Legislator Case Law & Legislation
1608/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation, upholding lower court's finding of no debt.

Case Number 1608/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a commercial dispute. The lower court had ruled that the appellant owed no money to the appellee regarding specific coal and laterite shipments, interpreting a contract clause to benefit the appellee. The Supreme Court agreed with the lower court's interpretation, finding no violation of substantive law and rejecting the appellant's arguments on contract interpretation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court may interpret contract terms objectively based on good faith and extrinsic evidence to determine the true intent of the parties, and such interpretation does not constitute a violation of substantive law if it resolves ambiguities.

Keywords

AI generated
contract interpretation civil code provisions commercial dispute appellate review debt recognition good faith principle contractual ambiguity

Cited Legislation

AI generated
Articles 623, 624 paragraph 1, 626, 628 paragraph 1 item a, 632 paragraph 1 and 633 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1608 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1608/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΜΟΝΤΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πάρι Καραμήτσιο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΡΚΟ", που εδρεύει στο …, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ματθαίου .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2010 αναγνωριστική αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4185/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 670/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 2-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 670/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 6-9-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 4185/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η από 20-4-2010 ανακοπή της αναιρεσίβλητης για ακύρωση της 744/2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η σωρευόμενη σ' αυτήν αρνητική αναγνωριστική αγωγή. Το Εφετείο Πειραιώς εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ανακοπής και της αρνητικής αγωγής δέχθηκε την ανακοπή και μερικώς την αγωγή, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και αναγνώρισε την ανυπαρξία οφειλής της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) προς την εναγομένη (αναιρεσείουσα) για ποσόν 365.194,65 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α', 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολομ.

ΑΠ 10/1997). Εξάλλου, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο δε 447 KΠολΔ το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνον αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ. 'Ετσι, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγια μόνον εάν αυτά φέρουν την υπογραφή του οφειλέτου κατά τρόπο που να καθίσταται σαφές ότι αυτός αποδέχεται την οφειλή του.

Στην περίπτωση δε κατά την οποία έχει υπογράφει επί των εγγράφων αυτών (τιμολογίων) κάτω από την δήλωση αποχής τους τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υποχρέου κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως τούτου, απαιτείται για την έκδοση διαταγής πληρωμής η εντολή και πληρεξουσιότητα αυτή να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται και από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος οφειλέτης, δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βούλησής του για αντιπροσωπευτική διάθεση (πρβλ. ΑΠ 1480/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας και με βάση το αναφερόμενο σ'αυτήν τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που είχε εκδώσει η ίδια ως θαλάσσιος μεταφορέας στο όνομα της αναιρεσίβλητης ως ναυλώτριας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 744/2010 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε βάρος της τελευταίας.

Κατά την αίτηση και κατά τη διαταγή πληρωμής το τιμολόγιο είχε υπογράψει στη θέση του παραλήπτη, ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, κατ' εντολή και για λογαριασμό της και κάτω από την εταιρική της σφραγίδα, η υπάλληλός Α. Δ.. Η αναιρεσίβλητη με την ένδικη ανακοπή της προέβαλε ότι δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης της αναιρεσείουσας και του απαιτητού και ληξιπρόθεσμου αυτής (απαίτησης), δεδομένου ότι το εκδοθέν "επί πιστώσει" τιμολόγιο, με βάση το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν φέρει την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, αλλά υπογραφή τρίτου, που δεν ενέργησε κατ' εντολή και για λογαριασμό της, αλλά για δικό του λογαριασμό.

Το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ανακοπή, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του κειμένου της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την εξέδωσε λαμβάνοντας υπόψη του, προς τούτο, (μόνο) το υπ' αριθμ. 546/31-1-2009 τιμολόγιο της ήδη εφεσίβλητης - αιτούσας (καθής η ανακοπή - εναγομένης) ποσού 321.950,01 ευρώ, καθαρής αξίας πλέον ΦΠΑ, πληρωτέο με πίστωση 15 ημερών από την ήδη εκκαλούσα - καθ'ης αυτή (ανακόπτουσα - ενάγουσα).

Από το ίδιο το περιεχόμενο, όμως, του επίμαχου τιμολογίου δεν αποδεικνύεται ότι η Α. Δ., που το υπέγραψε, στη θέση του παραλήπτη και κάτω από την εταιρική σφραγίδα της ανακόπτουσας, της οποίας αυτή δεν ήταν, τότε, η νόμιμη εκπρόσωπος, είχε την προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητά της τελευταίας, που, σημειωτέον, αρνείται την ύπαρξή της (πληρεξουσιότητας).

Επομένως, αφού, από το ρηθέν τιμολόγιο δεν αποδεικνύεται η παραπάνω πληρεξουσιότητα της καθ' ης η διαταγή πληρωμής - ανακόπτουσας, προς το ανωτέρω πρόσωπο, που το υπέγραψε ως παραλήπτης και, επιπλέον, δεν προσκομίσθηκε, πλην αυτού (τιμολογίου), για την έκδοσή της (ένδικης διαταγής), όπως τούτο προκύπτει από το κείμενό της, κανένα άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, αποδεικτικό της εν λόγω πληρεξουσιότητας ή εντολής, αυτή (διαταγή πληρωμής), σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, είναι άκυρη, ως εκδοθείσα παρά την έλλειψη της (απαιτούμενης) διαδικαστικής προϋποθέσεως της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης και του ποσού, που διατάσσεται, μ' αυτή, να πληρώσει η καθ'ης - ανακόπτουσα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, δέχθηκε τον σχετικό λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, που είχε εκδώσει σε βάρος της ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί δεν κήρυξε ακυρότητα παρά το νόμο, δηλαδή προέβη σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Επομένως τυγχάνει αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, αντί να κρίνει ότι η απόδειξη της εντολής και πληρεξουσιότητας του τρίτου προσώπου που παρέλαβε το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αποτελούσε ζήτημα ουσίας, που θα έπρεπε να αποδειχθεί κατά τη συζήτηση της ανακοπής και όχι διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα επικαλείται ότι το Εφετείο δέχθηκε πως το σχετικό τιμολόγιο, με βάση το οποίο εκδόθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής, υπογράφτηκε μεν από την υπάλληλο της αναιρεσίβλητης Α.

Δ. κάτω από την εταιρική σφραγίδα, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω υπάλληλος είχε την προς υπογραφή του τιμολογίου εντολή και πληρεξουσιότητα, αντί να δεχθεί ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής η υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, που ήταν εφοδιασμένη με την εταιρική σφραγίδα, δεν θα μπορούσε να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, την υπογραφή δηλαδή του τιμολογίου και τη θέση της εταιρικής σφραγίδας σ' αυτό, με το οποίο αποδεχόταν ένα τόσο μεγάλο χρέος ύφους 383.120,51 ευρώ κατά κεφάλαιο, χωρίς την ύπαρξη εντολής και συναινέσεως των νομίμων εκπροσώπων της τελευταίας γι' αυτή, της την ενέργεια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν εξέφερε τη δικαιοδοτική του κρίση με δεδομένη την έλλειψη εντολής και πληρεξουσιότητας της ως άνω υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης για την υπογραφή του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών. Ειδικότερα, το Εφετείο ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, για το λόγο ότι η εντολή αυτή και πληρεξουσιότητα, ως διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν προαποδεικνυόταν από το επίμαχο τιμολόγιο.

Εξάλλου, αναγνώρισε ότι δεν υφίσταται οφειλή της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα για εγγυημένες ποσότητες μεταφοράς μεταλλεύματος κατά μήνα, που αποτελούσαν το περιεχόμενο του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, με βάση την ερμηνεία στην οποία προέβη του σχετικού όρου του από 20-6-2006 συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας κενό στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των μερών, προσέφυγε μεν σ' αυτούς, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό το πρίσμα των οποίων αναζητείται και η αληθινή βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις.

Κενό υφίσταται όταν τα μέρη άφησαν κάποιο σημείο αρρύθμιστο, το οποίο όμως πρέπει να ρυθμισθεί για να επιτευχθεί ο σκοπός της δικαιοπραξίας. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένος στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας.

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών, και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, και λαμβάνει επίσης υπόψη τη φύση και τον σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο.

Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη του και στοιχειά από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 20- 6-2006 ιδιωτικού έγγραφου συμφωνητικού, που υπογράφηκε στην Αθήνα μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, διά των νομίμων εκπροσώπων τους, καταρτίστηκε σύμβαση αποθήκευσης, φόρτωσης και μεταφοράς μεταλλευμάτων της ενάγουσας - ανακόπτουσας με τρία φορτηγά, υπό ελληνική σημαία, πλοία, που εκμεταλλευόταν η εναγομένη - καθής και με την οποία (σύμβαση) η τελευταία τα ναύλωσε στην πρώτη, έναντι συμφωνημένου ναύλου, πλήρως επανδρωμένα, με το κατάλληλο πλήρωμα, πλήρως ...

εξοπλισμένα με μέσα εκφόρτωσης και λοιπά βοηθητικά όργανα, κατάλληλα και έτοιμα από κάθε άποψη να δεχθούν και να μεταφέρουν πλήρες φορτίο μεταλλεύματος και λιγνίτη από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο λιμάνι Λάρυμνας Φθιώτιδας. Η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης συμφωνήθηκε, με αναδρομική ισχύ, από τις 8-8-2005 μέχρι τις 31-12-2009, με δυνατότητα (μονομερώς) της ενάγουσας - ανακόπτουσας να την καταγγείλει αναίτια και αζημίως με επιστολή της προς την εναγόμενη πριν τρεις μήνες και για σπουδαίο λόγο πριν 15 ημέρες, τέλος δε με τη δυνατότητα αμφότερων των συμβληθέντων μερών να καταγγείλουν ή αναστείλουν τη σύμβαση αζημίως για ανωτέρα βία και δη:

απρόβλεπτα περιστατικά όπως εργατικές κινητοποιήσεις, θεομηνίες, πυρκαγιές, εμπόλεμες καταστάσεις, επαναστάσεις, κυβερνητικές αποφάσεις (όροι 13, 14.1, 14.2, 14.3 αυτού). Επιπλέον, προβλέφθηκε η δυνατότητα της ενάγουσας - ανακόπτουσας να κηρύξει έκπτωτη την εναγομένη - καθ' ης για μη προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης, με κοινοποίηση στην τελευταία της σχετικής απόφασης του ΔΣ ή του νομίμου εκπροσώπου της, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, και δη για την περίπτωση, κατά την οποία παρατηρηθούν προβλήματα στη μεταφορά του φορτίου λόγω αδυναμίας του αναδόχου (εναγομένης) να μεταφέρει τις απαιτούμενες ποσότητες και να εκπέσει (η ενάγουσα - εργοδότρια) υπέρ αυτής τη σχετική εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης (18ος όρος).

Περαιτέρω, με τον 11°, κρίσιμο... για την ουσιαστική έρευνα της υπόψη διαφοράς, όρο της ένδικης σύμβασης, συμφωνήθηκαν, μεταξύ των διαδίκων, τα εξής: "ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΦΟΡΤΙΩΝ:

11.1 Οι προς μεταφορά ποσότητες φορτίων καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας σύμβασης θα ανέρχονται μηνιαίως σε περίπου 50.000 ΜΤ (με απόκλιση είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω της τάξεως του 25%) με την ακόλουθη ενδεικτική και όχι δεσμευτική σύνθεση: α) 30.000 ΜΤ Μεταλλεύματος Σιδηρονικελίου ανά μήνα (με απόκλιση είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω της τάξεως του 25%). β) 20.000 ΜΤ 25% Λιγνίτη ανά μήνα (με απόκλιση είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω της τάξεως του 25%) (Φαινόμενο ειδικό βάρος (υλικό χύδην)): α) Μεταλλεύματος 1,5 mt/m3, β) Λιγνίτη 1 mt/m3.

11.2 Η ελάχιστη μηνιαία ποσότητα για τον λατερίτη δεν θα είναι κατώτερη των 20.000 ΜΤ και του λιγνίτη κατώτερη των 10.000 ΜΤ. Τους χειμερινούς μήνες οι μεταφερόμενες μηνιαίες ποσότητες μπορούν να ελαττώνονται και τους θερινούς μήνες να αυξάνονται.

11.3 Οι ετήσιες ποσότητες προς μεταφορά θα κυμαίνονται από 250.000 ΜΤ ελάχιστη ποσότητα για το μετάλλευμα και μεγίστη 350.000 ΜΤ, ενώ για τον λιγνίτη από 150.000 ΜΤ ελάχιστη ποσότητα και μεγίστη 240.000 ΜΤ ετησίως. 11.4 Η Εταιρία υποχρεούται να κοινοποιεί το πρόγραμμά της για τη μηνιαία μεταφορά των πρώτων υλών δέκα (10) ημέρες πριν τη λήξη του εκάστοτε προηγούμενου μήνα.

11.5 Επιτρέπεται η μεταφορά μεγαλυτέρων ποσοτήτων, από τις προαναφερθείσες, κατόπιν εντολής της Εταιρείας.

Το μεταφερόμενο φορτίο μεταλλεύματος Σιδηρονικελίου και λιγνίτη είναι ασφαλισμένο μέσω της ΑΕΕΓΑ". Η ένδικη σύμβαση εκτελέστηκε, κανονικά και ομαλά μέχρι το τέλος του έτους 2008, οπότε ανεφύησαν προβλήματα συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2009 μέχρι τις 31-1-2009 η ενάγουσα - ανακόπτουσα, παρέδωσε στην εναγόμενη - καθ' ης προς μεταφορά, μία ποσότητα 1683,10 ΜΤ λιγνίτη, η οποία και εκτέλεσε, πράγματι, τη μεταφορά κατά τους όρους της σύμβασης, με το Φ/Γ πλοίο, εκμετάλλευσης της "Γ.", γεγονός που αποδεικνύεται από την εκδοθείσα με αριθμό 64/11- 1-2009 φορτωτική και το οποίο επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες αμφοτέρων των διαδίκων.

Περαιτέρω, η εναγομένη ερμηνεύοντας τον προαναφερθέντα 11° όρο της ένδικης συμφωνίας της με την ενάγουσα υπέρ αυτής, και συγκεκριμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν την έννοια ότι η τελευταία (ενάγουσα) είχε αναλάβει την υποχρέωση να της αναθέτει, μηνιαίως, προς μεταφορά, κατ' ελάχιστο, "εγγυημένο", όριο, τις προβλεπόμενες σ' αυτό τον όρο ποσότητες μεταλλεύματος και να της καταβάλει το συμφωνημένο, γι' αυτές, ναύλο, έστω και αν της ανέθετε τη μεταφορά μικρότερης αυτών (ελαχίστων) ή και καμιάς ποσότητας, διότι έπρεπε, αυτή, να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο "εγγυημένο" εισόδημα, ενόψει της προετοιμασίας και των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε για τη δημιουργία και διατήρηση κατάλληλης υποδομής προς εκτέλεση της ένδικης σύμβασης, αλλά και του χαμηλού ναύλου - αμοιβής που προσέφερε, εν προκειμένω, εξέδωσε το, επίμαχο, υπ' αριθμ. 546/31-1 -2009 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 383.120,51 ευρώ.

Στο τιμολόγιο αυτό, πέραν της, συμφωνημένης, από 15.063,75 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, αμοιβής της - ναύλου για την, πραγματοποιηθείσα, μεταφορά των 1683,10 ΜΤ λιγνίτη, συμπεριέλαβε και τις ακόλουθες αξίες : α) 96.811,26 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, ως αμοιβή - ναύλο για συμφωνημένη ελάχιστη (εγγυημένη) μηνιαία ποσότητα 10.816,90 ΜΤ λιγνίτη που δεν μεταφέρθηκε (: 12.500 ΜΤ - 1683,10 ΜΤ=10.816,90 ΜΤ Χ 8,950 ευρώ/ΜΤ), β) 210.075 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, προερχόμενη από αμοιβή - ναύλο για συμφωνημένη ελάχιστη (εγγυημένη) μηνιαία ποσότητα 25.000 ΜΤ λατερίτη που, επίσης, δεν μεταφέρθηκε (: (25.000 ΜΤ Χ 8,403 ευρώ/ΜΤ η συμφωνημένη κατά τον όρο 3 της σύμβασης αμοιβή - ναύλος) και, γ) 61.170,50 ευρώ, συνολικό, ΦΠΑ.

Η ενάγουσα αρνείται την ως άνω οφειλή της, ισχυριζόμενη ότι ο προαναφερθείς όρος δεν ετέθη υπέρ της εναγομένης, αλλά, αντίθετα, (ετέθη) υπέρ αυτής, ώστε να εξασφαλισθεί, για λογαριασμό της, η μεταφορά ενός ελαχίστου, αναγκαίου για τη λειτουργία του εργοστασίου της, φορτίου μεταλλευμάτων. Ενόψει, λοιπόν, της προεκτεθείσης, εκ διαμέτρου, αντίθετης ερμηνείας του ρηθέντος, κρισίμου, για την τομή της ένδικης διαφοράς, (11ου) όρου της ένδικης σύμβασης από τις συμβληθείσες διαδίκους, αλλά και του γεγονότος ότι από το προεκτεθέν κείμενο αυτού (11ου όρου) δεν προκύπτει υπέρ ποίου συμβαλλομένου μέρους θέλησαν οι διάδικοι την εφαρμογή του, ενώ οι ένορκες καταθέσεις, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των μαρτύρων των διαδίκων...

επι του ζητήματος αυτού, επίσης, είναι, εκ διαμέτρου, αντίθετες, ανάλογα με το υπέρ ποίου, εκ των διαδίκων καταθέτει ο καθένας, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση γεννάται αμφιβολία ως προς την αληθινή έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, αναφορικά με τον προεκτεθέντα όρο της ένδικης σύμβασης και, επομένως, πρέπει να την αναζητήσει προσφεύγοντας στους ερμηνευτικούς κανόνες των προμνησθεισών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Ειδικότερα, από τον επίμαχο (11°) όρο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό προς : α) τον, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, 18° όρο του ενδίκου, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνητικού, με βάση τον οποίον, ως ανεφέρθη, η ενάγουσα (εταιρεία) μπορούσε να κηρύξει έκπτωτη την εναγομένη (ανάδοχο) και να εκπέσει υπέρ αυτής τη σχετική εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της σε οποιονδήποτε όρο (όλων ορισθέντων ουσιωδών) του ενδίκου συμφωνητικού, πλέον συγκεκριμένα δε λόγω αδυναμίας της τελευταίας (εναγομένης - αναδόχου) να μεταφέρει "τις απαιτούμενες ποσότητες" μεταλλεύματος, και β) την έλλειψη οποιουδήποτε όρου στην ένδικη σύμβαση, που να προβλέπει αμοιβή της εναγομένης για μη πραγματοποιηθείσες, απ' αυτή, μεταφορές φορτίων, οφειλόμενες, ακόμη και σε πταίσμα της ενάγουσας, προκύπτει, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών (διαδίκων), όπως αυτή ερμηνεύεται σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, ήταν να τεθεί και να εφαρμόζεται ο προαναφερθείς 11ος όρος της ένδικης σύμβασης υπέρ της ενάγουσας, ώστε να εξασφαλίζεται γι' αυτήν η μεταφορά των ελαχίστων φορτίων μεταλλεύματος, που ήσαν απόλυτα αναγκαία για την απρόσκοπτη λειτουργία του εργοστασίου της, αφού αυτή (ενάγουσα), όπως αποδείχθηκε, εξαρτάτο, απόλυτα, από τις υπηρεσίες της εναγομένης, δεδομένου ότι της είχε αναθέσει, αποκλειστικά, το σύνολο της μεταφοράς των αναγκαίων, για την ομαλή λειτουργία του εργοστασίου της και την απρόσκοπτη άσκηση της, εν γένει, βιομηχανικής της δραστηριότητας, ποσοτήτων μεταλλεύματος, και, άρα, συνεπεία της εξαρτήσεως της αυτής ήταν, εν προκειμένω, (η ενάγουσα) το "ασθενέστερο" από τα συμβληθέντα, στην ένδικη σύμβαση, μέρη.

Άλλωστε, δεν προέκυψε ότι υπήρχε δικαιολογητικός λόγος να τεθεί ο όρος αυτός υπέρ της εναγομένης, αφού αυτή, όπως αποδείχτηκε, δραστηριοποιείτο, στην ελεύθερη αγορά, αναλαμβάνοντας την εκτέλεση μεταφορών, από διάφορους πελάτες της και όχι μόνο από την ενάγουσα, που σημειωτέον δεν ήταν ο μοναδικός ή ο κύριος πελάτης της και από την οποία, ως εκ τούτου, (η εναγομένη) δεν ήταν απόλυτα ή σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη, στην άσκηση της επιχειρηματικής (μεταφορικής) της δραστηριότητας, ώστε να τεθεί υπέρ αυτής ο ρηθείς όρος για να της εξασφαλίζεται ένα "εγγυημένο" ελάχιστο μηνιαίο εισόδημα.

Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι η εναγομένη, για να ενισχύσει τον παραπάνω ισχυρισμό της, επικαλείται την εξόφληση, εκ μέρους της ενάγουσας, στα πλαίσια άλλων, μεταξύ τους υφισταμένων, συμβάσεων μεταφοράς μεταλλευμάτων (και δη της από 08- 12-2005, σχεδόν, ταυτόχρονης ισχύος, με την επίμαχη, την οποία και προσκομίζει), τιμολογίων της (εναγομένης), που είχαν εκδοθεί, για μη μεταφερθείσες "εγγυημένες" ποσότητες μεταλλευμάτων.

Πράγματι, στον όρο 5 της επικαλουμένης και προσκομιζόμενης, ως άνω, από 08-12- 2005, σύμβασης, μεταξύ των διαδίκων, με αντικείμενο τη μεταφορά σκουριάς, από την εναγομένη, για την εξυπηρέτηση των βιομηχανικών αναγκών της ενάγουσας, αναγράφεται ότι "...η ποσότητα σκουριάς που θα μεταφέρεται και απορρίπτεται καθορίζεται σε 100.000 - 160.000 τόνους.

Ως εγγυημένη ποσότητα ορίζεται αυτή των 100.000 τόνων μεταφερομένης και απορριπτόμενης σε δίμηνη βάση ήτοι ως μέσος όρος πρώτου, δευτέρου κοκ. διμήνου ακεραίως...". Πέραν, όμως, του ότι και από το, αμέσως, προεκτεθέν κείμενο δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η αληθής βούληση των συμβληθεισών σ' αυτήν (εδώ διαδίκων), αναφορικά με την εφαρμογή του ρηθέντος όρου, περί μεταφοράς ελάχιστου "εγγυημένοι)" φορτίου σκουριάς, υπέρ της μιας ή της άλλης αυτών, δεν αποδείχθηκε από τα τιμολόγια που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, προς επίρρωση του ως άνω ισχυρισμού της και τα οποία, ως δεν αμφισβητείται, εξοφλήθηκαν από την ενάγουσα, ότι τα ποσά, για τα οποία αυτά εκδόθηκαν, αφορούν αμοιβές της (εναγομένης) για, μη μεταφερθείσες και προβλεπόμενες ως ελάχιστες, προς μεταφορά, "εγγυημένες" ποσότητες σκουριάς, αφού σύμφωνα με το ίδιο το κείμενο τους, εκδόθηκαν (τα τιμολόγια), "έναντι φορτίων απόρριψης κοκκοποιημένης σκουριάς με (φορτηγίδες) ΦΙ και Φ2", και όχι έναντι αμοιβών της "για ελάχιστες μηνιαίες εγγυημένες πληρωτέες ποσότητες...", όπως αναγράφεται στο επίμαχο, τιμολόγιο, ώστε να μπορεί, εντεύθεν, να εξαχθεί, με βάση τις προμνησθείσες διατάξεις (173, 200 του ΑΚ), η επικαλούμενη από αυτή (εναγομένη) ερμηνεία, του επίμαχου (11ου) όρου του ενδίκου συμφωνητικού.

Άλλωστε, τόσο η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη, από την εναγομένη, προς επίρρωση του παραπάνω ισχυρισμού της, από 08-12- 2005, σύμβασή της με την ενάγουσα, όσο και τα εκδοθέντα, στα πλαίσια της εκτελέσεως της εν λόγω συμβάσεως, προαναφερθέντα, τιμολόγια, δεν ομοιάζουν, κατά το περιεχόμενο τους, με τα επίμαχα (σύμβαση και τιμολόγιο) ώστε ν' αποτελούν αυτά, ασφαλές, μέτρο σύγκρισης για την εξαγωγή του ως άνω επικαλουμένου από την εναγομένη συμπεράσματος, περί εφαρμογής, δηλαδή, του υπόψη όρου υπέρ αυτής και όχι υπέρ της ενάγουσας, όπως δέχεται το Δικαστήριο τούτο.

Πρέπει να επισημανθεί ότι ενδεικτικό στοιχείο της ανομοιότητας των υπόψη συμβάσεων, και ενισχυτικό, της προαναφερθείσας κρίσεως του Δικαστηρίου τούτου, αποτελεί και το γεγονός ότι, σε αντιδιαστολή με την ένδικη σύμβαση, που παρέχει, με τον 18° όρο της, το δικαίωμα στην ενάγουσα να κηρύξει έκπτωτη την εναγομένη σε περίπτωση αδυναμίας της να μεταφέρει τις απαιτούμενες ποσότητες μεταλλεύματος, η εκ μέρους της εναγομένης επικαλούμενη, προς ενίσχυση του ανωτέρω ισχυρισμού της, από 08-12-2005 σύμβαση, δεν παρέχει στην ενάγουσα ανάλογο δικαίωμα για την περίπτωση αδυναμίας της εναγομένης προς μεταφορά των ελαχίστων συμφωνημένων φορτίων.

Συμπερασματικά με βάση όλα τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο τούτο, καταλήγει στην κρίση ότι, ο ανωτέρω 11ος όρος του ενδίκου συμφωνητικού, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, με αυτό διαδίκων, όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, τέθηκε, απ' αυτές (διαδίκους), με σκοπό να εφαρμόζεται υπέρ της ενάγουσας, ώστε να έχει αυτή, σε κάθε περίπτωση, εξασφαλισμένη, καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος του (ενδίκου συμφωνητικού), τη μεταφορά των ελαχίστων, απαιτουμένων μηνιαίως, για την, απρόσκοπτη και αποτελεσματική, λειτουργία του εργοστασίου της, μεταλλευμάτων και όχι υπέρ της εναγομένης, η οποία, επομένως, δεν δικαιούτο αμοιβής για μη, πράγματι, εκτελεσθείσες, απ' αυτή και για λογαριασμό της ενάγουσας, μεταφορές φορτίων μεταλλεύματος, για οποιοδήποτε λόγο, αναγόμενο ακόμη και σε πταίσμα της τελευταίας, αφού τούτο (αμοιβή για μη μεταφερθέντα, ελάχιστα, φορτία) δεν προβλέπεται, ρητώς, κατά τα προεκτεθέντα, στην ένδικη σύμβαση, ούτε και μπορεί να συναχθεί, ερμηνευτικώς, κατ' άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ότι αποτελεί, εν προκειμένω, την αληθινή βούληση αυτών (συμβληθεισών διαδίκων).

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η ενάγουσα δεν οφείλει στην εναγομένη ως αμοιβή - ναύλο το ποσόν των 365.194,65 ευρώ, που αφορά τις αναφερόμενες στο επίμαχο τιμολόγιο χρεώσεις για τις ελάχιστες "εγγυημένες" ποσότητες λιγνίτη και λατερίτη, που δεν μεταφέρθηκαν, αφού, σύμφωνα με τον τρόπο που ερμήνευσε το σχετικό όρο του μεταξύ τους συμφωνητικού η τελευταία (εναγομένη) δεν είχε τέτοιο συμβατικό δικαίωμα, να λαμβάνει δηλαδή αμοιβή - ναύλο για τις αναγραφόμενες στη σύμβαση ελάχιστες μηνιαίες ποσότητες μεταλλεύματος, έστω και αν για οποιοδήποτε λόγο, αναγόμενο ακόμη και σε πταίσμα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), δεν ^πραγματοποιείτο η μεταφορά τους, και κατόπιν αυτού αναγνώρισε ότι η ενάγουσα της οφείλει μόνο το ποσό του ναύλου για τη μεταφορά που πραγματοποίησε στις 11-1-2009, δηλαδή 15.063,75 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19%, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως ως προς τον όρο αυτό του συμφωνητικού, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε μερικώς την αρνητική αναγνωριστική αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν οφείλει στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) ποσόν 365.194,65 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, αφού από τα παραπάνω καθίσταται πρόδηλο ότι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφίβολων σημείων, αναφορικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που περιέχονται στο από 20-6-2006 συμφωνητικό ως προς τον 11° όρο αυτού, και ειδικότερα υπέρ ποίου συμβαλλόμενου μέρους θέλησαν οι διάδικοι την εφαρμογή του.

Ειδικότερα, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "ο όρος αυτός τέθηκε και εφαρμόζεται υπέρ της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), ώστε να εξασφαλίζεται γι' αυτήν η μεταφορά των ελαχίστων φορτίων μεταλλεύματος, που ήσαν απόλυτα αναγκαία για την απρόσκοπτη λειτουργία του εργοστασίου της, αφού αυτή εξαρτάτο απόλυτα από τις υπηρεσίες της εναγομένης (αναιρεσείουσας), δεδομένου ότι της είχε αναθέσει, αποκλειστικά το σύνολο της μεταφοράς των αναγκαίων για την ομαλή λειτουργία του εργοστασίου της ποσοτήτων μεταλλεύματος", προέβη ευθέως σε ερμηνεία του 11ου όρου του από 20-6-2006 συμφωνητικού, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβληθέντων προσώπων, με κριτήρια αντικειμενικά, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, αφού έλαβε υπόψη και στοιχεία κείμενα εκτός του πιο πάνω συμφωνητικού, και χρησιμοποίησε επιχειρήματα.

Κατόπιν όλων αυτών ο τρίτος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες ως προς την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, τυγχάνει αβάσιμος.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2013 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ΝΤΑΪΜΟΝΤΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ για αναίρεση της 670/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ