Legislator Case Law & Legislation
1608/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment regarding inheritance and witness admissibility rules.

Case Number 1608/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by heirs against a lower court judgment concerning inheritance and witness testimony. The heirs argued that a witness, who was a regional branch president, improperly represented the national organization and thus his testimony was inadmissible. The court ruled that the witness only represented his specific regional branch and lacked authority to speak for the national entity, rendering the appeal groundless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, item 11; Article 9 of the Law 1486/1984; Article 13, paragraph 3 of the Law 1486/1984: A witness who represents only a specific regional branch of an organization lacks the capacity to testify on behalf of the national headquarters, and an appeal based on this error is inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Witness Capacity Organizational Representation Regional Branch Authority Inheritance Dispute Appeal Dismissal Legal Standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item 11 of the Code of Civil Procedure
Article 9 of the Law 1486/1984
Article 13, paragraph 3 of the Law 1486/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1608 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1608/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Π. του Χ., και 2. Λ. Π. του Ν., ως μοναδικού κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Ν. Π. του Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Άγγελο Παρσάλη και Φώτιο Κρεμμύδα.

Του αναιρεσίβλήτου: ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Τ.Ε.Ε)", που εδρεύει στην Αθήνα, έχει περιφερειακή διάρθρωση και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Σταθόπουλο και Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2003 αγωγή των Μ. και Ν. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 παρ. 1 και 292 του ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δίκη διακόπτεται, και αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του θανάτου του διαδίκου και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου του διαδίκου αυτού. Τη δίκη, που διακόπηκε για το λόγο αυτόν, μπορούν να επαναλάβουν εκουσίως οι καθολικοί διάδοχοι του θανόντος διαδίκου, με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της υπόθεσης ο δεύτερος αναιρεσείων Ν. Π., απεβίωσε την 1η Δεκεμβρίου 2008, δηλαδή μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (26-10-2007). Ο θάνατός του γνωστοποιήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Άγγελου Πάρσαλη, που έγινε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχικώς ορισθείσα για συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 29 Απριλίου 2009 και καταχωρίστηκε στα με την ίδια ημερομηνία πρακτικά συνεδριάσεως.

Έτσι επήλθε βιαία διακοπή της δίκης. Ο ανωτέρω αναιρεσείων κατέλιπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο τον υιό του Λ. Π., ο οποίος και δήλωσε ότι συνεχίζει τη διακοπείσα με το θάνατο του πατέρα του δίκη. Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της αναίρεσης.

2.- Κατά το άρθρο 507 ΑΚ, ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι επί ανάκλησης της συμφωνηθείσης δωρεάς υπό τρόπο απόκειται στο δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει προς απαλλαγή του είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει αυτός (δωρεοδόχος) ευθύνη.

Τούτο δε διότι σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 342 του ΑΚ τεκμαίρεται το πταίσμα της μη εκπλήρωσης λόγω του συμβατικού χαρακτήρα της εκ του τρόπου ενοχής και γι' αυτό το βάρος της απόδειξης της ανυπαίτιας μη εκπλήρωσης φέρει ο δωρεοδόχος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς.

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αρ. …/6.7.1994 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Καστοριάς Κων/νου Γκολομπία, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 45 με αριθμό 68, οι δικαιοπάροχοι του πρώτου ενάγοντος Ν.

Π. και Ε. Π. και ο δεύτερος των εναγόντων Ν. Π. δώρισαν στο εναγόμενο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) ποσοστό 22/28 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα μιας διατηρητέας οικίας, που βρίσκεται στην πόλη της Καστοριάς κα που αποτελείται α) από υπόγειο όροφο (τυφλό), που χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος, εμβαδού 46 τ.μ., β) από ισόγειο όροφο, εμβαδού 112 τ.μ., που περιλαμβάνει δύο δωμάτια, μία σάλα πλακόστρωτη και κελάρι-πλυσταριό, γ) από πρώτο όροφο (από την οδό…), εμβαδού171 τ.μ., που περιλαμβάνει δύο δωμάτια, κουζίνα, δύο αποθήκες, σάλα και λουτροαποχωρητήριο και δ) από το δεύτερο (από την οδό …), όροφο, μικτού εμβαδού 180 τ.μ., που περιλαμβάνει πέντε δωμάτια, σάλα, κουζίνα κτισμένη σε επικλινές προς την οδό … οικόπεδο, εμβαδού 2.150 τ.μ.

Η δωρεά του παραπάνω ακινήτου από τους προαναφερθέντες δωρητές έγινε υπό τρόπο και συγκεκριμένα συμφωνήθηκε με το παραπάνω συμβόλαιο δωρεάς 1) να χρησιμοποιηθεί η ως άνω οικία που επονομάζεται "ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ Π.", σαν στέγη του Τ.Ε.Ε. Καστοριάς και γενικότερα να χρησιμεύσει ως τόπος πολιτιστικών και επιστημονικών εκδηλώσεων υπό την αιγίδα του Τ.Ε.Ε, 2) να έχουν οι δωρητές δικαίωμα συνοίκησης στο ακίνητο, ο τρόπος δε συνοίκησης θα καθοριζόταν με άλλο συμφωνητικό, από κοινού μεταξύ των δωρητών και του Τ.Ε.Ε, 3) να αναλάβει το Τ.Ε.Ε, τις δαπάνες συντήρησης του παραπάνω ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ, του μαντρότοιχου του οικοπέδου και κάθε συστατικού αποκλειστικά, εντός δε τριμήνου (από την υπογραφή του συμβολαίου) να προβεί σε άμεση συντήρηση και εν γένει αποκατάσταση της κεραμοσκεπής του και στη σύνδεση των αποχετεύσεων του αρχοντικού με το δίκτυο αποχέτευσης του Δήμου Καστοριάς, και 4) να συμμετέχει, σαν εγγυητής των όρων της δωρεάς, δηλαδή στη διοίκηση-διαχείριση του αρχοντικού, πλην της εκάστοτε Ν.Ε.

Καστοριάς του Τ.Ε.Ε και ο δεύτερος παρασταθείς για λογαριασμό του Τ.Ε.Ε. στην ως άνω δωρεά Ι. Κ., Πρόεδρος τότε της Ν.Ε. Καστοριάς. Η δωρεά του παραπάνω ακινήτου από τους δωρητές έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον στη μνήμη του αείμνηστου Α. Π., προκειμένου αυτοί (δωρητές) να φανούν επί πλέον χρήσιμοι στους κατοίκους της Καστοριάς.

Οι δωρητές παραιτήθηκαν από το δικαίωμα ανάκλησης, διάρρηξης ή ακύρωσης αυτής της δωρεάς για κάθε λόγο και αιτία πλην της περιπτώσεως μη τήρησης των προαναφερθέντων όρων και συμφωνιών (βλ. παρ. 4 του προαναφερθέντος συμβολαίου δωρεάς). Οι εκπροσωπούντες το ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ (Τ.Ε.Ε.) Ν. Κ., Πρόεδρος του Τ.Ε.Ε.

Τμήματος Δ. Μακεδονίας και Ι. Κ., Πρόεδρος της Ν.Ε. του Τ.Ε.Ε. Καστοριάς, αποδέχθηκαν για λογαριασμό αυτού (Τ.Ε.Ε.) τη δωρεά και παρέλαβαν τα δωρούμενα ποσοστά (22/28) εξ αδιαιρέτου του ακινήτου στην πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, ενώ τα υπόλοιπα ποσοστά 6/28 εξ αδιαιρέτου παρέμειναν στην κυριότητα των λοιπών κληρονόμων της οικογένειας Χ.

Π., δηλαδή του ενάγοντος Μ. Π., της αδελφής του Α. και των κληρονόμων του Α. Π.. Αμέσως μετά με το από 6-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων, καθορίστηκε ο τρόπος συνοίκησης των δωρητών στο δωρηθέν ακίνητο και ειδικότερα συμφωνήθηκε να έχουν αυτοί εφ' όρου ζωής το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και οίκησης των δύο τελευταίων ορόφων του αρχοντικού χωρίς καμιά ενόχληση από το Τ.Ε.Ε., το οποίο ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε εργασίες συντήρησης του τελευταίου ορόφου, ενώ το Τ.Ε.Ε.

θα είχε το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και οίκησης των δύο άλλων ορόφων (ισογείου και υπογείου) και ειδικότερα στο ήμισυ βόρειο τμήμα του ισογείου ορόφου, όπου αυτό μόνο είναι κατοικήσιμο, μετά δε το θάνατο των δωρητών κανένας πλέον περιορισμός δεν θα υπάρχει στο Τ.Ε.Ε. Το εναγόμενο Τ.Ε.Ε. από την σύσταση δωρεάς παρέλαβε δια του εκπροσώπου του Ι.

Κ. στην κατοχή του τα κλειδιά μόνο του υπογείου και του βορειοδυτικού τμήματος του ισογείου, ώστε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες συντήρησης των προαναφερθέντων χώρων του κτιρίου, ενώ τα κλειδιά των άνω ορόφων (1ου και 2ου) τα είχαν οι δωρητές αρχικά, και αργότερα παρέδωσαν κλειδί και στο γείτονα Ν.

Τ., για να επιβλέπει το αρχοντικό, καθ' όσον υπήρχαν σ' αυτούς τους χώρους τα κειμήλια της οικογένειας Π. και η φύλαξή τους από τους ίδιους (δωρητές) ήταν αδύνατη, δεδομένου ότι αυτοί διέμεναν μόνιμα στην Αθήνα και στην Αμερική. Το εναγόμενο (Τ.Ε.Ε), εντός της τρίμηνης προθεσμίας, που προέβλεπε το δωρητήριο συμβόλαιο, προέβη σε εργασίες συντήρησης και στεγανοποίησης της στέγης, επισκευής των υδρορροών, συντήρησης των εξωτερικών κουφωμάτων, σε εργασίες επισκευής του μαντρότοιχου και καθαρισμού του περιβάλλοντος χώρου του αρχοντικού.

Οι εργασίες αυτές έγιναν το καλοκαίρι του 1994 παρουσία του εκ των Ν. και Ε. Π., καθόσον για την εκτέλεση των εργασιών της στέγης του αρχοντικού ήταν απολύτως απαραίτητη η πρόσβαση των συνεργείων στον 1ο και 2ο όροφο του κτιρίου, των οποίων (ορόφων) τα κλειδιά είχαν μόνο οι δωρητές που είχαν το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης και οίκησης.

Στη συνέχεια ανατέθηκε από τη Διοικούσα Επιτροπή του εναγομένου σε ομάδα μηχανικών της Καστοριάς η σύνταξη προμελέτης, για το κόστος επισκευής του αρχοντικού, ώστε να γίνει στη συνέχεια διαγωνισμός ανάθεσης εκτέλεσης των περαιτέρω απαιτουμένων εργασιών συντήρησης του αρχοντικού για την απόλυτη στατική επάρκεια του κτιρίου λόγω της παλαιότητας του, δεδομένου ότι το κτίσμα είχε κατασκευαστεί το 1880.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω οικία είχε κηρυχθεί διατηρητέα από το 1965 με την 16297/18-10-1965 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ως μεγάλης αρχιτεκτονικής αξίας με μεγάλη ανάγκη συντήρησης, οι εγκρίσεις δε παρεμβάσεων ανήκαν στο Υπουργείο Πολιτισμού (11η Εφορία Βυζαντινών μνημείων), όπως προκύπτει από την υπ' αρ.πρωτ.811/4-2-1994 βεβαίωση της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Καστοριάς, γι' αυτό η ανάθεση εκτέλεσης των έργων επισκευής-συντήρησης απαιτούσε την τήρηση διαδικασιών που προβλέπονται για την εκτέλεση δημόσιων έργων (κατάρτιση προϋπολογισμού, σύνταξη μελέτης, έγκριση, διενέργεια διαγωνισμού και έγκριση αυτού) με αποτέλεσμα τη βραδύτητα στην εκτέλεση των απαιτουμένων έργων.

Μετά τις εγκρίσεις νέων επισκευών του κτιρίου, το 1997, έγινε αγορά νέων κεραμιδιών βυζαντινού τύπου για την αντικατάσταση των φθαρμένων παλαιών, και επειδή οι επισκευές αυτές δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα κρίθηκε απαραίτητη από το εναγόμενο η ανανέωση της στέγης για λόγους οριστικής προστασίας της στεγανότητας του αρχοντικού και της πλήρους προστασίας του από διαβρώσεις και φθορές.

Έτσι το 1999 αντικαταστάθηκαν όλα τα φθαρμένα ξύλινα στοιχεία της στέγης, έγινε νέο ολοσχερές σανίδωμα της στέγης, τοποθετήθηκε ειδική μονωτική μεμβράνη (ασφαλτομεμβράνη), αλλαγή όλων των κεραμιδιών με καινούργια, επισκευάστηκαν οι καμινάδες του κτιρίου και οι υδρορροές, αποκαταστάθηκαν μικροφθορές στο εσωτερικό του κτιρίου, έγιναν εργασίες ενίσχυσης όλης της φέρουσας τοιχοποιίας αυτού με πλήρες και λεπτομερές αρμολόγημα της περιμετρικής τοιχοποιίας του κτιρίου, εργασίες επισκευής τμημάτων του δαπέδου, επανειλημμένες εργασίες συντήρησης κουφωμάτων και εργασίες διάνοιξης και τσιμεντόστρωσης δρόμου στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου για μεταφορά οικοδομικών υλικών.

Έτσι μετά τη διάνοιξη αυτή απομακρύνθηκαν με πολλά φορτηγά τόνοι μπαζών και σάπια γουναρικά που ήταν παρατημένα από χρόνια σε χώρους της οικίας. Κατά τη ριζική ανακαίνιση της στέγης, το 1999, οι δωρητές Ν. και Ε. Π. ήταν παρόντες και έτσι επετράπη η είσοδος των συνεργείων στον δεύτερο όροφο για τις εργασίες στον όροφο αυτό προκειμένου να γίνει η ανακαίνιση της στέγης και ο έλεγχος αυτής από μέσα, αφού όπως προαναφέρθηκε τα κλειδιά του 1ου και 2ου ορόφου τα είχαν μόνο οι ως άνω δωρητές και το εναγόμενο δεν είχε πρόσβαση σ' αυτούς για εργασίες επισκευής.

Το φθινόπωρο του ιδίου έτους (1999) ο Ν. Π. με την αδελφή του Ε., αφού κλείδωσαν τον πρώτο και δεύτερο όροφο, στους χώρους των οποίων είχαν οικογενειακά κειμήλια και προσωπικά αντικείμενα, μετέβησαν στην Αθήνα. Οι εργασίες επισκευής συνεχίστηκαν στον αύλειο χώρο του αρχοντικού για τη σύνδεση της οικοδομής με το αποχετευτικό, τις εργασίες τις οποίες είχε αναλάβει, κατόπιν επιθυμίας των δωρητών, ο πολιτικός μηχανικός Ι.

Κ., τον οποίον είχαν ορίσει οι ίδιοι (δωρητές) ως εγγυητή εκτέλεσης των όρων της δωρεάς. Όμως, ενώ είχε συντάξει αυτός τη σχετική μελέτη οι εργασίες σύνδεσης της οικίας με το αποχετευτικό δίκτυο, καθυστερούσαν λόγω των ηλεκτροφόρων υπόγειων καλωδίων φωτισμού που συνάντησαν τα συνεργεία κατά την εκσκαφή στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, τα οποία δεν επέτρεπαν τη χρήση εκσκαπτικού μηχανήματος.

Λόγω της καθυστέρησης αυτής (στη σύνδεση της αποχέτευσης) οι δωρητές, πέντε (5) χρόνια μετά την υπογραφή του δωρητηρίου συμβολαίου απέστειλαν στο εναγόμενο την από 25-9-1999 εξώδικη δήλωση τους (που επιδόθηκε σ' αυτό την 29-10-1999) με την οποία διαμαρτυρήθηκαν για την καθυστέρηση σύνδεσης της αποχέτευσης και ζήτησαν απ' αυτό να προβεί στις εργασίες σύνδεσης εντός 15 ημερών από την λήψη της εξωδίκου και την αποπεράτωση των υπολοίπων εργασιών εντός τριμήνου.

Το εναγόμενο σε σύντομο χρονικό διάστημα ολοκλήρωσε το τμήμα του αγωγού αποχέτευσης από τον κεντρικό αγωγό της Δ.Ε.Υ.Α.Κ, που βρίσκεται επί της οδού …, μέχρι την νοτιοανατολική πλευρά του κτιρίου, όπου και κατασκεύασε φρεάτιο για τη σύνδεση των επί μέρους χώρων του αρχοντικού. Επίσης το εναγόμενο με την από 15-11-1999 επιστολή του προ τους δωρητές (αρ.πρωτ.31111/15-11-1999), κάλεσε τους δωρητές να εξασφαλίσουν στα συνεργεία του πρόσβαση στους χώρους του πρώτου και δευτέρου ορόφου, ώστε να καταστεί δυνατή η σύνδεση αυτών με τον κεντρικό αγωγό, αφού το εναγόμενο δεν είχε τη δυνατότητα πρόσβασης στον πρώτο και δεύτερο όροφο, δεδομένου ότι η μελέτη προέβλεπε τη διακλάδωση της αποχέτευσης προς το σπίτι με δύο κλώνους εκ των οποίων ο αριστερός θα συνέδεε την μελλοντική στέγη του Τ.Ε.Ε, δηλαδή το ήμισυ βορεινό τμήμα του ισογείου ορόφου, ο δεξιός δε κλώνος θα συνέδεε το νότιο υπόλοιπο τμήμα του ισογείου ορόφου, που κρατούσαν κλειδωμένο οι συνιδιοκτήτες των υπολοίπων 6/28 του αρχοντικού, δηλαδή οι κληρονόμοι του Χ.

Π., στο οποίο (τμήμα) κατέληγαν και οι αποχετευτικοί αγωγοί του 1ου και 2ου ορόφου, των οποίων τα κλειδιά είχαν οι δωρητές. Παρά τις οχλήσεις για διευκόλυνση της πρόσβασης των συνεργείων του εναγομένου, ο μεν Ν. Π., επειδή ήθελε να είναι παρών κατά τις εργασίες στο εσωτερικό του αρχοντικού, (1ου και 2ου ορόφου), ζήτησε από τον Ι.

Κ., εγγυητή τήρησης των όρων της δωρεάς, να αναβάλει τη σύνδεση μέχρι το καλοκαίρι του 2000, οπότε θα παρευρίσκονταν ο ίδιος στην Καστοριά, ενώ οι λοιποί συνιδιοκτήτες των 6/28 εξ αδιαιρέτου, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος των εναγόντων που αντιτίθεντο στην προαναφερθείσα δωρεά προς το Τ.Ε.Ε, δεν επέτρεπαν την είσοδο στα συνεργεία.

Όμως το καλοκαίρι του 2000 ο Ν. και η αδελφή του Ε. δεν ήλθαν στην Καστοριά λόγω σοβαρού τραυματισμού της τελευταίας, που την ανάγκασε να μείνει κατάκοιτη μέχρι το θάνατό της, (9-3-2002), στην Αθήνα, ενώ ο Ν. παρουσίασε σοβαρά προβλήματα υγείας και τελικά στις 7-3-2001 πέθανε στην Αθήνα. Σε επικοινωνία του Ι. Κ. με τον προαναφερθέντα, πριν τον θάνατο του, για να εξασφαλιστεί σ' αυτόν πρόσβαση στους χώρους, που οι δωρητές είχαν την αποκλειστική χρήση, προκειμένου να ολοκληρωθεί η σύνδεση του αποχετευτικού, ο Ν.

Π. εκπρόσωπος των δωρητών απαντούσε ότι δεν επείγεται, καθ' όσον κανένας δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει την κουζίνα και τους χώρους υγιεινής της οικίας, αφού δεν κατοικούσαν, δεν εμπιστεύονταν δε να γίνονται εργασίες μέσα στους ορόφους αυτούς (1ο και 2ο) από τα συνεργεία, χωρίς την παρουσία του, για να μην χαθούν πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα σ' αυτούς.

Για τα παραπάνω είναι σαφής η κατάθεση του Ι. Κ.υ, που ήταν οικογενειακός και έμπιστος φίλος των δωρητών, τον οποίον όρισαν αυτοί (δωρητές) ως εγγυητή εκτέλεσης των όρων της δωρεάς, έχει δε ιδίαν αντίληψη περί όλων αυτών, καθώς και η ένορκη βεβαίωση του Βασιλείου Μοσχάκη, πληρεξουσίου δικηγόρου των δωρητών.

Συνεπώς η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη σύνδεση και ολοκλήρωση του αποχετευτικού συστήματος της οικίας δεν οφείλεται σε αμέλεια ή υπαιτιότητα του εναγομένου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε οφείλεται αφενός στην ύπαρξη υπογείων ηλεκτροφόρων καλωδίων στον εξωτερικό χώρο της οικίας και αφετέρου στους δωρητές, οι οποίοι, δεν επέτρεπαν την είσοδο στα συνεργεία του εναγομένου στους χώρους που είχαν την αποκλειστική χρήση, καθώς και στους συνιδιοκτήτες των υπολοίπων ποσοστών (6/28) του ακινήτου, οι οποίοι παρελκυστικά δεν επέτρεπαν την είσοδο στον εργολάβο στο εσωτερικό των χώρων που είχαν την αποκλειστική χρήση, ώστε να πραγματοποιηθεί η σύνδεση με τον κεντρικό αγωγό.

Άλλωστε και αν ακόμη οι δωρητές συναινούσαν στις εργασίες αυτές, πάλι η εκτέλεσή τους θα εξαρτιόταν, κατ' άρθρο 789 ΑΚ, και από τη θέληση του συγκυρίου τους Μ. Π. (1ου ενάγοντος), ο οποίος όμως αντιδρούσε σε κάθε τέτοια ενέργεια με απώτερο σκοπό την ανάκληση της δωρεάς λόγω παράβασης όρου της δωρεάς, δεδομένου ότι πρόκειται για πράξη έκτακτη διαχείρισης που απαιτεί σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών.

Εξάλλου, θα ήταν παράλογο να προβεί το εναγόμενο σε ευρείας κλίμακας επισκευές του αρχοντικού με μεγάλο κόστος και να μην εκπληρώσει επουσιώδη όρο της δωρεάς (σύνδεση αποχέτευσης) με ελάχιστο κόστος, με κίνδυνο να ανακληθεί η δωρεά του ακινήτου από τους δωρητές. Μετά ταύτα, εφ' όσον αποδείχθηκε ότι η μη ολοσχερής εκπλήρωση του όρου της δωρεάς, που αφορούσε τη σύνδεση της αποχέτευσης του ακινήτου με το δίκτυο αποχέτευσης του Δήμου Καστοριάς, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου, η ανάκληση της δωρεάς από τους ενάγοντες για το λόγο αυτό, είναι μη νόμιμη, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης του εναγομένου.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την ένσταση του εναγομένου για μη εκπλήρωση του όρου αυτού από υπαιτιότητα των εναγόντων και όχι δική του, έσφαλε". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι "με το από 6-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των δωρητών και του εναγομένου συμφωνήθηκε ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να προβεί σε εργασίες συντήρησης του τελευταίου ορόφου (2ο), στον οποίο το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και οίκησης, όπως και στον 1ο όροφο, θα είχαν οι δωρητές.

Όμως ο όρος αυτός της δωρεάς, που συνεστήθη με απλό ιδιωτικό συμφωνητικό και όχι με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είναι άκυρος αφού, επί δωρεάς ακινήτου, για το κύρος του τρόπου υπό τον οποίο τελεί η δωρεά απαιτείται να έχει τηρηθεί ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, χωρίς τον οποίο ο εν λόγω τρόπος δεν μπορεί να λειτουργήσει, η ακυρότητα δε αυτή, λόγω έλλειψης του συστατικού τύπου, εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.

Πέραν όμως αυτών το εναγόμενο (Τ.Ε.Ε.) είχε προβεί σε επιμελή εκ βάθρων επισκευή και συντήρηση του αρχοντικού όπως προκύπτει και από την τεχνική έκθεση αυτοψίας του Κ. Σ., καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η μη αποκατάσταση μικροφθορών που υπήρχαν στο εσωτερικό του πρώτου και δευτέρου ορόφου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου, αλλά στο γεγονός ότι το εναγόμενο δεν είχε τη δυνατότητα εισόδου στους χώρους αυτούς (1ο και 2ο όροφο) χωρίς την άδεια και παρουσία των δωρητών, οι οποίοι έχοντες αποκλειστικά το δικαίωμα χρήσης των χώρων αυτών είχαν τα κλειδιά του 1ου και 2ου ορόφου και δεν επέτρεπαν σε άλλους την είσοδο στους χώρους αυτούς, όπου υπήρχαν πολλά κειμήλια της οικογένειας Π.

και κινητά πράγματα αξίας, φοβούμενοι κλοπή αυτών. Μόνο μερικές φορές και για λίγο χρόνο ο δωρητής Ν. Π. επέτρεψε την είσοδο στον πολιτικό μηχανικό Ι. Κ., μετά από παράκλησή του, για να ελέγξει το εσωτερικό του 1ου και 2ου ορόφου (για τη στεγανότητα της στέγης)} πάντοτε όμως με την παρουσία του Γ. Τ., στον οποίο μόνο είχε δώσει κλειδί του δευτέρου ορόφου, μετά δε το θάνατο του δωρητού Ν.

Π. (7-3-2001) αντικαταστάθηκαν αυθαίρετα οι κλειδαριές από τον πρώτο ενάγοντα (Μ. Π.) και τα κλειδιά πλέον των ορόφων αυτών κατείχε ο ίδιος και ο Ε. Α., έκτοτε δε και αυτός (ενάγων) ηρνείτο την είσοδο των συνεργείων του εναγομένου στους παραπάνω χώρους. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη εκπλήρωση του ως άνω όρου της δωρεάς (εργασίες συντήρησης του 2ου ορόφου) από υπαιτιότητα του εναγομένου, δεκτής γενομένης της ένστασης του εναγομένου της μη εκπλήρωσης του τρόπου από υπαιτιότητα των δωρητών.

Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο αυτό εκτιμώντας την σαφή, αντικειμενική και πειστική κατάθεση του Ν. Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που ως πρόεδρος του Τ.Ε.Ε. Δυτ. Μακεδονίας έχει ιδίαν αντίληψη για τα παραπάνω, και τις ένορκες βεβαιώσεις των α) Ι. Κ., έμπιστου φίλου και εγγυητή των όρων της δωρεάς (κατ'επιθυμία των δωρητών, β) Βασιλείου Μοσχάκη, πληρεξουσίου δικηγόρου των δωρητών, γ) Δ.

Π., δημάρχου Καστοριάς, οι οποίοι με τις αμερόληπτες, ανιδιοτελείς και πειστικές καταθέσεις τους δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης αυτών, αφού έχουν ιδίαν αντίληψη και ήταν της απολύτου εμπιστοσύνης των δωρητών. Αντίθετα η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Ε. Α. και οι ένορκες βεβαιώσεις του Ν. Τ., Ν.

Δ. και Β. Β. δεν είναι πειστικές, περιέχουν υποκειμενικές και μεροληπτικές υπέρ του ενάγοντος Μ. Π. αναφορές, δεδομένου ότι δεν στηρίζονται σε άμεση προσωπική γνώση τους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι το εναγόμενο (Τ.Ε.Ε.) δεν προέβη σε εργασίες συντήρησης του τελευταίου ορόφου του δωρηθέντος ακινήτου, όπως είχε συμφωνηθεί με το από 6-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, από υπαιτιότητά του, και ότι ως εκ τούτου νόμιμα έγινε η ανάκληση της δωρεάς από τους ενάγοντες, έσφαλε".

Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι "λόγω των εκτεταμένων εργασιών συντήρησης του αρχοντικού η χρήση του βορειοδυτικού τμήματος του ισογείου του αρχοντικού για τη στέγαση των γραφείων του Τ.Ε.Ε./Ν.Ε. Καστοριάς δεν τελούσε υπό συγκεκριμένη προθεσμία ή κάποιο χρονικό περιορισμό.

Εξάλλου, σύμφωνα με το δωρητήριο συμβόλαιο και το από 6-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό το Τ.Ε.Ε θα διαμόρφωνε το βόρειο τμήμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής σε γραφεία προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση σ' αυτό της Ν.Ε Τ.Ε.Ε. Καστοριάς και θα είχε το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης του ως άνω τμήματος του ισογείου και του υπογείου, ενώ το υπόλοιπο νότιο τμήμα του ισογείου παρέμεινε στην αποκλειστική χρήση των κληρονόμων Χ.

Π., που είχαν ποσοστό κυριότητας 6/28 εξ αδιαιρέτου στην όλη οικοδομή. Ο όρος αυτός της δωρεάς εκπληρώθηκε το καλοκαίρι του 2004 με την εγκατάσταση σ' αυτό το χώρο, μετά τη διαμόρφωση του, των γραφείων του Τ.Ε.Ε./Ν.Ε Καστοριάς, αφού δεν τελούσε ο όρος αυτός υπό συγκεκριμένη προθεσμία και τέθηκε για την εξυπηρέτηση του δωρεοδόχου (Τ.Ε.Ε).

Επίσης, παρά το ότι ο προαναφερθείς χώρος του ισογείου (βόρειο τμήμα) δεν ξεπερνά τα 60 τ.μ. (είναι όμως ο μόνος κατοικήσιμος και εκμεταλλεύσιμος χώρος, αφού το υπόγειο της οικοδομής είναι σκοτεινό-τυφλό και χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος) και είναι τελείως ακατάλληλος για να λειτουργεί ως χώρος διοργάνωσης πολιτιστικών και επιστημονικών εκδηλώσεων, το εναγόμενο εκπλήρωσε τον όρο αυτό έστω και καθυστερημένα με την κοπή της βασιλόπιτας των μελών του (εναγομένου) στο ισόγειο αυτού, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται και για τον όρο αυτό κάποια συγκεκριμένη προθεσμία εκπλήρωσης αυτού.

Πάντως οι μόνοι κατάλληλοι χώροι που διαθέτουν το απαιτούμενο εμβαδόν (171 και 180 τ.μ.) και είναι κατάλληλοι για διαμόρφωσή τους σε χώρους διοργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων, σύμφωνα με τον όρο δωρεάς είναι ο 1ος και ο 2ος όροφος του αρχοντικού, όμως την αποκλειστική χρήση αυτών είχαν δια βίου οι δωρητές, και ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η εκπλήρωση του όρου αυτού (διοργάνωση πολιτιστικών και επιστημονικών εκδηλώσεων) στους χώρους αυτούς χωρίς τη σύμπραξη των δωρητών ή πριν το θάνατό τους.

Επομένως και η καθυστερημένη εκπλήρωση του όρου, μολονότι δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου. Δε συνέτρεχε συνεπώς λόγος ανάκλησης της δωρεάς, αφού το εναγόμενο εκπλήρωσε τον ως άνω τρόπο της δωρεάς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο ανάκλησης της δωρεάς, που αφορούσε τη μη εκπλήρωση του όρου λειτουργίας του αρχοντικού ως στέγης του Τ.Ε.Ε Ν.Ε Καστοριάς και ως χώρου πολιτιστικών εκδηλώσεων, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς αυτό, γ' αυτό ο σχετικός μοναδικός λόγος της αντέφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο είτε εκπλήρωσε κάποιους από τους όρους της επίδικης δωρεάς, είτε δεν εκπλήρωσε τους άλλους πλην ανυπαίτια, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη". Ακολούθως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, έκανε δεκτή ως βάσιμη ουσιαστικά την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων και είχε αναγνωρίσει ότι οι τελευταίοι νόμιμα ανακάλεσαν τη συσταθείσα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δωρεά του επιδίκου ακινήτου, καταδικάζοντας συγχρόνως το τελευταίο σε σχετική δήλωση βούλησης και, στη συνέχεια, (το Εφετείο), αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατ' ουσίαν.

Ακόμη το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν και την αντέφεση των αναιρεσειόντων κατά του κεφαλαίου της εκκαλουμένης απόφασης με το οποίο κρίθηκε ως ουσία αβάσιμος ο λόγος της αγωγής για ανάκληση της ως άνω δωρεάς, ότι δηλαδή το αναιρεσίβλητο δεν τήρησε τον όρο αυτής για λειτουργία του επιδίκου ακινήτου ως στέγης του Τ.Ε.Ε Καστοριάς και ως χώρου πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 507, 330 και 342 ΑΚ, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες και εφάρμοσε.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ως άνω διατάξεων. Οι αναιρεσείοντες, προς επιστήριξη του ίδιου ως άνω λόγου αναίρεσης, προβάλλουν και τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο α) ενώ δέχεται ότι συμφωνήθηκε εντός τριμήνου από την υπογραφή (6-7-1994) του δωρητηρίου συμβολαίου να προβεί σε άμεση συντήρηση και αποκατάσταση της κεραμοσκεπής, στη συνέχεια δέχεται, ότι στην οικοδομή κατά τα έτη 1997 και 1999 εισέρχονταν νερά και τοποθετήθηκαν κεραμίδια, πράγμα που σημαίνει ότι καθυστέρησε η αποκατάσταση της κεραμοσκεπής τουλάχιστον επί πέντε (5) έτη, β) ενώ δέχεται ότι ο εκπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου είχε τα κλειδιά του υπογείου και του ισογείου του ακινήτου και ότι πέντε έτη καθυστέρησε η σύνδεσή του με το δίκτυο της αποχέτευσης, στη συνέχεια δέχεται, ότι η σύνδεση αυτή έγινε μέσα σε 15 ημέρες από τη σχετική διαμαρτυρία των αναιρεσειόντων και ότι, συνεπώς, η σύνδεση αυτή μπορούσε να γίνει πολύ συντομότερα, γ) παρότι δέχεται ότι μέχρι το θάνατο των δωρητών ένα τμήμα του ακινήτου θα χρησιμεύσει για πολιτιστικές εκδηλώσεις καταλήγει ότι η μετά δεκαετία χρησιμοποίησή του δε συνιστά αμέλεια του δωρεοδόχου, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η υπαιτιότητα του τελευταίου είναι αυταπόδεικτη, δ) ότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι το πρώτο τρίμηνο και μάλιστα το καλοκαίρι του 1994 είχαν γίνει οι απαιτούμενες εργασίες, ε) δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο, ενώ δέχεται ότι ο εκπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου είχε το κλειδί του υπογείου και του βορειοδυτικού τμήματος του ισογείου, κάλεσε τους δωρητές να εξασφαλίσουν στα συνεργεία πρόσβαση στους 1° και 2° ορόφους, χωρίς να δέχεται ότι δεν είχε πρόσβαση για τη συντήρηση και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, στ) δίδει πίστη στην τεχνική έκθεση του Κ.

Σ., καθηγητή του ΕΜΠ, χωρίς να διευκρινίζει σε ποιο χρόνο ανάγεται αυτή, ζ) δέχεται ότι δε συντρέχει υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου για το ότι ο όρος να χρησιμοποιηθεί το ακίνητο ως στέγη του Τ.Ε.Ε Καστοριάς εκπληρώθηκε το θέρος του 2004 και η) προκειμένου να απορρίψει την αντέφεση των αναιρεσειόντων σχετικά με τη μη τήρηση του όρου για χρησιμοποίηση του ισογείου ως στέγη του Τ.Ε.Ε Καστοριάς στηρίχθηκε στο από 6-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, παρόλο που το θεωρεί μη δεσμευτικό.

Όμως η προβαλλόμενη πιο πάνω με στοιχείο β' έλλειψη αναφέρεται στην επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που στην προκείμενη περίπτωση ήταν εφαρμοστέοι. Οι λοιπές με τα υπόλοιπα στοιχεία ελλείψεις δεν αναφέρονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα και στο αναιρετήριο, εκτίθεται σαφώς.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, υπό τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος.

2.-. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Μεταξύ αυτών των αποδεικτικών μέσων είναι και οι κατά άρθρο 390 ΚΠολΔ, γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστημών ή τέχνης, οι οποίες όμως δε συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από τα άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται ειδικά.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το επίδικο κτίριο, δεν έλαβε υπόψη του την από 11-1-2003 τεχνική έκθεση των Θ. Μ., μηχανικού και Ν. Δ., αρχιτέκτονα, με τις συνημμένες σ' αυτή 22 φωτογραφίες, την οποία αυτοί ενώπιον του είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει.

Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα και "από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση με τις συνημμένες σ' αυτή φωτογραφίες των εχόντων ειδικές γνώσεις επιστήμης μηχανικών, την οποία, ως αποτελούσα έγγραφο, δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει ιδιαιτέρως.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

4.- Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.β' ΚΠολΔ, σε σχέση με τη δικαστική ομολογία, δεν ιδρύεται και στην περίπτωση που στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και "από τις ομολογίες των διαδίκων". Αυτό δε διότι στην περίπτωση αυτή δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία κάποιου διαδίκου, αφού η κρίση του σχηματίστηκε από τα έγγραφα και η φράση "από τις ομολογίες των διαδίκων" νοεί τα μη αμφισβητούμενα πέραν εκείνων, με τα οποία σχηματίστηκε η δικανική πεποίθηση, περιστατικά.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του "και τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους (261 ΚΠολΔ)", παρόλο που αυτοί με τις προτάσεις τους δεν προέβησαν σε καμία ομολογία.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, η παραπάνω φράση του δικαστηρίου δεν σημαίνει, ότι αυτό έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία των αναιρεσειόντων, αλλά υπονοούνται τα μη αμφισβητούμενα περιστατικά, εκτός βέβαια από εκείνα με τα οποία σχηματίστηκε η δικανική του πεποίθηση. 5.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 §1 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.

Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, αλλά η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο, όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου-λύση προδήλως άτοπη. Για τον ως άνω αποκλεισμό του απαιτείται η ιδιότητα του διαδίκου να υπάρχει κατά το χρόνο εξέτασής του, γιατί αν προϋπήρχε και εξέλιπε ή αν επήλθε μετά την κατάθεσή του, η τελευταία είναι έγκυρη και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.

Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, ασχέτως του αν είχε οποτεδήποτε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου του προσκομίζοντα, αφού πρόκειται περί ανυπόστατου αποδεικτικού μέσου.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ. α' του π.δ/τος της 27.11/14.12.1926 "Περί κωδικοποιήσεως των περί συστάσεως Τεχνικού Επιμελητηρίου κειμένων διατάξεων", όπως το άρθρο 9 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 Ν. 1486/1984, ο Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Τ.Ε.Ε (Πρόεδρος του Τ.Ε.Ε), εκτός από τα καθήκοντά του ως Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής, εκπροσωπεί γενικά το Τ.Ε.Ε.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 3 του ιδίου ως άνω π.δ/τος, όπως τέθηκε σε ισχύ, στη θέση του καταργηθέντος παλαιού άρθρου 13, με το άρθρο 12 του Ν.1486/1984, ο Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής Περιφερειακού Τμήματος, μεταξύ άλλων, εκπροσωπεί το Περιφερειακό Τμήμα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα (έλαβε υπόψη) του την κατάθεση του με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου εξετασθέντος ως μάρτυρα Ν.

Κ., ο οποίος εκπροσωπούσε το αναιρεσίβλητο κατά την κατάρτιση της επίμαχης δωρεάς και ήταν Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Δυτικής Μακεδονίας και νόμιμος εκπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. Όμως ο ως άνω μάρτυς, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται κατά το χρόνο της εξέτασής του, ήταν Πρόεδρος του Επιμελητηρίου της Δυτικής Μακεδονίας και με την ιδιότητά του αυτή - και όχι ως μέλους της διοίκησης του ΤΕΕ, έχοντος την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου του, - εκπροσωπούσε περιορισμένα μόνο το εν λόγω Περιφερειακό Τμήμα και όχι και το εδρεύον στην Αθήνα αναιρεσίβλητο "Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (Τ.Ε.Ε)", το οποίο, όπως προεκτέθηκε, εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής του Τ.Ε.Ε.

Κατά συνέπεια, εφόσον ο ανωτέρω μάρτυς δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του αναιρεσιβλήτου νπδδ, νομίμως ελήφθη υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικό μέσο η κατάθεσή του και γι' αυτό ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-10-2007 αίτηση των Μ. Χ. Π. και Νικολάου Μ. Π., για αναίρεση της 106/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ