Legislator Case Law & Legislation
1609/2009 AI generated

1609/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1609/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Φεβρουαρίου 1999αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2827/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 577/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1609/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
right to one's own image broadcasting right advertising opportunities for debauchery arrangements for publication image advertising service journalist access to files
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1609 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1609/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "IMAKO MEDIA NET GROUP Α.Ε" , που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα 2. Χ2, κατοίκου ... και 3.Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Σκαλτσά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπύρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Φεβρουαρίου 1999αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2827/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 577/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Μαρτίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τελευταίου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή ου ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 661/1984). Εξάλλου κατά το άρθρο 57 του ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του ΑΚ, στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τα περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:

α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (ΟλΑΠ 2/2008).

Η τιμή και η υπόληψη προστατεύονται και από τις διατάξεις των άρθρων 361-364 του ΠΚ, ενώ οι προβλεπόμενοι με τη διάταξη του άρθρου 367 (με εκείνη του άρθρου 20) του ΠΚ λόγοι άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εξυβρίσεως και (απλής) δυσφημήσεως εφαρμόζονται, για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Οσον αφορά ειδικά τη δυνατότητα άρσης του αδίκου της απλής δυσφημήσεως, αν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (άρθρο 367 παρ. 2 περίπτ. τελευταία του ΠΚ), τέτοιος σκοπός θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Περαιτέρω με το άρθρο μόνο παρ. 1 και 2 του ν. 1178/1981, όπως η παρ. 2 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο μόνο παρ. 4 του ν. 2243/1994 ορίζονται τα εξής: "Ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν αποζημίωσιν δια την ηθικήν βλάβη, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότης, ή κατά το άρθρον 919 του ΑΚ πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του ΑΚ, γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχη εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου (παρ.1).

Η κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του Τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών για τις Ημερήσιες Εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των Πρακτορείων Εφημερίδων και των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών για τις άλλες εφημερίδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία (παρ. 2)".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι: 1) Προσδιορίζονται μεν τα πρόσωπα, από τη δραστηριότητα των οποίων ευθύνεται αντικειμενικώς ο ιδιοκτήτης του εντύπου, δεν αποκλείεται όμως η ευθύνη του, σύμφωνα με το άρθρο 922 του ΑΚ για την αδικοπραξία και άλλων προσώπων-πλην του συντάκτη του δημοσιεύματος, του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου- τα οποία είναι ενταγμένα και τελούν ως προς αυτόν σε σχέση εξαρτήσεως, 2) Η αποτύπωση της εικόνας ενός προσώπου με φωτογράφιση και η προβολή της δημοσίως δια του τύπου είναι κατ' αρχήν παράνομη, εκτός εάν το εικονιζόμενο πρόσωπο ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, οπότε στο πλαίσιο της καθιερωμένης από το Σύνταγμα (άρθρο 14 παρ. 1, 2) ελευθερίας του τύπου αίρεται το άδικο της πράξης, με τη ρητή ή σιωπηρή έγκριση του προσώπου ή εφόσον συντρέχουν λόγοι που θεμελιώνονται στην ανάγκη προστασίας δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, δηλαδή μεγαλύτερης σπουδαιότητας από το προστατευόμενο έννομο αγαθό στη συγκεκριμένη έκφανση του δικαιώματος προσωπικότητας, 3) Ο καθορισμός από το νόμο ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως, που έχει σκοπό να διασφαλίσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες, λόγω της μεγάλης δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους, είναι σύμφωνος προς την επιταγή του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος για την "πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 261 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσείουσα-εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια του εκδιδόμενου στην ... και κυκλοφορούντος σε όλη την Επικράτεια περιοδικού με τον τίτλο ..., ενώ διευθυντής σύνταξης και εκδότης είναι ο δεύτερος και αρχισυντάκτρια είναι η τρίτη από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους.

Στο τεύχος 127 του περιοδικού αυτού, με ημεροχρονολογία κυκλοφορίας από 24 έως 30 Απριλίου 1998, στη σελίδα 12, δημοσιεύθηκε φωτογραφία της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, όπου εμφανίζεται "μαζί με δύο άλλες γυναίκες, πρώτη εξ αριστερών, καθιστή, σε στάση από την οποία φαίνεται το κάτω εσώρουχό της" και κάτω από τη φωτογραφία αναγραφόταν, με υπέρτιτλο "...", το εξής κείμενο "Δεν με νοιάζει τίποτα, δεν αισθάνομαι τίποτα, δεν καταλαβαίνω τίποτα.

Οι σοφές μαϊμούδες του ..., η Φρικώ, η Σκοταδώ και η Απελπισώ διαχωρίζουν τη θέση τους από τις κινέζες ομόλογές τους.

- Καίτη μου, σου βρίσκεται κανένα Ativan. Atarax, Xanax;

- Όχι Θεοδώρα μου, μόνο κάνα Centrax, Xarostat, Cadax, Elavil, αν θέλεις...

- Καλέ κορίτσια, αφήστε τα κουλά! Aloperidin, Lithium, Lexotanil, και Mandrax είναι η λύση - δεν βλέπετε;". Κατόπιν αξιολογεί το Εφετείο το γεγονός ως εξής: "Η πιο πάνω φωτογραφία ελήφθη κατά τη διάρκεια διαλείμματος του γυρίσματος της τηλεοπτικής εκπομπής ..., στην οποία συμμετείχε, μεταξύ άλλων και η ενάγουσα, χωρίς να ζητηθεί η συναίνεση της τελευταίας για τη δημοσίευση της φωτογραφίας.

Περαιτέρω, το κείμενο του ακολουθεί τη φωτογραφία περιέχει ένα φανταστικό διάλογο μεταξύ των εικονιζόμενων προσώπων, κατά τον οποίο φέρεται η ενάγουσα να ζητεί φαρμακευτικές ουσίες- ψυχοφάρμακα, μερικά των οποίων περιλαμβάνονται στον πίνακα ναρκωτικών ουσιών, χωρίς προηγουμένως οι εναγόμενοι να επικοινωνήσουν με την ενάγουσα και να διασταυρώσουν την πληροφορία, αν κάνει χρήση των ουσιών αυτών, στοιχειοθετείται δε, εν προκειμένη συκοφαντική δυσφήμηση αυτής.

Περαιτέρω, η προσωπικότητα της ενάγουσας προσεβλήθη παρανόμως και υπαιτίως από τις εξυβριστικές φράσεις του δημοσιεύματος ..., "μαϊμούδες", "Φρικώ, Σκοταδώ, Απελπισώ", που αναφέρονται και σ' αυτήν. Η ενάγουσα έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημοσιογραφίας του Κέντρου Σπουδών του Σωματείου ..., μαθήματα στη Σχολή Γραμματέων ...

και σεμινάρια για τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και ήταν εκδότης της εφημερίδας .... Είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου. Με το ανωτέρω δημοσίευμα χλευάζεται και εκτίθεται σε ευρύτατο κύκλο ανθρώπων, αφού εμφανίζεται ως άτομο ανήθικο και χαμηλοτάτου επιπέδου. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι προέβησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον στο άνω δημοσίευμα, για ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού, λόγω συμμετοχής της ενάγουσας, σε αμφιβόλου ποιότητας εκπομπή, με τον τίτλο ..., είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι οι πιο πάνω εκφράσεις χρησιμοποιήθηκαν με σαφή πρόθεση να μειωθεί η ηθική αξία και η κοινωνική υπόληψη της ενάγουσας, ενώ ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ηπιότερες εκφράσεις, προκειμένου να διατυπωθούν αποδοκιμαστικές σκέψεις για την ενάγουσα, στα πλαίσια του δημοσιογραφικού καθήκοντος και της κριτικής.

Έτσι αυτή υπέστη μεγάλη ηθική βλάβη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε τον άνω ισχυρισμό των εναγομένων, ορθώς εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιόν του αποδείξεις και πρέπει ο τρίτος λόγος της αντέφεσης των εναγομένων, με τον οποίον υποστηρίζουν τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στην προσβολή της προσωπικότητάς της, καθ' όσον, αν και μορφωμένη και μητέρα ανήλικου τέκνου, συμμετείχε σε εκπομπή χαμηλού πνευματικού επιπέδου και δεν είχε φροντίσει να κάθεται σε στάση, ώστε να μη φαίνεται το εσώρουχό της, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος αφού τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, ενώ η φωτογραφία ελήφθη κατά τη διάρκεια διαλείμματος της άνω τηλεοπτικής εκπομπής και χωρίς να ληφθεί ης συναίνεση της ενάγουσας για τη δημοσίευσή της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο τον άνω ισχυρισμό, ορθώς τον Νόμο εφήρμοσε και πρέπει ο τέταρτος λόγος της αντέφεσης των εναγομένων, με τον οποίο υποστηρίζουν τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από την προαναφερθείσα προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και την ηθική βλάβη που υπέστη αυτή, δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης το ύψος της οποίας, ανέρχεται στο κατώτατο από τον νόμο οριζόμενο, των 29.347,02 ευρώ (10.000.000 δρχ), λαμβανομένων υπ' όψιν του είδους της προσβολής, της έντασης του δόλου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της βλάβης που επήλθε στην ενάγουσα." Στη συνέχεια το Εφετείο κάνοντας δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης ποσό 6.000 ευρώ και επιδίκασε ποσό 29.347,02 ευρώ.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 14 παρ. 1 του Συντ. 1 του ν. 1178/1981 που εφήρμοσε και εκείνες των άρθρων 367 παρ. 2 ΠΚ και 300 ΑΚ που δεν εφήρμοσε, καθ' όσον στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός του αναφέρονται :

α) Η χωρίς συναίνεση της αναιρεσίβλητης με σκωπτικούς χαρακτηρισμούς δημοσίευση της φωτογραφίας της, σε θέση όπου φαινόταν το κάτω εσώρουχό της και η παράθεση επικριτικών σχολιασμών για τη χαμηλή ποιότητα της τηλεοπτικής εκπομπής που παρουσίαζε με τις δύο άλλες συναπεικονιζόμενες συναδέλφους της, όπως και φανταστικού διαλόγου μεταξύ αυτών για ψυχοφάρμακα, ορισμένα από τα οποία περιείχαν ναρκωτικές ουσίες.

β) Η υπαιτιότητα της τρίτης αναιρεσείουσας για το ως άνω δημοσίευμα στο εβδομαδιαίο περιοδικό ..., το οποίο εκδίδεται στην ... και κυκλοφορεί σε όλη την επικράτεια και η ιδιότητα του δευτέρου και της πρώτης από τους αναιρεσιβλήτους ως διευθυντή και ιδιοκτήτριας αντιστοίχως του εν λόγω περιοδικού. γ) Η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης με το ως άνω δημοσίευμα.

Επομένως οι δύο πρώτοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα (δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος), που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα (και αποτελούντα "πράγμα") ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996).

Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, διέλαβε στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός του, ότι η φωτογράφηση της αναιρεσίβλητης συντελέσθηκε χωρίς συναίνεσή της. Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., κατά το οικείο μέρος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για συναίνεση της αναιρεσίβλητης στη λήψη της φωτογραφίας της, είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται στην αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστον δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.

ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα (Ολ.

Α.Π. 6/2009).

Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες με τον τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως, ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 59, 932 ΑΚ και άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/1981 σε συνδυασμό με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όσον αφορά το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως της αναιρεσίβλητης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται ευθέως από το δικαστήριο της ουσίας κατά τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλόμενης κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2008 αίτηση για αναίρεση της 577/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ