued that the lower court accepted fictitious contracts without evidence, violating procedural rules regarding proof of value and witness testimony. The court rejected these claims, finding the appellate court had properly considered all documents and evidence, including specific contracts and photographs, to form its conviction without requiring separate proof for each item.

Legislator headnote

AI generated

Articles 262(1) Civil Procedure Code; Articles 795, 796 Civil Code; Articles 478 et seq. Civil Procedure Code; Article 559(10) Civil Procedure Code; Article 559(14) Civil Procedure Code: An appeal based on the acceptance of unproven facts or violation of rules on evidence is inadmissible if the court of first instance has duly considered all submitted documents and evidence to form its conviction.

Keywords

AI generated
judicial division of real estate fictitious contracts burden of proof appellate review standards witness testimony admissibility civil procedure code property ownership dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 262(1) of the Civil Procedure Code
Articles 795 and 796 of the Civil Code
Articles 478 et seq. of the Civil Procedure Code
Article 559(10) of the Civil Procedure Code
Article 559(14) of the Civil Procedure Code
Articles 393 and 395 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1609 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1609/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1 Κ. Γ. Α., 2 Θ. Γ. Α. και 3 Α. Γ. Α., κατοίκων …. Ο μεν πρώτος (Κ. Α.) παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αθανασά οι δε 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. θυγ. Δ. Σ., συζ. Ν. Β., κατοίκου …, 2. Η. Δ. Σ., κατοίκου …, 3. Α. Δ. Σ., κατοίκου … και ήδη διαμένοντος σε …, 4. α) Ε. Ν. Ε., β) Δ. Ν. Ε., κατοίκων … ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου μητέρας τους Μ. συζ. Ν. Ε., το γένος Δ. Σ., 5. Κ. συζ. Κ. Β., το γένος Δ. Σ., κατοίκου …, 6. Α. συζ. Π. Τ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου …, 7. Γ. Δ. Σ., κατοίκου …, 8. Κ. Δ. Σ., κατοίκου …, ατομικά και εξ αδιαθέτου όλων κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Ε. χας Δ. Σ., το γένος Α. Δ., Εκπροσωπήθηκαν ΟΛΟΙ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παπανικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1136/1990, 114/2005 μη οριστικές, 865/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1316/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Περαιτέρω, από τα άρθρα 795 και 796 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 478 επ. ΚΠολΔ, συνάγεται ότι τα στοιχεία της βάσεως της αγωγής με την οποία διώκεται η διανομή ακινήτου δικαστικώς είναι α) η συγκυριότητα του ενάγοντος, β) η μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου κοινωνία, γ) η ακριβής περιγραφή του διανεμητέου ακινήτου, δ) η μη συμφωνία του εναγομένου για τη διανομή, ε) η αξία του διανεμητέου και στ) σχετικό αίτημα.

Τα ανωτέρω στοιχεία είναι αναγκαία κατά την επιδίωξη της δικαστικής διανομής ακινήτων. Στην περίπτωση όμως που, προς αντίκρουση αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτων αγωγής, ο εναγόμενος προβάλλει την ένσταση ιδίας κυριότητας και προς θεμελίωση της ένστασης αυτής ισχυρίζεται ότι τα επίδικα ακίνητα τα κατέλαβε μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας και έκτοτε τα κατέχει και νέμεται συνεχώς και έγινε κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί για το ορισμένο αυτής ως προς τον επικαλούμενο ισχυρισμό της άτυπης διανομής, να εκτίθεται πότε έγινε η άτυπη διανομή και ότι τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή.

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ένσταση.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση αυτής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, σχετικά με την από 6-3-1990 αναγνω-ριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, συνομο-λογούν τη κυριότητα της απώτερης κοινής δικαιοπαρόχου στα επίδικα ακίνητα και περαιτέρω αμφισβητούν τη συγκυριότητα των εναγόντων και των άμεσων δικαιοπαρόχων τους επί των επίδικων ακινήτων, ισχυριζόμενοι, ότι μετά το θάνατο της απώτερης κοινής δικαιοπαρόχου τους ο άμεσος δικός τους δικαιοπάροχος Δ.

Σ., το έτος 1960 κατέλαβε τα επίδικα μετά από άτυπη διανομή της κληρονο-μιαίας περιουσίας της ανωτέρω και έκτοτε και μέχρι το θάνατό του το έτος 1982 κατείχε και νεμόταν αυτά συνεχώς, αδιαλείπτως με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους διακατοχικές πράξεις, γενόμενος έτσι κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι ίδιοι μετά το θάνατό του, συνέχισαν ως οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του να κατέχουν και νέμονται τα επίδικα ακίνητα με διάνοια συγκυρίων, ασκώντας τις ίδιες διακατοχικές πράξεις.

Με αυτό το περιεχόμενο, ο ανωτέρω ισχυρισμός, που συνιστά ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτεί ο νόμος και είναι ορισμένος, αφού ειδικότερα ως προς το επικαλούμενο γεγονός της άτυπης διανομής εκτίθεται σαφώς το έτος που έγινε η άτυπη διανομή και ότι με την άτυπη αυτή διανομή τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν στον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγομένων.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση ιδίας κυριότητας δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, έτσι, ο πρώτος, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος.

Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκύριοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Στις 1-3-1959 απεβίωσε η απώτερη κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων Μ. Σ. (γιαγιά τους) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία παιδιά της, την Π.

Α. (μητέρα των εκκαλούντων - εναγόντων), την Χ. Α. και το Δ. Σ. (σύζυγο της πρώτης αρχικά εναγομένης Μ. συζ. Ν. Ε., το γένος Δ. Σ., στη θέση της οποίας μετά τον επισυμβάντα κατά τη διάρκεια της δίκης, θάνατό της έχουν υπεισέλθει οι καθολικοί της διάδοχοι, και πατέρα των λοιπών), κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα.

Οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την κληρονομιά της Μ. Σ. με την …/1959 πράξη του Συμβολαογράφου Πατρών Γ. Κούκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών (τόμ. 125095, αριθμ. …). Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων, τα οποία αναφέρονται στην πιο πάνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς και βρίσκονται στην περιοχή Κ.

της τέως Κοινότητος Καλλιθέας Πατρών περιλαμβάνονται και τα επίδικα ακίνητα, ήτοι: α) αγροτεμάχιο επί της οδού …, εκτάσεως 1.015 τ.μ. περίπου, μετά της επ' αυτού ερειπωμένης αποθήκης, το οποίο συνορεύει ανατολικά, βόρεια και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Γ. και δυτικά με την Εθνική οδό Πατρών -Καλαβρύτων, β) οινάμπελος, εκτάσεως 4.000 τ.μ.

περίπου, η οποία συνορεύει ανατολικά και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Γ., βόρεια με ιδιοκτησία Β. Θ. και Γ. Τ. και δυτικά με την εθνική οδό Πατρών - Καλαβρύτων, γ) σταφιδάμπελος, εκτάσεως 6.000 τ.μ. περίπου, που συνορεύει ανατολικά με την εθνική οδό Πατρών - Καλαβρύτων, δυτικά με ιδιοκτησία αδελφών Σ. και με ιδιοκτησία Α.

Σ., βόρεια με ιδιοκτησία αδελφών Γ. και νότια με ιδιοκτησία Δ. Π. και δ) αγρός ξηρικός, στη θέση "…", εκτάσεως 9.000 τ.μ. περίπου, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Π. και νεκροταφείο Καλλιθέας, δυτικά με ιδιοκτησία Η. Σ. και Θ. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία Α. Σ. και Κ. Α. και νότια με ιδιοκτησία Κ. Χ.. Το έτος 1960 έλαβε χώρα προφορική διανομή της μητρικής κληρονομιαίας περιουσίας, μεταξύ των τριών αδελφών, Π., Χ.

και Δ. και τα επίδικα ακίνητα έλαβε στην κατοχή του ο Δ. Σ., ο οποίος έκτοτε κατείχε και νεμόταν αυτά με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι του κατά το έτος 1982 θανάτου του, ασκώντας επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους διακατοχικές πράξεις και έτσι έγινε κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία.

Στη συνέχεια οι αρχικοί εναγόμενοι, μετά το θάνατο του Δ. Σ., συνέχισαν ως οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (σύζυγος η πρώτη αρχικά εναγομένη Ε. χήρα Δ. Σ. και τέκνα οι λοιποί) να κατέχουν και νέμονται τα εν λόγω ακίνητα με διάνοια συγκυρίων, κατά τα 8/32 η πρώτη και 3/32 εξ αδιαιρέτου καθένας των λοιπών, ασκώντας τις ίδιες διακατοχικές πράξεις, μέχρι την άσκηση της αγωγής, και έτσι έγιναν συγκύριοι αυτών κατά τα παραπάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου καθένας, με έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση στη νομή αυτών και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου συζύγου και πατέρα τους.

Τέλος, μετά το θάνατο της πρώτης και δεύτερης των αρχικά εναγομένων (Μ. το γένος Δ. Σ. και Ε. χας Δ. Σ.) υπεισήλθαν στην θέση τους οι καθολικοί τους διάδοχοι, την κληρονομιά των οποίων αυτοί αποδέχθηκαν, όπως προαναφέρθηκε. Συγκεκριμένα τόσο ο Δ. Σ., αγρότης και μόνιμος κάτοικος…, όσο και οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι, ως καθολικοί διάδοχοί του, καλλιεργούσαν τα επίδικα με αμπέλια, ελιές και κηπευτικά, συνέλεγαν τους καρπούς τους, έβοσκαν σε αυτά τα ζώα τους, τα εκμίσθωναν σε τρίτους και εισέπρατταν το μίσθωμα.

Εξάλλου, ο Δ. Σ. κατοικούσε στην πατρική οικία που βρισκόταν στο πρώτο από τα επίδικα ακίνητα με την οικογένειά του μέχρι το έτος 1965 που η οικία αυτή καταστράφηκε από σεισμό. Τότε ο Δ. Σ. έλαβε στεγαστικό δάνειο από το ΤΑΣ και έκτισε το έτος 1967 στο ίδιο ακίνητο νέα οικία στην οποία και διέμενε έκτοτε με την οικογένειά του μέχρι 10-1-1982, που πέθανε.

Επίσης ο Δ. Σ. παραχώρησε στο γιο του Α. (τρίτο εναγόμενο) τμήμα 500 τ.μ. περίπου από το τρίτο των επίδικων ακινήτων, στο οποίο ο τελευταίος έκτισε οικία το έτος 1973 με βάση την …./12-11-1973 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Πατρών, στην οποία και διαμένει έκτοτε με την οικογένειά του. Οπωσδήποτε δε, οι ανωτέρω, Δ.

και Α. Σ., δεν θα προέβαιναν στην ανέγερση κατοικιών, με δικές τους δαπάνες μάλιστα, όπως συνομολογούν οι ενάγοντες, σε ακίνητα τα οποία ήσαν κοινά. Και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί αληθής ο ισχυρισμός των εκκαλούντων -εναγόντων ότι ουδέποτε είχε γίνει προφορική διανομή των ακινήτων της κληρονομιάς της γιαγιάς τους Μ.

Σ., τότε θα έπρεπε, μετά την ανέγερση των παραπάνω οικιών στα κοινά, κατά τους ισχυρισμούς τους, ακίνητα, οι λοιπές συγκύριες και συγκληρονόμοι Π. και Χ., να διαμαρτυρηθούν. Αυτές, όμως, όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκαν, αλλά αντίθετα είχαν άριστες σχέσεις με τον αδελφό τους και τα ανίψια τους, οι οποίοι πολλές φορές τις φιλοξενούσαν στις οικίες τους στην …, καθόσον οι ίδιες ήταν μόνιμοι κάτοικοι Αθηνών από νεαρή ηλικία.

Αξιοσημείωτο εξάλλου είναι ότι καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής των τριών αδελφών Δ., Π. και Χ., ουδέποτε είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους έριδα ή δικαστική διένεξη σχετικά με τα ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας τους. Το πρώτον, οι ενάγοντες, με την έγερση της ένδικης αγωγής, το έτος 1990, ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι των επιδίκων κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους Π.

και της θείας τους Χ., των οποίων την κληρονομιά αποδέχθηκαν με την …/2-3-1990 πράξη της Συμβολαιογράφου Πατρών Πηνελόπης Τσούνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, (τόμ. 2068, αριθμ. …), στις 7-3-1990 ήτοι λίγες ημέρες πριν την κατάθεση της ένδικης αγωγής, που έγινε στις 13-3-1990.

Εξάλλου, τόσον οι ενάγοντες όσον και οι κατά τους ισχυρισμούς τους άμεσοι δικαιοπάροχοί τους, Π. και Χ., ουδέποτε νεμήθηκαν τα επίδικα ακίνητα, τα οποία, όπως σημειώθηκε από το έτος 1960 και μετά, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, νέμονταν ο Δ. Σ. και μετά το θάνατό του (10-1-1982) οι εναγόμενοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του.

Ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων - εναγομένων ότι τα τρία αδέλφια, προέβησαν το έτος 1960 σε άτυπη διανομή των ακινήτων που κληρονόμησαν από τη μητέρα τους και τα οποία περιγράφονται στην 4018/1959 πράξη αποδοχής του Συμβολαιογράφου Πατρών Γ. Κούκου, ενισχύεται από το γεγονός ότι τόσο η Χ. όσο και η Π. με βάση τη διανομή της κληρονομιάς της μητέρας τους, έλαβαν στην κατοχή τους άλλα κληρονομιαία ακίνητα.

Συγκεκριμένα η Χ. έλαβε στην κατοχή της το υπό στοιχ. 3 ακίνητο της παραπάνω πράξης αποδοχής κληρονομιάς, ήτοι άμπελο εκτάσεως 15 περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με άμπελο κληρονόμων Κ. Π., δυτικά με άμπελο Δ. Γ., βόρεια με λαγκάδι και νότια με σταφιδάμπελο Γ.. Και ναι μεν το ακίνητο αυτό φαίνεται να μεταβιβάζουν λόγω δωρεάς στην αδελφή τους Χ.

οι Π. και Δ. με το 1064/1962 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πατρών Ν. Λοβέρδου, πλην όμως τούτο έγινε, προφανώς για να αποκτήσει η Χ. νόμιμο τίτλο και να μπορέσει στη συνέχεια να το μεταβιβάσει σε τρίτον και δη στον Η. Γ. με το 6437/1964 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πατρών Γ. Κούκου. Η Π., εξάλλου, έλαβε το περιγραφόμενο στην …/1983 δήλωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πατρών Ι.

Στασινόπουλου, ακίνητο, εκτάσεως 16 περίπου στρεμμάτων, το οποίο αποτελεί τμήμα του υπό στοιχ. 4 ακινήτου της ως άνω 4018/1959 πράξης αποδοχής κληρονομιάς. Στην παραπάνω συμβολαιογραφική πράξη η Π. δηλώνει ότι το ακίνητο αυτό είναι η μοναδική της περιουσία στην περιφέρεια Κοινότητας Καλλιθέας Πατρών και ότι αυτό καλύπτει το εξ αδιαθέτου μερίδιό της από την περιουσία της μητέρας της.

Η ανωτέρω βέβαια στην ίδια πράξη δήλωσε ότι το ακίνητο αυτό της είχε δωρήσει άτυπα ήδη από το έτος 1950 η μητέρα της, εννοώντας προφανώς ότι η άτυπη διανομή μεταξύ των αδελφών έγινε σύμφωνα με τις επιθυμίες που όσο ζούσε είχε εκφράσει η μητέρα τους Μ. Σ., η οποία κατά την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Ν.

Κ., που ως ημιτελής εκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, "είχε ονοματίσει τα ακίνητα που θα έπαιρνε καθένα από τα παιδιά της". Διότι σε περίπτωση που το ακίνητο αυτό είχε πράγματι παραχωρηθεί στην Π. εν ζωή από τη μητέρα της, τότε αυτή και τα αδέλφια της δεν θα το περιλάμβαναν στην ως άνω 4018/1959 πράξη αποδοχής.

Ενισχυτικό, εξάλλου, του ότι έλαβε χώρα η άτυπη διανομή που προαναφέρθηκε, της κληρονομιαίας περιουσίας της Μ. Σ., στην οποία περιλαμβάνονταν και τα επίδικα, είναι το ότι, όταν, τόσον η Π., όσο και οι εκκαλούντες (ενάγοντες), μετά το θάνατό της, πωλούσαν τμήματα του προαναφερθέντος ακινήτου, που είχε περιέλθει σε αυτήν, δυνάμει της προφορικής διανομής, αναφέρουν στα σχετικά συμβόλαια ως ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων τους εναγομένους και όχι και αυτούς τους ιδίους και την Χ., όπως θα έπρεπε αν δεν είχε λάβει χώρα διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων.

Τέλος, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι έλαβε χώρα προφορική διανομή των κληρονο-μιαίων ακινήτων της Μ. Σ. το έτος 1960, δεν καταρρίπτεται από το γεγονός ότι και τα τρία αδέλφια Π., Χ. και Δ., με μια σειρά συμβολαίων και συγκεκριμένα με τα …/1964, …/1964, …/1965, …/1968 και …/1973 συμβόλαια φέρονται να μεταβιβάζουν από κοινού σε τρίτους λόγω πωλήσεως διάφορα κληρονομιαια ακίνητα, καθόσον κατά το χρόνο υπογραφής των συμβολαίων αυτών δεν είχε συμπληρωθεί η απαιτούμενη από το νόμο εικοσαετία για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τους ανωτέρω".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι είναι βάσιμη η ένσταση των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια. Με εκείνα που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα ουσιώδη ζητήματα της κατάρτισης το έτος 1960 άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας της αναφερόμενης απώτερης κοινής δικαιοπαρόχου των διαδίκων μεταξύ των τριών τέκνων της, με την οποία οι άμεσες δικαιοπάροχοι των εναγόντων έλαβαν η κάθε μία τα αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα και ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων έλαβε τα επίδικα ακίνητα, καθώς και της απόδειξης των αναγκαίων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η απόκτηση αποκλειστικής κυριότητας στο πρόσωπο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στα περιελθόντα σ' αυτούς μετά την άτυπη διανομή επίδικων ακινήτων και συνακόλουθα της μη απόδειξης συγκυριότητας εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων επί των ακινήτων αυτών, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, οι συναφείς τέταρτος, έκτος, όγδοος, ένατος και ενδέκατος, αντίστοιχα, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και δωδέκατο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς τους α) ότι το δωρηθέν προς τη δικαιοπάροχό τους Χ. Σ. με το …/1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ν. Λοβέρδου ακίνητο είχε συμφωνηθεί ότι εξαιρείται της διανομής, β) ότι στο …/18-4-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βασ.

Κόκκαλη και στο …/1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Σακελλαρόπουλου αναφέρονταν οι όμοροι ιδιοκτήτες Χ., Π. και Δ. στο ένα και Κ. Α. στο άλλο και δεν αναφέρονται Σ. και γ) ότι η δωρεά προς την Χ. με το ως άνω …/1962 συμβόλαιο είχε γίνει, διότι η Χ. είχε αφειδώς βοηθήσει οικονομικώς τον Δ.. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι το δωρηθέν προς την δικαιοπάροχό τους Χ.

Σ. με το …/1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ν. Λοβέρδου ακίνητο, είχε συμφωνηθεί ότι εξαιρείται της διανομής και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι λοιποί ως άνω λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελούν άρνηση της περί ιδίας κυριότητας ένστασης των εναγομένων που θεμελιώνεται στο επικαλούμενο από αυτούς γεγονός της κατάρτισης της προαναφερόμενης άτυπης διανομής.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δέκατο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τους αναιρεσίβλητους και δη ότι οι αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε νεμήθηκαν τα επίδικα ακίνητα πριν από την άτυπη διανομή.

Από το περιεχόμενο, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως τούτο αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι <<το 1960 έλαβε χώρα προφορική διανομή και τα επίδικα ακίνητα έλαβε στη κατοχή του ο Δ. Σ., ο οποίος έκτοτε κατείχε και νεμόταν αυτά με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και καλή πίστη...>>, ήτοι δέχτηκε ισχυρισμό που είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι το αναφερόμενο ακίνητο <<φαίνεται να μεταβιβάζουν λόγω δωρεάς στην αδελφή τους Χ. οι Π. και Δ. με το …/1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ν.

Λοβέρδου, πλην όμως τούτο έγινε προφανώς για να αποκτήσει η Χ. νόμιμο τίτλο και να μπορέσει στη συνέχεια να το μεταβιβάσει σε τρίτο και δη στον Η. Γ.>>, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω …/1962 συμβολαίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η ως άνω παραδοχή του Εφετείου, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτο κατά το πρώτο μέρος του και δέκατο, κατά το πρώτο μέρος του, αντίστοιχα, λόγους αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση και δη 1) το …/1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ν.

Λοβέρδου, 2) το …/18-4-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βασ. Κόκκαλη, 3) το …/1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Σακκελαρόπουλου, 4) μία συναλλαγματική δρχ. 25.000 αποδοχής Δ. Σ. εκδόσεως Χ. Α., 5) δύο φωτογραφίες, 6) το συμβόλαιο πωλήσεως προς την εταιρεία τσιμέντων και 7) το …/19-11-1995 συμβόλαιο. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη <<και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι>> και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα και φωτογραφίες, ενώ έκανε ειδική μνεία ότι έλαβε υπόψη το …/1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ν.

Λοβέρδου, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο μεν λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δέχτηκε ως αληθινό, ότι το …/1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ν.

Λοβέρδου, καθώς και το …/1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Θ. Στασινόπουλου είναι εικονικά, χωρίς απόδειξη και χωρίς να διατάξει απόδειξη για την εικονικότητα, με τον έβδομο δε και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης αποδίδουν την από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 393 και 395 ΚΠολΔ, που απαγορεύουν την απόδειξη με μάρτυρες ή με δικαστικά τεκμήρια για συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 5.900 ευρώ, δέχτηκε με μαρτυρικές καταθέσεις και δικαστικά τεκμήρια, ότι τα ως άνω δύο συμβόλαια ήταν εικονικά.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν δέχτηκε εικονικότητα των πιο πάνω συμβολαίων, το περιεχόμενο των οποίων συνεκτιμήθηκε απλώς με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου της ουσίας στην ένδικη υπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2008 αίτηση των Κ. Α. κ.λ.π. για αναίρεση της 1316/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών

.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ