Supreme Court dismisses appeal against bank promotion decision, ruling procedural defects were waived by prior rejection of the claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding his promotion to a higher rank at the Bank of Piraeus. The appellant argued that the lower court erred in rejecting his claim based on missing professional qualifications and failed to address specific objections regarding the bank's internal rules. The court rejected these arguments, holding that the primary basis for the appeal—the rejection of the initial claim—was never carried forward to the appellate stage, rendering the procedural complaints inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 8 of Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a procedural defect is inadmissible if the factual basis for the claim was previously rejected and not carried forward to the appellate proceedings, and an appeal based on a failure to consider an objection is inadmissible if the objection was rejected by the lower court and thus does not constitute a 'thing' under the relevant statute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1609 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1609/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Δημήτριο Δρεπανόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσης ως καθολικής και ειδικής διαδόχου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ-(ΕΤΒΑ ΑΕ)-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7010/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/1/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 31/3/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 4 ου ΝΔ 4366/1964 «περί ιδρύσεως Ελληνικής Τραπέζης Βιομηχανικής Αναπτύξεως» η οποία σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ. 2 αυτού αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, «τα της οργανώσεως, λειτουργίας και εργασιών της ΕΤΒΑ, τα της προσλήψεως, προσόντων, βαθμολογίας και μισθολογικών εξελίξεως του Προσωπικού θα καθορισθώσι δι' εσωτερικών κανονισμών, συντασσομένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΒΑ, εγκρινομένων δι' αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Βιομηχανίας και δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως».
Περαιτέρω όπως προκύπτει από το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. γ' του Κανονισμού της εναγόμενης Τράπεζας (ΕΤΒΑ), που εγκρίθηκε με την από 19-7-1965 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Βιομηχανίας και ο οποίος, δεδομένου ότι εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος άρθρου 5 παρ. 4 του άνω ΝΔ/τος και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, έχει ισχύ νόμου οι δικηγόροι αυτής διέπονται από τον Κανονισμό Σύνθεσης, Λειτουργίας και Αρμοδιότητας του Δικαστικού αυτής και από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, ως προς την σχέση που αφορά την προσφορά των υπηρεσιών τους στην Τράπεζα.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 201 Α.Κ. αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση) τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ. η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ. είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή όταν κρίνεται από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος, λογίζεται σύμφωνα με το 207 Α.Κ.
ότι πληρώθηκε από τότε που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει δέχθηκε τα εξής : Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2, 3 και 4 του Κανονισμού Σύνθεσης Λειτουργίας και Αρμοδιότητας του Δικαστικού της ΕΤΒΑ, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς, που εγκρίθηκε με τη 69/23-5-1985 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της και τροποποιήθηκε με τις 76/24-10-1985, 164/23-3-1989 και 241/10-10-1991 αποφάσεις αυτού και ο οποίος ως μη εγκριθείς με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού και μη δημοσιευθείς στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, έχει συμβατική ισχύ, προκειμένου να προαχθεί δικηγόρος της Τράπεζας στον 5ο, 4ο, 3ο και 2ο βαθμό, πρέπει να υπάρχει κενή οργανική θέση στους άνω βαθμούς, να έχει ο δικηγόρος συμπληρώσει πραγματική ευδόκιμη υπηρεσία τουλάχιστον 2 1/2 ετών στον προηγούμενο βαθμό και να έχει τα απαιτούμενα προσόντα για την ανώτερη βαθμίδα.
Για την προαγωγή στους ως άνω βαθμούς ερευνάται αν ο δικηγόρος κατά το χειρισμό υποθέσεων που του ανατέθηκαν επέδειξε εξαιρετική επίδοση, ικανότητα, επιστημονική επάρκεια και φιλέργια (παρ. 2). Κατά μήνα Ιανουάριο κάθε έτους, οι προϊστάμενοι των υποδιευθύνσεων υποβάλλουν στο Διοικητή ετήσια έκθεση για κάθε δικηγόρο, που αναφέρεται στις υποθέσεις που διεκπεραίωσε, στη σπουδαιότητα αυτών, στην απόδοση του δικηγόρου και στην επιστημονική του επάρκεια.
Η έκθεση αυτή υποβάλλεται δια του Νομικού Συμβούλου (παρ. 3), η δε προαγωγή του δικηγόρου γίνεται με πράξη του Διοικητή, μετά από πρόταση του Νομικού Συμβούλου (παρ. 4). Έτσι θεσπίζεται δικαίωμα προαγωγής του προσληφθέντος δικηγόρου κατ΄ άρθρο 4 του ως άνω Κανονισμού Δικαστικού της Τράπεζας και αντίστοιχη υποχρέωση αυτής που πηγάζει από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση και το κανονισμό ο οποίος τη συμπληρώνει.
Τέλος η απονομή VALEUR βαθμού, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 εδ. γ΄ του Κανονισμού Υπηρεσίας των υπαλλήλων της εναγόμενης, από ορισμένο προγενέστερο χρόνο δεν αποτελεί αφετηρία έκτοτε κτήσης του βαθμού ούτε άσκησης των καθηκόντων του, αλλά έχει τα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό οικονομικά αποτελέσματα.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη Τράπεζα την 1-3-1975 με σύμβαση εμμίσθου εντολής μερικής απασχόλησης προκειμένου να προσφέρει στο εις ....υποκατάστημα αυτής τις υπηρεσίες του υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου. Η ως άνω σύμβαση εμμίσθου εντολής μερικής απασχόλησης μετετράπη από 15-10-1981 σε τοιαύτη πλήρους απασχόλησης και ο ενάγων εντάχθηκε στο 10ο βαθμό της ιεραρχίας των δικηγόρων της εναγόμενης, όπου και εξακολουθεί να υπηρετεί, με τον 3ο βαθμό πλέον της άνω ιεραρχίας, στο οποίο προήχθη στις 9-5-1996.
Ως χρόνος δε επέλευσης των οικονομικών αποτελεσμάτων (VALEUR) της εν λόγω προαγωγής του ενάγοντα ορίστηκε η 15-4-1995. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις των δικηγόρων της εναγόμενης της 8-12-1998 από τον 3ο στον 2ο βαθμό της ιεραρχίας αυτών, η Διοίκηση αυτής με την υπ΄αριθμ. 683/8/12/1998 πράξη της προήγαγε (εκτός οργανικής θέσης) τον προτεινόμενο από τον ενάγοντα προς σύγκριση ομοιόβαθμό συνάδελφό του ..., ενώ παρέλειψε να προαγάγει αυτόν.
Ο ανωτέρω προαχθείς τυγχάνει δικηγόρος από 2-3-1979 και υπό αυτή την ιδιότητά του προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη με σύμβαση έμμισθης εντολής πλήρους απασχόλησης από 11-10-1983, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, έχει δε προαχθεί σε δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, πλην όμως ουδείς των διαδίκων επικαλείται, ούτε και προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η ημεροχρονολογία κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός τούτο.
Επίσης ούτε επικαλούνται οι διάδικοι αλλά ούτε και προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ο χρόνος προαγωγής του συγκρινόμενου δικηγόρου στον 3ο βαθμό της ιεραρχίας των δικηγόρων της εναγόμενης. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο ενάγων είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διορίστηκε ως δικηγόρος στις 25-1-1969, ενώ από 8-1-1981 προήχθη σε δικηγόρο στον Άρειο Πάγο.
Περαιτέρω κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στην εναγόμενη παρακολούθησε ένα σεμινάριο Χρηματοοικονομικών Προϊόντων και από 28-11-1994 τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος του Δικαστικού Τμήματος του υποκαταστήματος ..... Άλλα τυπικά ή ουσιαστικά προσόντα ούτε επικαλούνται οι διάδικοι αλλά ούτε και αποδεικνύεται ότι έχουν τόσο ο ενάγων όσο και ο προτεινόμενος υπ' αυτού προς σύγκριση ως άνω συνάδελφός του .....
Από την σύγκριση των προσόντων του ενάγοντα με εκείνα του προαχθέντος συναδέλφου του προκύπτει ότι ο ενάγων υπερτερεί έναντι αυτού ως προς τον χρόνο πρόσληψής του με πλήρη απασχόληση κατά δύο έτη (15-10-1981 έναντι 11-10-1983), ως προς την παρακολούθηση σεμιναρίων (ένα έναντι κανενός) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων δεδομένου ότι ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Δικαστικού Τμήματος ενώ ο συγκρινόμενος δεν άσκησε τοιαύτα καθήκοντα, ενώ παρατηρείται εικόνα ισοδυναμίας ως προς το ότι και οι δύο (ενάγων και συγκρινόμενος) έχουν προαχθεί σε δικηγόρους στον Άρειο Πάγο.
Η υπεροχή, όμως, αυτή του ενάγοντα, έστω και στο σύνολό της λαμβανόμενη υπόψη, δεν δύναται, ως αναφερόμενη σε τυπικά κυρίως προσόντα, να προσδώσει σ' αυτόν καταφανή υπεροχή έναντι του ως άνω συναδέλφου του αλλά μόνον απλή τοιαύτη. Τούτο δε διότι εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει ότι αυτός κατά τον χειρισμό των υποθέσεων που του ανατέθηκαν επέδειξε επίδοση, ικανότητα και επιστημονική επάρκεια υπέρτερες εκείνων που επέδειξε, αντίστοιχα, ο συγκρινόμενος με αυτόν συνάδελφός του, στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 15 παρ. 2, 3 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστικού της εναγόμενης, είναι απαραίτητα και ερευνώνται προκειμένου για προαγωγή στον επίμαχο 2ο βαθμό της ιεραρχίας των Δικηγόρων της, ο οποίος (2ος βαθμός) και είναι καταληκτικός για τους δικηγόρους αυτής.» Με βάση τις παραδοχές αυτές δεν υπάρχει καταφανής υπεροχή του ενάγοντα και συνεπώς η κρίση της Διοίκησης της εναγόμενης περί προαγωγής του συγκρινόμενου στον 2ο βαθμό της ιεραρχίας των δικηγόρων της, κατά παράλειψη του ενάγοντα, δεν παρίσταται ως κατάφωρα άδικη και επομένως ως παρακωλύουσα την προαγωγή αυτού εναντίον των αρχών της καλής πίστης.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε ότι ο ενάγων δεν υπερέχει καταφανώς ως προς τα εν γένει υπηρεσιακά προσόντα του προαχθέντος συναδέλφου του ....και αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντα δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρο 201, 207 Α.Κ., απ' ευθείας και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής (ή μη) εφαρμογής των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου αφού, υπό τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές, δεν προκύπτει, κατ΄ αντικειμενική κρίση, καταφανής υπεροχή του ενάγοντος ως προς τα προαναφερόμενα προσόντα συνολικώς εκτιμώμενα, κυρίως δε ως προς το ουσιαστικό προσόν του χειρισμού σοβαρών υποθέσεων τραπεζικού ενδιαφέροντος, έναντι του προαχθέντος ομοιοβάθμου του ...., εις τρόπον ώστε η παράλειψη του ενάγοντα στις ως άνω προαγωγές να παρίσταται καταφώρως άδικη και συνεπώς να λογίζεται ως πληρωθείσα η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η επίμαχη προαγωγή του.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων-ενάγων κατά τις προγενέστερες προαγωγικές κρίσεις των Δικηγόρων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της 7-8-1998, δεν είχε δικαίωμα συγκρίσεως με τους προαχθέντες συναδέλφους του ...και ...., και προαγωγής του στον επόμενο 2ο βαθμό, διότι δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας των 2 1/2 ετών στον κατεχόμενο βαθμό, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρ. 12 παρ. 3γ του κανονισμού υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και των άρθρων 201 και 207 Α.Κ.
και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού η παράλειψη του ενάγοντος κατά τις παραπάνω προαγωγικές κρίσεις (7-8-1998) που αποτελούσε την κύρια βάση της αγωγής του, απορρίφθηκε από την πρωτόδικη απόφαση και ο αναιρεσείων-ενάγων δεν άσκησε έφεση κατά της εν λόγω διατάξεως με αποτέλεσμα να μην μεταβιβασθεί η απορριφθείσα βάση της αγωγής του στο Εφετείο και να μην αποτελέσει αντικείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να προσβληθεί με λόγο αναιρέσεως.
Επειδή, ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς, πρόσθετης παρεμβάσεως, και ενδίκου μέσου. ΄Ετσι η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την προβληθείσα ενώπιόν του από τον αναιρεσείοντα ένσταση αοριστίας του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ. 9 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Θεμελιούμενος δε επί της διατάξεως του άρ. 8 του άνω άρθρου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού το επικαλούμενον ως άνω δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αλλά αρνητικόν της εφέσεως ισχυρισμόν. Πλέον δε του ότι, ως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείον έλαβε υπόψη τούτον και τον απέρριψε εκ του πράγματος δια της παραδοχής της εφέσεως ως τυπικά και ουσιαστικά βασίμου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/1/2004 αίτηση του .... για αναίρεση της 7010/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ