1608/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1608/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 2.- Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1608 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1608/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ιερού Ναού Αγίου Ιεροθέου Περιστερίου, που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα με την ιδιότητά του ως νομίμου κληρονόμου της Β. συζ. Δ. Β., το γένος Π. Μ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαρνέλη, 2. Χ. συζ. Κ. Τ., το γένος Δ. Χ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά της ως μοναδικής της Χ. θυγ. Γ. Π., θετής θυγ. Ζ. Γ. Λ. και 3. Ά. Τ. του Κ. και Χ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Λ. χας Δ. Χ., το γένος Γ. Π., οι οποίοι 2η και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 13-2-1987 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Β. συζ. Δ. Β., το γένος Π. Μ., β) με την από 27-3-1987 προσεπίκληση του Ι. Δ. και γ) με την από 30-4-1987 πρόσθετη παρέμβαση των Χ. θυγ. Γ. Π. και Λ. χας Δ. Χ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3234/1987 μη οριστική, 6358/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2001 μη οριστική, 285/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 21-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 3, 82, 110 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται μεν ότι η αναίρεση δεν απαιτείται να απευθύνεται και κατά του υπέρ του αναιρεσιβλήτου προσθέτως παρεμβάντος, εκτός από την περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης του άρθρου 83 ΚΠολΔ, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, πρέπει όμως αυτός να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, και σε αντίθετη περίπτωση η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 285/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία άσκησε μετά της Λ. χήρας Δ. Χ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρόσθετη (μη αυτοτελή) παρέμβαση υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου και κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, μετά το θάνατο της τελευταίας στις 16-10-2002, υπεισήλθε στη δικονομική θέση της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Σημειώνεται, ότι από τις 9359/12-10-2011 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ..., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο (της 4ης-4-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους ανωτέρω δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, νομίμως χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.
2.- Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτόν, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, από δε τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14 ), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος β.ρ.
Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση της κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, συνάγεται ότι ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Ως νομή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../22.11.1957 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παντελή Μανωλοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Περιστερίου, στον τόμο 2 και με αριθμό ..., η αρχικώς ενάγουσα Β.
Β., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά το θάνατό της, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της ο αναιρεσείων Ιερός Ναός, αγόρασε από τους Α. Α., Ε. Π., Λ. Π., Β. Β., Δ. Δ., Λ. Μ., Γ. Δ., Ι. Δ. και Α. Δ. το με αριθμό 4 αγροτεμάχιο του 23ου τετραγώνου, εμφαινόμενο στο από 11.5.1956 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Σ. Φ., συνημμένου στο .../1956 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, κείμενο στη θέση "Άσπρα χώματα", παρά τον Άγιο Ιερόθεο, της περιφερείας του τέως Δήμου Αθηναίων, ήδη Δήμου Περιστερίου, επιφανείας 313,70 τμ, συνορευόμενο βορείως με πλατεία επί προσώπου 10 μέτρων, νοτίως με ιδιοκτησία πωλητών επί πλευράς 10,05 μέτρων, ανατολικά με τα με αριθμούς 5 και 6 αγροτεμάχια του ως άνω σχεδιαγράμματος επί πλευράς 30,28 μέτρων και δυτικά με τα με αριθμούς 1, 2, και 3 αγροτεμάχια του ιδίου τετραγώνου, επί πλευράς μήκους 32,50 μέτρων.
Ήδη το ακίνητο αυτό, μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως του Δήμου Περιστερίου, βρίσκεται εντός του 1281 Ο.Τ και συνορεύει βορείως με την εγκεκριμένη οδό ... επί προσώπου 10,60 μέτρων, νοτίως με την οδό ... επί προσώπου 10,40 μέτρων, ανατολικά επί πλευράς μήκους 19,40 μέτρων με τις ιδιοκτησίες αδελφών Β. και Β.
και δυτικώς επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 12,20 και 9,50 μέτρων με τις ιδιοκτησίες Α. Π., Λ.X.-Χ. Π. και αγνώστου και είναι το επίδικο, δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι κύριοι του επιδίκου ακινήτου είχαν καταστεί οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, ούτε ότι άσκησαν επ' αυτού οι άμεσοι, αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτής (ενάγουσας) από το έτος 1899 μέχρι το έτος 1957 και έκτοτε η ίδια ενάγουσα έως τον μήνα Μάρτιο του 1984 εξακολουθητικώς οιαδήποτε από τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου αυτού, διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια, σπορά, θερισμό, οριοθέτηση, θεώρηση, φύλαξη κλπ.) και μάλιστα με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και με τους αναφερόμενους στην αγωγή και στην προαναφερθείσα πράξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, νόμιμους τίτλους, εφόσον ο εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταποκρινόμενος στην υποχρέωσή του να αποδείξει αυτά, μετά την άρνησή τους από τον εναγόμενο.
Δικαστική κρίση για το θέμα αυτό δεν μπορεί να στηριχθεί στα προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα αποδεικτικά μέσα. Η κατάθεση του μάρτυρα Γ. Τ., που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του εκκαλούντος, είναι γενικόλογη και ασαφής και από τα λοιπά προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα αποδεικτικά μέσα δεν συνάγεται απόδειξη ικανή να θεμελιώσει δικανική πεποίθηση περί του θέματος αυτού.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του .../26.8.1983 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Περιστερίου Στεφανίας Σχοινά-Βαβουράκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Περιστερίου, στον τόμο 128, με αριθμό ... ο εναγόμενος αγόρασε το επίδικο από τις Χ. Π. και Λ. Χ.. Στις εν λόγω δικαιοπαρόχους του το επίδικο είχε περιέλθει κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου μετά από άτυπη διανομή μεγαλύτερης έκτασης 13.650 τμ, που είχε περιέλθει σ' αυτές και τους λοιπούς συγκληρονόμους της αποβιώσασας το έτος 1941 μητέρας τους Ε.
συζ. Γ. Π. δυνάμει της .../1964 εκθέσεως δικαστικής διανομής του Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ευρύτερου αγρού εκτάσεως 195.580 τμ, του οποίου αρχικοί συγκύριοι κατ' ισομοιρία ήταν ο πατέρας της κληρονομουμένης Γ. Μ. Δ. και ο Β. Μ. Δ. με αγορά κατά το έτος 1883. Μετά τον θάνατο του Γ. Δ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1894, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο αγρός περιήλθε κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον υιό του Σ..
Από το θάνατο της μητέρας τους, οι παρεμβαίνουσες υπεισήλθαν στην κληρονομιά αυτής και νέμονταν τον αγρό, ασκώντας, μετά των υπολοίπων συγκυρίων, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις. Πιο συγκεκριμένα φρόντισαν για την περίφραξη, τον καθαρισμό και την επίβλεψη αυτού και μετά τη διανομή αυτού, προέβησαν σε διαχωρισμό του τμήματος που έλαβαν, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο, σε οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα με οριοθέτηση και περίφραξη αυτών, καθορισμό οικοδομικών γραμμών και αποτύπωσή τους σε τοπογραφικά διαγράμματα και ανάρτησαν εντός του επιδίκου πινακίδα για την πώλησή του, ενώ είχαν ασκήσει και την από 4.7.1966 αγωγή κατά της ενάγουσας ενώπιον του εν Αθήναις Πρωτοδικών, επί της οποίας εκδόθηκε η 24097/1967 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκαν συγκύριες του επιδίκου κατά ποσοστό 8/16 εξ αδιαιρέτου.
Μετά την πώληση του επιδίκου στον εναγόμενο, το έτος 1983, ο τελευταίος συνέχισε να ασκεί επ' αυτού τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και συγκεκριμένα να το επιβλέπει, παράλληλα δε μερίμνησε και για την έκδοση οικοδομικής αδείας ανεγέρσεως επ' αυτού τριώροφης οικοδομής. Έτσι τη νομή επί του επιδίκου ασκούν ο εναγόμενος και οι δικαιοπάροχοι του με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1957 συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την έγερση της αγωγής το έτος 1987, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, γενόμενοι κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που αφορούν την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της αρχικώς ενάγουσας Β. Β. (δηλ. οι Γ. Μ. Δ. και Β. Μ. Δ.) ασκούσαν από το 1899 και έκτοτε μέχρι το 1957 οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου ακινήτου, στη συνέχεια γίνεται δεκτό, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι αρχικοί συγκύριοι και συνομείς κατά τα ίδια ως άνω ποσά του μείζονος ακινήτου των 195.580 τ.μ, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο των 313,70 τ.μ, ήταν οι ίδιοι ως άνω Γ.
Μ. Δ. και Β. Μ. Δ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ότι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου (Χ. Γ. Π. και Λ. χήρα Δ. Χ.), μετά τον κατά το 1941 θάνατο της μητέρας τους Ε. συζύγου Γ. Π., η οποία, ήταν θυγατέρα του ανωτέρω Γ. Μ. Δ., και οι λοιποί εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του μείζονος ακινήτου (των 195.580 τ.μ) νέμονταν το μείζον αυτό ακίνητο, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, μέχρι τουλάχιστον το 1964, (που έγινε η διανομή του), μεταξύ δε των λοιπών αυτών συγκυρίων περιλαμβάνονται ο Σ.
Δ. (υιός του Γ. Μ. Δ.) και οι κληρονόμοι του, καθώς και οι κληρονόμοι του ως άνω Β. Μ. Δ., μερικοί από τους οποίους (συγκυρίους), είναι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της αρχικώς ενάγουσας. Δηλ. κατά τρόπο αντιφατικό η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται την ύπαρξη συγκυριότητος και συννομής στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του εναγομένου, ενώ στη συνέχεια κρίνει αποφατικώς περί της κτήσεως κυριότητος από την ενάγουσα που έχει τους ίδιους (κοινούς) δικαιοπαρόχους με εκείνους του εναγομένου.
Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, το οποίο αρχικά αναφέρεται ως έχον έκταση 313,70 τ.μ, ενώ στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου δυνάμει του προαναφερθέντος .../1983 συμβολαίου, στο οποίο όμως (συμβόλαιο), καθώς δεν αμφισβητείται, αναφέρεται ότι το πωλούμενο ακίνητο έχει έκταση 226,20 τ.μ.
3.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Ας σημειωθεί ότι υπάρχει η εν λόγω δικονομική δυνατότητα (για παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο) και μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 ΚΠολΔ με το ν. 4055/0212, όπως προκύπτει από τη διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία της διάταξης της παρ.3 εδ.2 περ. β' του εν λόγω άρθρου. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-4-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της 285/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων.
ΑΝΑΙΡΕΙ την πιο πάνω 285/2009 απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ