Legislator Case Law & Legislation
1609/2007 AI generated

1609/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1609/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργά.

Legislator headnote

AI generated

1609/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίες αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο διάδικο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία των απολιπομένων αναιρεσίβλητων (άρθρο 576 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1609 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1609/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Γεώργιο Πετράκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργά.

Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 , 2. Ψ2 , 3. Ψ3, 4. Ψ4 , 5. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανικολάου, η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Αγκιναροσταχάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., η 6η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ενώ οι λοιπές αναιρεσίβλητες (2η, 3η και 4η) δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 19/25-5-2001 και 32/8-8-2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 156/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε η εκδίκαση των ως άνω αγωγών στο αρμόδιο καθ΄ύλην Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, όπου είχαν επίσης κατατεθεί οι με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 1303/Εγα79/5-4-2001, 2454/Εγα/8-8-2001 και 1527/Εγα/106/3-5-2001 αγωγές. Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την 81/2003 οριστική του απόφαση συνεκδικάζοντας όλες τις ως άνω αγωγές. Κατόπιν μετά από άσκηση έφεσης εκδόθηκε η 501/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 6 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1249/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 26 Σεπτεμβρίου 2006 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 2ης, 3ης και 4ης εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μαρκάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα .... και ..... εκθέσεις εκδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου ..... και την .... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 26.3.2006 αιτήσεως του αναιρεσείοντος για τον προσδιορισμό δικασίμου με την πράξη ορισμού δικασίμου για την οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή, επιδόθηκαν, με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων Ψ2, Ψ3 και Ψ4 αντίστοιχα.

Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίες αυτές δεν εμφανίσθηκαν κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο διάδικο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία των απολιπομένων αναιρεσίβλητων (άρθρο 576 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενος το έγγραφο αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Αντίθετα ο άνω λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πραγματικά είναι, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμώντας το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με το οποίο ασφαλίσθηκε το με αριθμό ....

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, με το να δεχθεί ότι "στον 1ο όρο αυτού ορίζεται ότι το παρόν ασφαλιστήριο συμβόλαιο διέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας του κατ' εφαρμογή του ν.δ. 400/1970 εγκεκριμένου τιμολογίου ασφαλίστρων αυτοκινήτων, καθώς και από τους ενιαίους όρους συμβολαίων αυτοκινήτων τους διαλαμβανόμενους στο ΦΕΚ 795/8.4.1978, ενώ στο άρθρο 5 του ασφαλιστηρίου ορίζεται ότι ο ασφαλιζόμενος τελεί σε γνώση και αποδέχεται τους ενιαίους όρους ασφάλισης αυτοκινήτων (ΦΕΚ 795/8.4.1978), καθώς και τους όρους του εγκεκριμένου τιμολογίου, αντίγραφα των οποίων τέθηκαν στη διάθεσή του", περαιτέρω δε ότι "στο πιο πάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο γίνεται ευθεία και σαφής παραπομπή στους ενιαίους γενικούς όρους ασφάλισης αυτοκινήτου του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ που ορίζει ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προξενούνται κατά τον χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών κατά τον χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών" και τέλος ότι η ασφαλιστική εταιρία χορήγησε στον αναιρεσείοντα "αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συνεπώς αυτός έλαβε γνώση των αναφερομένων σ' αυτό περιοριστικών όρων της ασφαλιστικής καλύψεως και εφ' όσον δεν τους απέκρουσε, τους αποδέχθηκε σιωπηρώς και έτσι απέκτησαν συμβατική ισχύ", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω ασφαλιστηρίου, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα, σ' αυτό πουθενά δεν αναφέρονται όροι περιοριστικοί της ευθύνης του ασφαλιστή, ούτε αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε ως όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως το περιεχόμενο του άρθρου 25 παρ. 8 της υπ' αριθμ.

Κ4/585/8.4.1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου η οποία έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 795/8-4-1978, ούτε επειδή η εν λόγω υπουργική απόφαση διέπει γενικώς τη σύμβαση ασφαλίσεως σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος όρος έχει καταστεί περιεχόμενο της συγκεκριμένης ασφαλιστικής σύμβασης, περαιτέρω δε δεν αναφέρεται στο συμβόλαιο το ΦΕΚ, στο οποίο έγινε η δημοσίευση της άνω υπουργικής απόφασης, ούτε γίνεται μνεία του άρθρου 25 παρ. 8 αυτής ή ευθεία και σαφής παραπομπή σ' αυτό, ούτε αναφέρεται το παραμικρό περί περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, ενώ, εξάλλου, στο άρθρο 5 του ασφαλιστηρίου αναφέρεται μόνο ότι "ο ασφαλιζόμενος/λήπτης της ασφάλισης δηλώνει και αποδέχεται με το παρόν, το οποίο επέχει θέση γωνστοποιήσεως του άρθρου 11 Ν. 489/76 ότι η ασφάλιση του ανωτέρω αυτοκινήτου λήγει την ημερομηνία που αναφέρεται παραπάνω ως λήξη του συμβολαίου.

Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκτιμώντας το έγγραφο με την επιγραφή "αίτηση ασφαλίσεως", το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε η 5η αναιρεσίβλητη, με το να δεχθεί ότι αυτό "αποτελεί πρόταση του Χ1 για σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως του εν λόγω αυτοκινήτου με την οποία υπογράφει και αποδέχεται τους γενικούς όρους ασφάλισης.

Η διάταξη αυτή επομένως αναμφίβολα αποτέλεσε περιεχόμενο της ένδικης συμβάσεως μικτής ασφαλίσεως και όρο αυτής κατά συμφωνία των συμβληθέντων περί απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρίας", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, διότι, όπως εκτίθεται, πουθενά δεν αναφέρονται σ' αυτό όροι περιοριστικοί της ευθύνης του ασφαλιστή, ούτε αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων αντισυμβαλλόμενος της ασφαλιστικής εταιρίας αποδέχθηκε ως όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως το περιεχόμενο του άρθρου 25 παρ. 8 της υπ' αριθμ.

Κ4/585/8.4.1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου η οποία έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 795/8.4.1978. Και αναφέρεται μεν στην πρώτη σελίδα του εν λόγω εντύπου ότι "έλαβα γνώση και αποδέχομαι τους όρους που περιγράφονται στην πίσω σελίδα πλην στην πίσω σελίδα δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι όροι αλλά μνημονεύεται γενικά το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη σύμβαση ασφαλίσεως.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Και τούτο γιατί από την επισκόπηση των άνω εγγράφων, στα οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων, στο πρώτο ότι το ασφαλιστήριο διέπεται μεταξύ άλλων από τις διατάξεις της Κ4/585/8.4.1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (άρθρ. 1) και ότι ο ασφαλιζόμενος/λήπτης της ασφάλισης τελεί εν γνώσει και αποδέχεται τους όρους ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτων....αντίγραφα των οποίων παρέλαβε (άρθρ. 3) και στο δεύτερο ότι ο αιτών την ασφάλιση έλαβε γνώση και αποδέχεται τους όρους που περιγράφονται στην πίσω σελίδα αυτού, μεταξύ των οποίων και ότι το ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί θα διέπεται και από τις διατάξεις της υπ' αριθμ.

Κ4/585/8.4.1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, προκύπτει ότι το Εφετείο ανεξάρτητα από τις κάποιες λεκτικές και αριθμητικές παραδρομές, με ορθή ανάγνωση του περιεχομένου των άνω εγγράφων, ενόψει και των όσων κατωτέρω εκτίθενται περί της σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης και της συνομολόγησης των όρων αυτής, κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμά του.

ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ, 1 επ. του ν. 2496/1997 "ασφαλιστική σύμβαση κλπ" και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" προκύπτει ότι η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία υποδηλώνεται με την κατάρτιση και παράδοση ή αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνη η υπογραφή του ασφαλιστή.

Με τη σύμβαση ασφάλισης μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται η κάλυψη ζημιών από τον ασφαλιστή που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, που δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή της υποχρέωσης να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σ' αυτόν δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως, είτε και με την παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου ή στο ΦΕΚ που αυτή έχει δημοσιευθεί (ΦΕΚ 795/8.4.1978 Τ.

ΑΕ και ΕΠΕ) δια της οποίας παραπομπής η εν λόγω υπουργική απόφαση, στο άρθρο 25 παρ. 8 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ αποκτά συμβατικό χαρακτήρα.

Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου από τους κατά τ' ανωτέρω ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και απ' αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρά. Αυτό δύναται να συμβεί με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, την καταβολή του ασφαλίστρου, την επικόλληση στο παρ - μπριζ του αυτοκινήτου του ειδικού σήματος που παραδίδει ο ασφαλιστής στον αντισυμβαλλόμενο, τη δήλωση του επιγενόμενου ατυχήματος κλπ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτός όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, δέχθηκε περαιτέρω και το εξής: "Ο ασφαλιζόμενος Χ1 είχε παραλάβει αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου....μαζί με το ειδικό σήμα και την απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων αμέσως μετά την έκδοσή του και είχε αποδεχθεί αυτό....όπως και τους όρους του και εντεύθεν είχε συνομολογήσει εγκύρως και τον όρο περί του αποκλεισμού της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΕΓΑ σε περίπτωση οδήγησης του ασφαλισμένου αυτοκινήτου κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου από πρόσωπο που τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όπως έγινε και στο ένδικο ατύχημα κατά το οποίο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του σχετικού ελέγχου, στο αίμα του οδηγού Χ1 ανιχνεύθηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,52 mg ανά 100 ml, δηλαδή κατά πολύ ανώτερο που οριζομένου ορίου.

Στο πιο πάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο γίνεται ευθεία και σαφής παραπομπή στους ενιαίους γενικούς όρους ασφάλισης αυτοκινήτου του άρθρου 28 παρ. 8 (προδήλως 25 παρ. 8) της Κ4/585/1978 ΑΥΕ που ορίζει ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προξενούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, σε σχέση με την δεσμευτικότητα για τον αναιρεσείοντα του συγκεκριμένου όρου του άνω ασφαλιστηρίου, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες περί του ουσιώδους αυτού ζητήματος για την έκβαση της δίκης, όσα δε αντιθέτως υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται δι' αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

V. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Ειδικότερα αν ο αναιρεσείων υπήρξε εναγόμενος και η κατ' αυτού αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή πρέπει να αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης εκτός αν αυτός γεννήθηκε μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 527 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά τα έτερα μέρη του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι ο όρος περί απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρίας σε περίπτωση μέθης του οδηγού αποτελεί γενικό όρο της σύμβασης ασφαλίσεως, η οποία κατά τον αναιρεσείοντα ως υποχρεωτική καταρτίζεται ως σύμβαση προσχωρήσεως, υπέπεσε στις πλημμέλειες:

α) του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, όπως ο αναιρεσείων κατά τα εκτιθέμενα εξέθεσε δια μακρών στην έφεσή του και στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 2 ν. 2251/1994 που διέπουν και τις ασφαλιστικές συμβάσεις ασφαλίσεως και να κρίνει μη συμφωνημένη άλλως καταχρηστική και άκυρη την περί απαλλαγής του ασφαλιστή σε περίπτωση μέθης του οδηγού ρήτρα, αφού 1) ο ασφαλιστής δεν υπέδειξε στον ασφαλισμένο την ύπαρξη του συγκεκριμένου αυτού όρου και δεν του παρέσχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση αυτού,

ΙΙ) ο όρος αυτός δεν είναι εκτυπωμένος ευανάγνωστα σε εμφανές μέρος του ίδιου του εγγράφου της συμβάσεως ασφαλίσεως,

ΙΙΙ) ο ίδιος όρος διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του ασφαλισμένου, IV) περιορίζει τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες του ασφαλιστή, V) αποκλείει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, εν πάση περιπτώσει περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη του ασφαλιστή και VΙ) δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και εν πάση περιπτώσει, ο ασφαλισμένος δεδομένης της υποχρεώσεως ασφαλίσεως που έχει (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 489/1976) δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό του, β) του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, διότι αφενός παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφετέρου μη εφαρμόζοντας τις άνω διατάξεις παρέλειψε να κηρύξει άκυρη ως καταχρηστική τη σχετική ρήτρα.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 59 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως για το λόγο ότι στην προκειμένη περίπτωση ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτου, υποκειμένης συμφωνίας μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου περί δεσμεύσεως των συμβληθέντων από τη ρήτρα απαλλαγής του ασφαλιστή σε περίπτωση μέθης του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αφού η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκίνητα ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ν. 489/1976 και την Κ4/585/1978 ΑΥΕ.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, πέραν του ότι κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τα άρθρα 559 αρ. 14 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, γιατί η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται σε ακυρότητες από το δικονομικό και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο όπως στην προκειμένη περίπτωση, είναι ως προς όλα τα παραπάνω μέρη του αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τον περί ακυρότητας, άλλως καταχρηστικότητας της σχετικής ρήτρας λόγο είχε προτείνει νομίμως στο εφετείο, είτε γιατί τον είχε προτείνει και πρωτοδίκως, είτε γιατί συνέτρεχαν γι' αυτόν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ.

V. Από τον σκοπό του ν. 2496/1997 που έγκειται κυρίως στη ρύθμιση των προαιρετικών συμβάσεων ασφαλίσεως, από τις ρυθμίσεις δε αυτού που αφορούν την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, εξαιρείται η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων (άρθρ. 26 παρ. 6 αυτού), συνάγεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 αυτού που αναφέρονται μεταξύ άλλων στον τρόπο διατύπωσης και ένταξης των γενικών ή ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου και τις προϋποθέσεις της δεσμευτικότητάς τους, καθώς και εκείνης του άρθρου 13 παρ. 3 αυτού που αναφέρεται στις εξαιρέσεις κάλυψης επί ασφαλίσεων ζημιών, δεν έχουν εφαρμογή στην ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, λόγω της διαφορετικότητας των συμφερόντων του ασφαλισμένου στην περίπτωση αυτή και γιατί δεν αρμόζουν στη νομοθετικά προκαθορισμένη ελάχιστη κάλυψη την οποία ο ασφαλιστής παρέχει στον εν λόγω ασφαλισμένο.

Ενόψει αυτού ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που δι' αυτού αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχθεί ότι η άνω περί απαλλαγής του ασφαλιστή ρήτρα ως γενικός όρος των ασφαλιστικών συμβάσεων "αναμφίβολα αποτέλεσε περιεχόμενο της ένδικης συμβάσεως μικτής ασφαλίσεως και όρο αυτής κατά συμφωνία των συμβαλλομένων", 1) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4, 5 και 8 και 13 παρ. 3 του ν. 2496/1997, 2) στέρησε εαυτή νόμιμης βάσης διότι δεν αναφέρει ότι συνέτρεξαν όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ο νόμος αξιώνει (άρθρ. 2 παρ. 4 και 13 παρ. 3 ν. 2496/1997) για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που δέχθηκε ως επελθούσα (δηλαδή για τη σύναψη συμφωνίας περί απαλλαγής του ασφαλιστή από την ευθύνη του σε περίπτωση μέθης του οδηγού), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 2496/1997, αναφέρονται στην προαιρετική ασφάλιση και δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της υποχρεωτικής ασφάλισης ευθύνης του ν. 489/1976 και της Κ4/985/1974 ΑΥΕ.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην άνω απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που προτάθηκε με λόγο έφεσης και με τις προτάσεις του στο Εφετείο, ότι ο όρος περί απαλλαγής της πέμπτης αναιρεσίβλητης από την ευθύνη της έναντι του αναιρεσείοντος σε περίπτωση μέθης του οδηγού, δεν είχε καταστεί συμβατικός όρος της συγκεκριμένης μεταξύ των διαδίκων αυτών ασφαλιστικής σύμβασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VI. Από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και η οποία έχει εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στην άνω ειδική διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ούτε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 393 ΚΠολΔ, για το ανεπίτρεπτο της μαρτυρικής αποδείξεως συμβάσεων αντικειμένου άνω των 5.900 Ευρώ. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 11 και 12 ΚΠολΔ με το να λάβει υπόψη για την απόδειξη του περιεχομένου της άνω ασφαλιστικής σύμβασης, αντικειμένου 484.225,90 Ευρώ (165.000.000 δρχ.) την κατάθεση μάρτυρα, χωρίς μάλιστα να δεχθεί ότι συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 394 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

VII. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο μολονότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του επελθόντος ατυχήματος αλλά μόνο συνυπαίτιος κατά 75% και έπρεπε εντεύθεν, κατά τον αναιρεσείοντα, να δεχθεί ότι δεν συντρέχει λόγος απαλλαγής της πέμπτης αναιρεσίβλητης από την έναντι αυτού ευθύνη της, εν τούτοις και παρά το γεγονός ότι ο κίνδυνος θα επερχόταν ούτως ή άλλως συνεπεία της συνυπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου, έστω και αν ο αναιρεσείων δεν οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, έκρινε χωρίς καμία αιτιολογία ότι η πέμπτη αναιρεσίβλητη απαλλάσσεται της ευθύνης της έναντι του αναιρεσείοντος λόγω μέθης αυτού, έτσι δε, αφενός παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης (κατά την αληθή έννοια της οποίας, κατά τον αναιρεσείοντα, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της ευθύνης του έναντι του ασφαλισμένου, μόνο όταν η μέθη του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου υπήρξε το αποκλειστικό αίτιο του επελθόντος ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 200 ΑΚ, αφετέρου στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και εκ τρίτου δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στη δίκη, ήτοι τον παραπάνω ισχυρισμό τον οποίο ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο με το δικόγραφο της έφεσης και με τις αντίστοιχες προτάσεις του.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, περιέχει αιτιολογία σε σχέση με την έλλειψη ευθύνης έναντι του αναιρεσείοντος της πέμπτης αναιρεσίβλητης, δεχόμενη συγκεκριμένα ότι "ο οδηγός του με αριθμ.

κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. οχήματος (αναιρεσείων) τελούσε σε κατάσταση μέθης...η μέθη του δε αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα, αφού αυτή μείωσε την ικανότητά του προς οδήγηση και δη την ικανότητά του προς αντίληψη και προσοχή με αποτέλεσμα να παραβεί τη διάταξη του άρθρου 8α ΚΟΚ και να μην ελέγξει επαρκώς την οδό στην οποία εισήλθε και να ανακόψει την πορεία του κινουμένου σε αυτή οχήματος του Ψ1.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προσάπτει στην άνω απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι το Εφετείο με όσα ανωτέρω δέχθηκε το μεν εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της άνω υπουργικής απόφασης και αυτή του άρθρου 361 ΑΚ, ούτε εκείνη του άρθρου 200 ΑΚ στην εφαρμογή της οποίας δεν ήταν αναγκαίο να καταφύγει, το δε έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.

VIII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο, πέραν από τον καθορισμό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και του νομικού σφάλματος του δικαστηρίου, να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή άλλου αυτοτελούς ισχυρισμού.

Η έκθεση στο αναιρετήριο των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς ώστε ν' αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης, από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑπ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι δεχόμενο το Εφετείο υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα κατά 75% (και του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά 25%) επειδή το όχημά του εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, του οποίου ανέκοψε την πορεία, το ότι δε αυτό συνέβη "καταδεικνύεται πρωτίστως από τα βλαβέντα μέρη των αυτοκινήτων που είναι κυρίως το εμπρόσθιο αριστερό για το με αριθμ.

κυκλοφορίας ...... (HONDA και κυρίως το οπίσθιο δεξιό για το με αριθμ. κυκλοφορίας ..... (MERCEDES) Ι.Χ.Ε., αντίστοιχα", στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.,επειδή τα άνω περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν στηρίζουν την περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος κατά 75% και του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά 25% παραδοχή του.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος δεδομένου ότι στο αναιρετήριο εκτίθενται αποσπασματικά και όχι με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να στηρίξει της περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στο άνω ατύχημα κρίση του, εκ της τοιαύτης δε έκθεσης δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που υπό την επίκληση της άνω διάταξης του ΚΠολΔ, πλήττει την περί του βαθμού, της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα, κρίση του Εφετείου, η οποία αφορά εκτίμηση πραγμάτων, είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδκετος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

IX. Από την ΑΚ 914 προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας σε βάρος άλλου ο υπεύθυνος βαρύνεται με την αποκατάσταση της ζημίας του παθόντος, η οποία αιτιωδώς συνδέεται με το ζημιογόνο γεγονός. Στη ζημία αυτή περιλαμβάνεται κατ' αρχήν, εφόσον καταλαμβάνεται από το προστατευτικό πεδίο της ΑΚ 914, και η δαπάνη στην οποία εκουσίως υποβάλλεται ο παθών για την επιδίωξη των αστικών αξιώσεων κατά του υπεύθυνου, όπως είναι τα πριν και διαρκούσης της δίκης δικαστικά και εκτός δίκης έξοδα.

Όμως η άσκηση της ουσιαστικού δικαίου αξιώσεως για την επιδίωξη τέτοιων δικαστικών και λοιπών συναφών εξόδων υποχωρεί στο μέτρο που μπορεί να ασκηθεί μια δικονομικού δικαίου αξίωση όπως είναι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178, 181, 182, 184 και 189 του ΚΠολΔ. Υπό την αντίθετη εκδοχή στο πεδίο της αδικοπρακτικής ζημίας θα ετίθεντο εκποδών οι περί δικαστικής δαπάνης διατάξεις του ΚΠολΔ οι οποίες ειδικώς ρυθμίζουν το ζήτημα κατ' αποκλεισμό άλλων διατάξεων που θα μπορούσαν να στηρίξουν ανάλογο αίτημα.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος με την ένδικη αγωγή του ότι η κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο σύγκρουση του υπ' αυτού οδηγούμενου με αριθμ. κυκλοφορίας .... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του, το οποίο είχε ασφαλίσει στην πέμπτη αναιρεσίβλητη και για την κάλυψη ίδιων ζημιών και μέτρων νομικής προστασίας, με το με αριθμ.

κυκλοφορίας ......Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που ήταν ασφαλισμένο στην έκτη εξ αυτών, οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού αυτού πρώτου αναιρεσιβλήτου και ότι συνεπεία του τροχαίου αυτού ατυχήματος ο αναιρεσείων χρειάσθηκε να καταφύγει σε δικηγόρο, στον οποίο κατέβαλε και θα καταβάλει συνολικά 790.000 δρχ., ήτοι:

α) για την συμπαράσταση και συμβουλή κατά την ημέρα του ατυχήματος κατά την οποία ο ενάγων (αναιρεσείων) συνελήφθη και κρατήθηκε με τη διαδικασία των επ' αυτοφώρω διωκομένων πλημμελημάτων, δρχ. 100.000, β) για τη λήψη αντιγράφων της ποινικής δικογραφίας προς ενημέρωσή του, δρχ. 40.000, γ) για την άσκηση της (ένδικης) αγωγής (αμοιβή 2% επί του ζητουμένου κεφαλαίου και έξοδα κατά προσέγγιση) δρχ. 300.000, δ) για τις προτάσεις προς στήριξη της αγωγής (αμοιβή 1% επί του ζητουμέν ου κεφαλαίου και έξοδα κατά προσέγγιση) δρχ. 100.000, ε) για τις προτάσεις προς απόκρουση της αντίθετης αγωγής του ιδιοκτήτη και των επιβατών του ζημιογόνου αυτοκινήτου (αμοιβή 2% επί του ζητουμένου κεφαλαίου δρχ. 4.600.000 και έξοδα κατά προσέγγιση) δρχ. 100.000, στ) για παράσταση και έξοδα μετακινήσεως κατά τη συζήτηση των αγωγών, δρχ. 50.000 και ζ) για λοιπές εργασίες προετοιμασίας της δίκης κατ' αποκοπή δρχ. 50.000, ζήτησε να υποχρεωθούν οι άνω αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν το ανωτέρω συνολικό ποσό, οι μεν πρώτος, δεύτερη και έκτη βάσει των διατάξεων του ΑΚ, του ν.

ΓΠΝ/1911 και των νόμων για την υποχρεωτική ασφάλιση των αυτοκινήτων, η δε πέμπτη αναιρεσίβλητη βάσει της μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος σύμβασης ασφαλίσεως για την κάλυψη ίδιων ζημιών του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και ζημιών από τη λήψη μέτρων νομικής προστασίας του ασφαλισμένου. ΄Όπως προεκτέθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας, τα αξιούμενο κονδύλια δεν μπορούν να αποτελέσουν κονδύλια των δικαστικών εξόδων, ούτε και με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αλλ' η ικανοποίηση αυτών επιτυγχάνεται με βάση τις διατάξεις του ΚΠολΔ για τα δικαστικά έξοδα.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή για τα παραπάνω κονδύλιά της ως μη νόμιμη. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, δεν έσφαλε και ο τ' αντίθετα υποστηρίζων, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Χ. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων στον αναιρεσείοντα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-1-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 501/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ για καθένα από τους παραστάντες αναιρεσίβλητους Ψ1 ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ και ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Γ.Α.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ