Legislator Case Law & Legislation
1608/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor dispute judgment, dismissing statute of limitations claim for one plaintiff.

Case Number 1608/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a labor dispute judgment, ruling that the statute of limitations had expired for one plaintiff's claim. The court found the lower court erred in rejecting this defense, thereby invalidating the award of 553.73 euros for the period from September 2008 to October 2010. Consequently, the case was remitted for a substantive ruling on the dismissal of that specific claim while costs were allocated between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 908 of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943: The statute of limitations bars claims where two years have elapsed between the accrual of the right and the filing of the lawsuit, requiring the court to dismiss such claims as time-barred.

Keywords

AI generated
statute of limitations labor dispute limitation period partial annulment civil code provisions remittal for trial state appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 904 and 908 of the Civil Code
Articles 648 and following of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 38 of Law 765/1943
Article 22 of Law 3693/1957
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 65 paragraph 1 of Law 4139/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1608 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1608/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παρασκευή Μιλήση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Μ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 2.Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 3.Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4.Α. Β. του Χ., κατοίκου ..., 5.Ε. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 6.Ά. Π. του Κ., κατοίκου ..., 7.Α. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 8.Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 9.Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., και 10. Γ. Κ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σουλτάνα Δημκόνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6116/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 27-9-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης 8981/863/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6116/10-12-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 21.12.2016 και με αριθμ. κατάθεσης 5075/2016 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 93/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 11.11.2010 και με αριθμό κατάθ. 6899/2010 αγωγή και μετά από εξαφάνιση αυτής (αποφάσεως) έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο (ΑΠ 1690/2018).

Πλουτισμό δηλαδή του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.ΑΠ 4/2021).

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 4/2021, Ολ.ΑΠ 218/1977). Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι, η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο, και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού στον οποίο εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου (Ολ.ΑΠ 4/2021).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα' Ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999, "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά".

Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' ΑΚ στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (Ολ.

ΑΠ 4/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκλυση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες [και ήδη αναιρεσίβλητοι] κατήρτισαν με το πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), [ως προς το οποίο παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής] και τις ακολούθως εκτεθείσες Υπηρεσίες Δικαστηρίων και Εισαγγελίας, νομίμως εκπροσωπούμενες από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα από 9.3.2007, 13.2.2007, 21.5.2007, 17.11.2006, 19.12.2006, 9.3.2007 και 10.5.2007, αντίστοιχα, συμφωνητικά συνεργασίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) στις Υπηρεσίες και Φορείς του δευτέρου εναγομένου - εφεσίβλητου [και ήδη αναιρεσείοντος] Ελληνικού Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στα οποία ο μεν ΟΑΕΔ συμβλήθηκε με την ιδιότητα του υπεύθυνου φορέα του προγράμματος, η δε έκαστη Υπηρεσία Δικαστηρίων και Εισαγγελίας, με την ιδιότητα του φορέα υλοποίησης του προγράμματος.

Ειδικότερα, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Λευκάδος, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τη 2η ενάγουσα, ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη την 1.3.2007 και λήξη την 15.10.2008 (με την παράταση χρόνου αδειών), καθώς και, με έναρξη την 21.1.2009 και λήξη την 21.7.2010, στον προσδιορισμό, διακίνηση δικογραφιών και μηνύσεων, την 3η ενάγουσα, ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη την 13.6.2007 και λήξη την 20.1.2009 (με την παράταση χρόνου αδειών), καθώς και, με έναρξη την 13.3.2009 και λήξη την 13.9.2010, στον προσδιορισμό, διακίνηση δικογραφιών και μηνύσεων καθώς και στην εκτέλεση ποινών, την 5η ενάγουσα, ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη την 4.12.2006 και λήξη την 30.7.2008 (με την παράταση χρόνου αδειών), καθώς και, με έναρξη την 27.5.2009 και λήξη την 31.12.2010 (με την παράταση χρόνου αδειών), στον προσδιορισμό, διακίνηση δικογραφιών και μηνύσεων.

Το Ειρηνοδικείο Λευκάδος, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την 1η ενάγουσα, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκταμήνων, με έναρξη την 12.4.2007 και λήξη την 11.10.2008, καθώς και 7.1.2009 και λήξη την 7.7.2010, για καθαρογραφή αποφάσεων του Ειρηνοδικείου, τήρηση των βιβλίων του Πταισματοδικείου και την εν γένει τακτοποίηση του αρχείου.

Το Πρωτοδικείο Λευκάδος, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τον 4° ενάγοντα, απόφοιτο Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου, για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκταμήνων, με έναρξη την 12.12.2006 και λήξη την 20.6.2008, καθώς και 22.5.2009 και λήξη την 30.11.2010 (με την παράταση χρόνου αδειών), για καθαρογραφή αποφάσεων τήρηση των βιβλίων και την εν γένει τακτοποίηση του αρχείου.

Το Πρωτοδικείο Αιγίου, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την 6η ενάγουσα, ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη την 5.2.2007 και λήξη την 7.11.2008 (με την παράταση χρόνου αδειών), καθώς και, με έναρξη την 12.1.2009 και λήξη την 11.7.2010, στο γραφείο προϊσταμένης Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και στο Τμήμα Εταιρειών και Σωματείων, και την 10η ενάγουσα, ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκτάμηνων, με έναρξη την 6.6.2007 και λήξη την 5.11.2008 (με την παράταση χρόνου αδειών), καθώς και, με έναρξη την 3.3.2009 και λήξη την 2.9.2010, στο Ποινικό Τμήμα, δημοσίευση αποφάσεων, καταχώρηση στα οικεία βιβλία, σύνταξη δελτίων ποινικών μητρώου και στατιστικών στοιχείων.

Το Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την 7η ενάγουσα, απόφοιτο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκταμήνων, με έναρξη την 10.4.2007 και λήξη την 9.10.2008, καθώς και 12.1.2009 και λήξη την 11.7.2010, για καθαρογραφή αποφάσεων και τήρηση του αρχείου, εξυπηρέτηση κοινού και δικηγόρων.

Το Πταισματοδικείο Αιγιαλείας, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την 8η ενάγουσα, ως απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) και τεχνολογικής εκπαίδευσης (ΤΕ), για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκταμήνων, με έναρξη την 2.4.2007 και λήξη την 31.10.2008 (με παράταση αδειών), καθώς και 13.1.2009 και λήξη την 12.7.2010, για την εν γένει τακτοποίηση του αρχείου και στο γραφείο του Δημόσιου Κατήγορου.

Η Εισαγγελία Αιγίου, ως φορέας υλοποίησης, ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την 9η ενάγουσα, ως απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για χρονικό διάστημα δύο δεκαοκταμήνων, με έναρξη την 2.4.2007 και λήξη την 30.9.2008, καθώς και 31.12.2008 και λήξη την 31.7.2010 (με παράταση αδειών), για δακτυλογράφηση των κατηγορητηρίων του Μονομελούς Πλημ/κείου και του Μονομελούς Ανηλίκων, σύνταξη κλήσεων προς κατηγορουμένους και μάρτυρες, εξυπηρέτηση πολιτών και δικηγόρων και η τήρηση του αρχείου.

Αντιστοίχως, οι ενάγοντες [και ήδη αναιρεσίβλητοι] με τα ίδια ως άνω ως συμφωνητικά, ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια και να επιδείξουν επιμέλεια τόσο στη θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.

Το ημερήσιο ωράριο συμφωνήθηκε να μην υπερβαίνει τις επτά (7) ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ενώ, η ημερήσια αποζημίωση, όχι όμως για παραπάνω από είκοσι δύο (22) ημέρες ανά μήνα, καθορίστηκε στο ποσό των τριάντα (30) ευρώ για τους πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και στο ποσό των είκοσι πέντε (25) ευρώ για τους διπλωματούχους των ΙΕΚ και τους απόφοιτους ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ Β' Κύκλου και Λυκείων Γενικής Εκπαίδευσης, καταβλητέα από το πρώτο εναγόμενο, που είχε αναλάβει και τη χρηματοδότηση του προγράμματος.

Οι ενάγοντες, στα πλαίσια των προαναφερθέντων συμφωνητικών συνεργασίας, τοποθετήθηκαν στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Λευκάδος η πρώτη, στην Εισαγγελία Πρωτοδικείου Λευκάδος η δεύτερη, η τρίτη και η πέμπτη, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Λευκάδος ο τέταρτος, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αιγίου η έκτη και η δέκατη, στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας η έβδομη, στη Γραμματεία του Πταισματοδικείου Αιγιαλείας η όγδοη και στη Γραμματεία της Εισαγγελίας Αιγίου η ένατη.

Όλοι δε οι ενάγοντες παρέμειναν στις προαναφερθείσες Υπηρεσίες των Δικαστηρίων και της Εισαγγελίας όπως αναφέρθηκαν, μέχρι τη λήξη του δεύτερου συμφωνητικού συνεργασίας, στις 7.7.2010, 21.7.2010, 13.9.2010, 30.11.2010, 30.12.2010, 11.7.2010, 11.7.2010, 12.7.2010, 31.7.2010 και 2.9.2010, αντίστοιχα. Ωστόσο, παρά τον αναγραφόμενο στα συμφωνητικά συνεργασίας σκοπό κατάρτισης αυτών ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, συνίστατο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και στην εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον των υπηρεσιών και φορέων του Ελληνικού Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν, όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελώντας υπό τις ίδιες δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας τους, υπαγόμενοι επιπλέον και στο έλεγχο που διενεργούσαν προς διαπίστωση συμμόρφωσης στις οδηγίες και εντολές αυτές.

Ειδικότερα, όλοι οι ενάγοντες, κατά το ανωτέρω διάστημα των τριάντα έξι (36) μηνών απασχόλησης, εργάστηκαν από Δευτέρα έως και Παρασκευή και από ώρα 08:00 έως ώρα 15:00 στις εργασιακές θέσεις που αναλυτικά προαναφέρθηκαν. Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκησε η "άσκηση" των εναγόντων, καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε αυτούς με το δεύτερο εναγόμενο-εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο είχε τα χαρακτηριστικά, όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως μαθητείας, λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρες, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας και οι ενάγοντες να δικαιούνται, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα της απασχόλησής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο θα κατέβαλε σε άλλους εργαζομένους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενους με έγκυρες συμβάσεις εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν οι ενάγοντες γνώριζαν την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας.

Ωστόσο, δεδομένου ότι η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 18.11.2010 και επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο στις 22.11.2010 (βλ. την υπ' αριθμ. 9933/22.11.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Γεωργίου Δήμου), οι γεννηθείσες μέχρι και την 21.9.2008 αξιώσεις έχουν υποπέσει, σύμφωνα και με την αυτεπαγγέλτως λαμβανομένη υπόψη από το Δικαστήριο παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, κατά το οποίο η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της.

Συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται η απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε το δεύτερο εναγόμενο από την εργασία που παρείχαν η πρώτη ενάγουσα από 12.4.2007 έως 21.9.2008, η δεύτερη ενάγουσα από 1.3.2007 έως και 31.8.2008, η τρίτη ενάγουσα από 13.6.2007 έως και 21.9.2008, ο τέταρτος ενάγων από 12.12.2006 έως και 20.6.2008, η πέμπτη ενάγουσα από 4.12.2006 έως και 30.7.2008, η έκτη ενάγουσα από 5.2.2007 έως και 21.9.2008, η έβδομη ενάγουσα από 10.4.2007 έως και 21.9.2008, η όγδοη ενάγουσα από 2.4.2007 έως και 21.9.2008, η ένατη ενάγουσα από 2.4.2007 έως και 21.9.2008 και η δέκατη ενάγουσα από 6.6.2007 έως και 21.9.2008, συμπεριλαμβανομένων και των αξιώσεων καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας 2007 και επιδόματος εορτών Πάσχα και αδείας 2008, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη [....] Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς το δεύτερο εναγόμενο και να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει για μισθολογικές διαφορές των ετών 2009 και 2010 το ποσό των 11.295,14 ευρώ (7.638,28 € + 3.656,86 €) στην πρώτη ενάγουσα, των 11.479,74 ευρώ (7.304,20 € + 4.175,54 €) στην δεύτερη ενάγουσα, των 9.748,84 ευρώ (5.078,65 € + 4.670,19 €) στην τρίτη ενάγουσα, των 10.664,55 ευρώ (3.814,07 € + 6.850,48 €) στον τέταρτο ενάγοντα, των 10.458,92 ευρώ (3.477,64 € + 6.981,28 €) στην πέμπτη ενάγουσα, των 10.877,52 ευρώ (7.282,59 € + 3.594,93 €) στην έκτη ενάγουσα, των 11.894,31 ευρώ (7.492,09 € + 4.432,22 €) στην έβδομη ενάγουσα, των 12.885,17 ευρώ (8.220,87 € + 4.664,30 €) στην όγδοη ενάγουσα, των 11.928,42 ευρώ (7.491,35 € + 4.437,07 €) στην ένατη ενάγουσα και των 10.874,27 ευρώ (6.490,31 € + 4.383,96 €) στη δέκατη ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο, οριζόμενο σε ποσοστό 6% ετησίως, από την επομένη επίδοσης της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ.

της 26.6/10.7.1944) και να αναγνωριστεί ότι το δεύτερο εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει για μισθολογικές διαφορές του έτους 2008 το ποσό των 553,73 ευρώ (384,53 € + 169,20 €) ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, επίσης με το νόμιμο τόκο, οριζόμενο σε ποσοστό 6% ετησίως, από την επομένη επίδοσης της αγωγής". Υπό τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 93/2015 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε προεχόντως ως μη νόμιμη την από 11.11.2010 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 196436/6899/2010) αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επιδικάζοντας σε αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι νόμιμη κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία, ως προαναφέρθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3 και 7 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994, 3, 5, 6 και 7 του π.δ.164/2004 και 904 και 908 ΑΚ, επιδικάζοντας τα ανωτέρω, δεδομένου ότι, με βάση τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η σχέση που συνέδεε τους αναιρεσιβλήτους με το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είχε τα χαρακτηριστικά, όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας, αφού απασχολήθηκαν, όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι των αντίστοιχων Υπηρεσιών, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελώντας υπό τις ίδιες δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας τους, υπαγόμενοι επιπλέον και στον έλεγχο που διενεργούσαν προς διαπίστωση συμμόρφωσης στις οδηγίες και εντολές αυτές, και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις, το αναιρεσείον, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο, υποχρεούμενο στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία των αναιρεσιβλήτων και η οποία συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα αυτών, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση των εργαζομένων και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τους οποίους προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το μέρος που με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τις συνθήκες απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (αρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) αυτού, η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια.

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν 2362/1995, ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζει ότι οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται μετά διετία με χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής τη γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως (Ολ.ΑΠ 29/2006).

Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των παρόμοιων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ) αλλά και από το χρόνο παραγραφής (επίσης πενταετία) όλων των άλλων χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (άρθρο 90 § 1 Ν. 2362/1995), καθώς και (πενταετία ή εικοσαετία) των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρο 86 παρ. 2 και 3 Ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, πράγμα απαραίτητο για τη λειτουργία της υπηρεσίας του, καθώς και την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς το οποίο διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου σε περίπτωση διεκδικήσεως των δικαιωμάτων τους.

Ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στις συναφείς συνταγματικές αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που καθιερώνονται αντίστοιχα με τα άρθρα 2 § 1 και 25 § 1 αυτού, β) στις διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 § 3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (ΑΕΔ 1/2012, ΑΠ 1369/2021, 173/2020, 106/2020, 796/2018, 1408/2017, σχετ.Ολ.ΑΠ 2/2011).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρ' ότι έκρινε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται στη διετή παραγραφή κατ' άρθρο 90 παρ. 3 ν.2362/1995, απέρριψε την ένσταση παραγραφής που προέβαλε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης, αφορώσα αξιώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1.9.2008 έως 11.10.2008, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 18.10.2010 και επιδόθηκε στο εναγόμενο - αναιρεσείον την 22.11.2010, επιδικάζοντας σε αυτή με αναγνωριστική διάταξη για το εν λόγω χρονικό διάστημα το ποσόν των 553,73 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Πράγματι, οι αξιώσεις αυτές της πρώτης αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1.9.2008 έως 11.10.2008, υπέκυψαν στην προβλεπόμενη διετή παραγραφή, αφού από τότε που γεννήθηκαν μέχρι την άσκηση της αγωγής είχε συμπληρωθεί διετία. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει να αποδώσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη την ωφέλεια που αποκόμισε από την παροχή της εργασίας της κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ποσού 553,73 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και, επομένως, κατά το μέρος αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς την απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής για το ως άνω χρονικό διάστημα και τις συνδεόμενες με αυτήν κρίσεις και διατάξεις απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση".

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση η υπόθεση επανέρχεται στο στάδιο κατά το οποίο είχε εμφιλοχωρήσει το σφάλμα, που επισημάνθηκε με το λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ευδοκίμησε, ήτοι στην εκ νέου κατ' ουσίαν έρευνα της από 11.11.2010 αγωγής, εφ' όσον δε, κατά τα προεκτεθέντα, οι ένδικες αξιώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης του χρονικού διαστήματος από 1.9.2008 έως 11.10.2008, ποσού 553,73 ευρώ έχουν παραγραφεί, και, συνεπώς, κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέα η αγωγή, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η αγωγή κατά το παραπάνω αναγνωριστικό της αίτημα, ως αβάσιμη, κατά παραδοχή της προταθείσας από το αναιρεσείον ένστασης παραγραφής.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 22 παρ. 2 Ν.3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6116/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και μόνον όσον αφορά την αναγνωριστική διάταξη αυτής και απορρίπτει την από 27.9.2019 αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν κατά το μέρος αυτό.

Απορρίπτει την αγωγή, καθ' ο μέρος ασκείται από την πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη), ως προς το αίτημα αυτής να αναγνωριστεί, ότι το εναγόμενο (αναιρεσείον) οφείλει να της αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε από την παροχή εργασίας της κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.2008 έως 11.10.2008, ποσού 553,73 ευρώ. Και Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ