Legislator Case Law & Legislation
1608/2017 AI generated

1608/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1608/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1608/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 28-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της από 30-9-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 129/ 2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1608 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1608/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που κατοικοεδρεύουν στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. συζ. Κ. Π., το γένος Ν. Μ., 2) Ν. Π. του Κ. και 3) Δ. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2001 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 23/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 17-9-2001 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Ν. Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και τις αιτήσεις και ανταιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 230/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 29-5-2002 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1210/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος εξέδωσε την 129/2014 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 28-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της από 30-9-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 129/ 2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του Διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ.3 του Ν.4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31-10-2014), η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α)στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β)στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος, στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση εκτός εάν....επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια, θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς, σε οποιοδήποτε στάδιο, υποθέσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον και επισπεύδον τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως Ελληνικό Δημόσιο, υπ’ αριθμ.... /22-7-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Μεσολογγίου Κ. Κ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-2-2016, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τον εκπροσωπήσαντα όλους τους αναιρεσιβλήτους στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, δικηγόρο Α.

Δ. - Β. κατά τη δικάσιμο της 11-3-2014, κατά την οποία συζητήθηκε η από 17-9-2001 αίτηση του αιτούντος - αναιρεσείοντος κατά την καθ’ ων και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.129/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (5-2-2016) αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης.

Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ’ αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως από της σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, καθόσον δεν απαιτείται νέα κλήτευσή τους, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 του ΚΠολΔ, η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 575 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, η μετά την αναβολή εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 216 παρ.1, 324 επ. του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι για την πληρότητα του δικογράφου αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής αρκεί μόνη η υπό του ενάγοντος αντιτασσόμενη κατά του προβαλλομένου δικαιώματος του εναγομένου, γενική άρνηση, χωρίς να υποχρεούται ο ενάγων να επικαλεσθεί (και αποδείξει) την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το, από τον εναγόμενο προβαλλόμενο, δικαίωμα.

Ο τελευταίος (εναγόμενος) αντιθέτως έχει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το προβαλλόμενο δικαίωμά του (ΑΠ 1032/2004, ΑΠ 851/2002, πρ.βλ.370/2014). Τέτοιο αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα αποτελεί και το αίτημα αναγνωρίσεως ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (ΑΠ 374/2009).

Επομένως, για το ορισμένο του αιτήματος αυτού δεν απαιτείται ο αιτών (υπόχρεος προς αποζημίωση) να επικαλεσθεί, ούτε να αποδείξει τη μη συνδρομή των κατ’ άρθρο 13 παρ.4 του Ν.2882/2001 προϋποθέσεων προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απομένον, αλλ’ αρκεί η απλή άρνηση των προϋποθέσεων αυτών, βαρύνεται δε ο καθ’ ον η αίτηση (εικαζόμενος δικαιούχος της αποζημιώσεως) με την επίκληση και την απόδειξη των προϋποθέσεων αυτών.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Κηρυχθείσης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για λόγους δημόσιας ωφέλειας με την υπ’ αριθμ.111362/8477/0010/23-10-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, για συνολική έκταση 102.712 τ.μ, που βρίσκεται στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας, στην οποία περιλαμβάνονται και ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, το αιτούν - αναιρεσείον, με την από 2-7-2001 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ζήτησε: 1)να προσδιορισθεί οριστικά η αποζημίωση για τα αναφερόμενα σ’ αυτή ακίνητα και τα επικείμενα τους και 2)να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των αναφερομένων ακινήτων, διότι ουδεμία μείωση της αξίας τους υπέστησαν, άλλως να καθορισθεί η τιμή αυτή προς 10 δρχ.

το τ.μ. Οι καθ’ ων η αίτηση - αναιρεσίβλητοι, με την από 17-9-2001αίτησή τους ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ζήτησαν: 1)να καθορισθεί οριστικά τιμή μονάδος για την αναφερόμενη σ’ αυτή απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία τους και τα επικείμενά της, μεγαλύτερη από αυτή την οποία ζητούσε το Ελληνικό Δημόσιο και 2)να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το απομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του ακινήτου τους, διότι κατέστη άχρηστο.

Επί των αιτήσεων αυτών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.230/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση και η δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταίτηση των αναιρεσιβλήτων, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και ορίσθηκαν τα αναφερόμενα σ’ αυτή. Ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και ορίσθηκαν τα αναφερόμενα σ’ αυτή.

Ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.1210/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προαναφερόμενη απόφαση ως προς το μέρος της με το οποίο καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 13 παρ.4 του Ν.2882/2001 (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ), παραπέμφθηκε δε η υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Μετά από αυτά, με κλήση των αναιρεσιβλήτων εισήχθη η υπόθεση προς εκδίκαση στο νεοσυσταθέν Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ως κατά τόπο αρμόδιο. Το αναιρεσείον, στην από 2-7-2001 αίτησή του, ως προς τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων, διέλαβε επί λέξει τα εξής: "Επειδή ως εκ της χρήσεως και του προορισμού των ακινήτων δεν υφίσταται ουδεμία μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων αυτών, άλλως, εφόσον δεν προκύπτει από τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης το εμβαδόν ενός εκάστου εξ αυτών η αρτιότητά κ.λπ., εσφαλμένα καθορίσθηκε από το πρωτοδικείο ιδιαίτερη αποζημίωση για τα υπ’ αριθμ.κτημ....

ακίνητα και δεν πρέπει να καθορισθεί οριστική τιμή, άλλως αυτή (προκειμένου να μην οριστικοποιηθεί η προσωρινή) να ορισθεί προς 10 δρχ. για κάθε τετραγωνικό μέτρο των εναπομενόντων τμημάτων". Με το ως άνω περιεχόμενο το αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί μη προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομένοντα τμήματα των ανωτέρω ακινήτων, ήταν πλήρως ορισμένο (δεδομένου του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου που προέκυπτε από την ιδιότητά του ως υποχρέου προς καταβολή αποζημιώσεως, σε συνδυασμό με το γεγονός του προσωρινού προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα ακίνητα αυτά, αλλά και της αμφισβητήσεως εκ μέρους αυτού του προβαλλομένου από τους δικαιούχους της αποζημιώσεως δικαιώματος προσδιορισμού ιδιαιτέρως αποζημιώσεως) και επομένως έπρεπε να εξετασθεί κατ’ ουσίαν.

Το τελευταίο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (υπ’ αριθμ.129/2014), απέρριψε την αίτησή του αιτούντος - αναιρεσείοντος, κατά το παραπάνω μέρος της ως αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτή ποιο είναι το εμβαδόν και το σχήμα του εκτός απαλλοτριώσεως απομένοντος τμήματος της ιδιοκτησίας αυτής, ποια η απόσταση του τμήματος αυτού πριν και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο αυτής (απαλλοτρίωσης) και από τον άξονα της οδού, αν το απαλλοτριωθέν ακίνητο είχε και οικοπεδική αξία και σε τέτοια περίπτωση ποια ήταν η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα πριν και μετά την απαλλοτρίωση, τόσο κατά κανόνα, όσο και κατά παρέκκλιση, αν το απομένον τμήμα έχει πρόσβαση σε δρόμο, καθώς και ότι η απαλλοτρίωση δεν αναιρεί τις δυνατότητες της κατά προορισμό χρήσης του.

Κρίνοντας, έτσι το εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αρκούσε, για την πληρότητα του εν λόγω αιτήματος, η διατυπούμενη ως άνω αμφισβήτηση (άρνηση) του προβαλλομένου από τους δικαιούχους της αποζημιώσεως δικαιώματος και δεν ήταν αναγκαία, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναφορά των αναφερομένων σ’ αυτήν ως άνω εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.14, όπως και η αναίρεση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο εφόσον τούτο είναι δυνατό από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 παρ.3 του Κ.Α.Α.Α. μειωμένη κατ’ άρθρο 22 του Ν.3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ.129/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω τμήμα της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ