Supreme Court dismisses appeal on land ownership dispute, upholding lower court's rejection of claim based on lack of good faith possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against the Larissa Court of Appeal's decision rejecting their land ownership claim. The heirs argued for recognition of ownership through long-term possession, while the opposing party contended the possession was never good faith or undisputed. The court ruled that the lower court's findings were complete and consistent, finding the appellants' possession lacked the necessary legal basis for ownership recognition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal based on alleged violation of Byzantine-Roman law is inadmissible when the lower court's factual findings regarding the absence of good faith possession are clear and uncontradicted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1608 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1608/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. χ1, 2. ......, 3. ....., 4. ...., 5. ......, 6. ....., 7. ...., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8. ...., 9. ...., 10. ....., 11. ....., 12. ......, 13. ....., 14. α) ......, β) ....... και γ) ......, ως εκ διαθήκης κληρονόμων της ....., 15. ....., 16. ......, 17. ...... ως καθολικής διαδόχου της ......, 18. "Ανώνυμης Γεωργικής-Εμπορικής Δασοκτηματικής Εταιρίας Κων/νος Ανιτσάς", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Κων/νο Ανιτσά, 19. ....., 20. α) ......, β) ......, 21......., 22. ......., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 23. .....,24. ......, 25. ......, 26. ....., 27. ...... και ως καθολικής διαδόχου της ......, 28. ....., και ως καθολικού διαδόχου της ....., 29. ......, 30. ......, 31. ......, 32. ......, 33. α) ....., β) ......, γ) ......, δ) ....., ε) ...., στ) ...... και ζ) ......, εκ διαθήκης κληρονόμων του .... .Στο σημείο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αναστάσιος Πίσπας, δήλωσε ότι: Α. Η 7η αναιρεσείουσα (......) απεβίωσε στις 4-1-2008 και κληρονομήθηκε από τις: α) ..... (ήδη 8η αναιρεσείουσα), β) .......(ήδη 10η αναιρεσείουσα) και γ) ....... (ήδη 11η αναιρεσείουσα) οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Β. Η 22η αναιρεσείουσα (......), απεβίωσε στις 10-9-2007 και κληρονομήθηκε από την θυγατέρα της Χ22α η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πίσπα.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 493/1995 προδικαστική, 187/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 382/2003 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-4-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 13-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, μετά την, εξαιτίας του θανάτου της εβδόμης και εικοστής δευτέρας αναιρεσείουσας στις 4-1-2008 και 10-9-2007, αντίστοιχα, βίαιη διακοπή της δίκης επί της κρινόμενης από 3-4-2006 αιτήσεως για αναίρεση της 382/2003 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, νομίμως αυτή επαναλαμβάνεται και συνεχίζεται με την καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου ρητή δήλωση αφενός μεν των 8ης, 10ης και 11ης των αναιρεσειουσών, αφετέρου δε της Χ22α ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων, αντίστοιχα, των ως άνω αποβιωσασών διαδίκων (άρθρα 286 περ. α' και 290 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118-120 του ίδιου Κώδικα στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν ελλείπει σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως.
Συνίστανται δε οι πλημμέλειες της απόφασης και σε νομικά και πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα.
Τούτο δε διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, με βάση τα συνδεόμενα με αυτή μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης εφέσεως του αναιρεσίβλητου, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σ' αυτό διαλαμβάνεται ως λόγος εφέσεως η αιτίαση ότι "εσφαλμένως, κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, δεχθείσα ότι συγκύριοι του ανωτέρω δασοκτήματος τυγχάνουν οι εφεσίβλητοι με έκτακτη χρησικτησία...".
Με βάση το λόγο αυτό ζητείται στο αιτητικό του ίδιου δικογράφου να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων. Με το παραπάνω περιεχόμενο η έφεση είναι πλήρως ορισμένη και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αυτής, όχι παρά το νόμο δεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης της έφεσης ως απαράδεκτης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση ένεκα του σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Εξάλλου, όπως συνάγεται από το άρθρο 559 αρ. 10 περ. β' ΚΠολΔ, ο στηριζόμενος στη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για την παρά το νόμο παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να ταχθεί απόδειξη γι' αυτά, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι η πλημμέλεια της οικείας προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως προτάθηκε στο Εφετείο, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε τέλος για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσία την κύρια βάση της στηριζόμενης σε παράγωγο τρόπο ένδικης αναγνωριστικής της συγκυριότητας των αναιρεσειόντων επί του επίδικου ακινήτου αγωγής, μολονότι η πρωτόδικη απόφαση είχε απορρίψει τη βάση αυτή κατ' ουσίαν και είχε δεχθεί την επικουρική βάση αυτής, που στηρίζεται στην με έκτακτη χρησικτησία κτήση της συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, το δε αναιρεσίβλητο και τότε εναγόμενο με την υπ' αυτού ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση του προσέβαλε την τελευταία μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την γενόμενη δεκτή επικουρική βάση της αγωγής, ως προς την οποία και μόνο μεταβιβάστηκε στο Εφετείο η κρινόμενη υπόθεση.
Περαιτέρω, με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της απόρριψης της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής χωρίς να ταχθούν αποδείξεις γι' αυτή. Τέλος, με το τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 438, 439 και 449 ΚΠολΔ σχετικά με την δύναμη του αναφερομένου στο αναιρετήριο δημόσιου αλλοδαπού εγγράφου (τίτλου ιδιοκτησίας), το οποίο οι αναιρεσείοντές είχαν προσκομίσει προς απόδειξη της προαναφερθείσας κυρίας βάσεως της αγωγής τους, και β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου, προκειμένου να απορρίψει την ίδια ως άνω αγωγική βάση.
Από τους προαναφερόμενους λόγους αναίρεσης ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού (αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται, ότι η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια της προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάθηκε στο Εφετείο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να απορριφθούν, ωσαύτως, ως απαράδεκτοι, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων να ανατρέψουν την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα των σφαλμάτων που αναφέρονται σ' αυτούς, ως προς την κυρία βάση της αγωγής, ενόψει του ότι α) η βάση αυτή έχει απορριφθεί κατ' ουσίαν με την πρωτόδικη απόφαση, και β) δεν έχει μεταβιβαστεί στο Εφετείο προς έρευνα με έφεση ή προσθέτους λόγους εφέσεως οιουδήποτε διαδίκου.
IV. Επειδή, ο έκτος από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μη λήψη υπόψη της 989/1906 απόφασης του Πλημμελειοδικείου Βόλου, την οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη της απορριφθείσας επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκείμενου να καταλήξει στην απόρριψη της ως άνω αγωγικής βάσεως, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα "και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι", από τη γενική δε αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι, παρόλο που δεν την μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά η τελευταία, έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε την ως άνω απόφαση, την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
V. Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (739), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (5014), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (414), ν. 6 Πανδ. (443), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (181) και 7 παρ. 3 Πανδ. (233) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, το οποίο έχει στην ένδικη υπόθεση εφαρμογή, βάσει του άρθρου 51 του Εισ.Ν.ΑΚ., γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αν είχε νεμηθεί αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία, με τη δυνατότητα να συνυπολογίσει στη δική του νομή και την με ίδια προσόντα νομή του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Καλή πίστη συνιστά η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού. Τη συνδρομή δε ή μη της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης κατάστασης, συμπερασματικά από τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής: "Δεν αποδείχθηκε ο επικουρικός ισχυρισμός των εναγόντων, σύμφωνα με τον οποίο οι δικαιοπάροχοι αυτών απέκτησαν σε κάθε περίπτωση την κυριότητα του επίδικου δάσους με χρησικτησία, επειδή νεμήθηκαν αυτό με διάνοια κυρίων και καλή πίστη από το έτος 1881 μέχρι την 11-9-1915, ήτοι για χρόνο υπερβαίνοντα τα τριάντα έτη.
Προέκυψε βεβαίως ότι τόσο ο αρχικός δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ, όσο και οι κληρονόμοι του, επωφελούμενοι και αξιοποιώντας την προς αυτούς εύνοια των τοπικών κατοχικών αρχών κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, καθώς και ορισμένων παραγόντων του υπό σύσταση ελληνικού κράτους στη συνέχεια, επιχείρησαν και πέτυχαν να θέσουν υπό τον έλεγχο τους μεγάλο μέρος της επίδικης έκτασης και να υποχρεώνουν πολλούς κατοίκους της περιοχής να τους καταβάλλουν χρηματικές παροχές, προκειμένου να τους επιτρέπουν είτε να αποκομίζουν εκείθεν δασικά προϊόντα, είτε να βόσκουν τα ποίμνια τους (προσκομίζονται μάλιστα πολυάριθμα έγγραφα συμφωνητικά, με τα οποία οι ενδιαφερόμενοι δέχονταν να καταβάλλουν τέτοια ανταλλάγματα, καθώς και πολυάριθμες αποφάσεις του Πταισματοδικείου, με τις οποίες κάτοικοι της περιοχής τιμωρήθηκαν για υλοτομία "ιδιωτικού δάσους άνευ της νομίμου δασονομικής αδείας").
Παρά ταύτα, όμως, ουδέποτε οι αρμόδιες οθωμανικές ή ελληνικές αρχές παραχώρησαν σ' αυτούς κατά κυριότητα τις επίδικες εκτάσεις με τις προβλεπόμενες κατά περίπτωση νόμιμες διαδικασίες, ούτε αναγνώρισαν σ' αυτούς τέτοιο δικαίωμα. Τούτο δε, προφανώς, ήταν καλώς γνωστό στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και, γι' αυτό, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο τους, ως νομέων, το στοιχείο της καλής πίστης, που, όπως προαναφέρθηκε ήταν απαραίτητο για την απόκτηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου με χρησικτησία κατά το δίκαιο που ίσχυε στο κρίσιμο ως άνω διάστημα (1881-1915).
Ειδικότερα, για το ζήτημα αυτό πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: (Α) Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 321/1887 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Βόλω Πρωτοδικών, κατά το έτος 1886 (ήτοι πέντε μόλις έτη μετά την απελευθέρωση της περιοχής) τα τέσσερα τέκνα του Χ ενήγαγαν δώδεκα "ανθρακείς", κατοίκους .... -υπέρ των οποίων παρενέβη η κοινότητα ....- και ιστορούσαν στο από 3 Μαρτίου 1886 αγωγικό τους δικόγραφο ότι: "προ 14 ετών είχον υπό την κατοχήν και κυριότητά των κοινώς και αδιαιρέτως...
εκ κληρονομιάς του πατρός των Ψ, το εντός της περιφερείας Ζαγοράς κείμενον κτήμα ονόματι ..... εκτάσεως ως έγγιστα 35.000 στρεμμάτων... ενεργούντες την διάνοια κυρίου κατοχήν και νομήν... αλλ' οι εναγόμενοι αυτοί τε και δι' άλλων διανοούμενοι την βία κατάληψιν μέρους του ρηθέντος κτήματος των άνευ ουδενός δικαιώματος εισέβαλον εν αυτώ περί το τέλος Μαρτίου και αρχές Απριλίου Π.Ε. (σημ.
δηλαδή του έτους 1885) ... και ήρχισαν αναμίξ υλοτομούντες εν αυτώ κατασκευάζοντες άνθρακας και προξενήσαντες εις αυτούς ζημίαν δραχμών 2000...". Ζητούσαν δε οι ενάγοντες "να υποχρεωθώσι του λοιπού οι εναγόμενοι... να παύσωσι την διατάραξιν... και να τοις πληρώσωσι λόγω αποζημιώσεως δραχμάς 2000 εντόκως...". Μετά τη διεξαγωγή εμμαρτύρων αποδείξεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζαγοράς, ως εισηγητού δικαστού, η αγωγή έγινε δεκτή με την ανωτέρω απόφαση περί της οποίας πρέπει να σημειωθούν τα εξής: (α) Όπως προαναφέρθηκε, αντικείμενο της δίκης εκείνης ήταν η προστασία της κατοχής των εναγόντων επί του ακινήτου και όχι η επ' αυτού κυριότητα, μολονότι οι ενάγοντες επεκαλούντο το δικαίωμα αυτό, χωρίς να διευκρινίζουν τον τρόπο με τον οποίο το είχαν αποκτήσει. (β) Η σχετική με το αποδεικτέο θέμα περικοπή της αποφάσεως είχε ως εξής: "Εκ των καταθέσεων των είκοσι επτά, κατά το πλείστον υπέρ 70 ετών μαρτύρων αποδείξεως επί του θέματος...
λίαν ισχυρώς υποστηρίζονται αν μη και αποδείκνυνται τελείως τα εξής κεφαλαιώδη, ότι τα εν τη αγωγή περιγραφόμενα όρια είναι ακριβώς τα όρια του κτήματος ".....", ότι εντός των ορίων τούτων κείνται γενικώς αϊ επίδικοι θέσεις, ότι το κτήμα τούτο μετά των επιδίκων διακατέχουσι ψυχή δεσπότου από τριακονταετίας και πλέον το πρώτον ο πατήρ των εναγόντων και μετά θάνατον αυτού οι ίδιοι ενάγοντες, ότι ούτοι εμίσθωνον αεί ποτέ τα εν αυταίς βοσκάς, ότι οι βουλόμενοι να ξυλεύονται εις τα εν αυταίς δάση εκ των κατοίκων της ....ελάμβανον άδειαν από τους ενάγοντας προς ους και δικαίωμα επλήρωναν, το καλούμενον "τσεκουριάτικο", ότι ...
οι εναγόμενοι, οίτινες εφρόνουν, ως και εξέφρασαν, ότι αρκετά εχάρησαν το κτήμα των οι ενάγοντες, επήλθον αυτοδυνάμως ... κατά τον μήνα Απρίλιον του 1885 έτους υλοτόμησαν... και κατεσκεύασαν άνθρακας και μεγάλως εζημίωσαν τους ενάγοντας...". (γ) Ενώ τόσον οι τότε ενάγοντες (ρητώς) όσο και το Δικαστήριο (εμμέσως) αναφέρονται στο ζήτημα της κυριότητας επί του "κτήματος ....¨ ούτε νύξη δεν κάνουν για την ύπαρξη των τίτλων, των οποίων σήμερα γίνεται επίκληση, παρόλο που υποτίθεται ότι όχι μόνον είχαν αυτούς στην κατοχή τους, αλλά και είχαν φροντίσει να τους μεταφράσουν από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα λίγους μήνες πριν από την προσβολή της κατοχής τους από τους εναγομένους (οι επικαλούμενες μεταφράσεις φέρονται ότι έγιναν τους μήνες Ιούνιο-Ιούλιο 1884).
Η απόφαση μάλιστα αναφέρεται εμμέσως σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία, πράγμα που δεν προβλεπόταν καν ως θεσμός από το οθωμανικό δίκαιο. (Β) Ενδεικτικά της κακής πίστεως και της επεκτατικής πρακτικής των δικαιοπαρόχων των εναγόντων εις βάρος των "εθνικών εκτάσεων" είναι τα κατωτέρω αποσπάσματα του υπ' αριθμ. 122138/22-12-1907 εγγράφου του Υπουργού Οικονομικών προς τον Δασάρχη και τον Οικονομικό Έφορο Βόλου : "Παραγγέλομεν όπως άρξησθε της εκδόσεως αδειών υλοτομίας...
επί καταβολή του νενομισμένου δικαιώματος του Δημοσίου, ως επί δάσους ιδιοκτήτου, αφού όμως πρότερον μεταβήτε αυτοπροσώπως επιτοπίως και εξακριβώσητε ότι αι περιγραφόμεναι δασικοί εκτάσεις... περιέχονται εντός των τίτλων της ιδιοκτησίας των, καθόσον εκ του υπόψη ημών τίτλου εμφαίνεται ότι ανεγνωρίσθησαν ως ιδιόκτητα μόνον δεκαπέντε χιλιάδες στρέμματα και ότι εξ αυτών είναι σειρά ορέων και δασών μόνον δέκα χιλιάδες στρέμματα, ενώ οι ιδιοκτήται εις τους...
πίνακας υλοτομίας αναγράφουσι τριπλασίαν δασικήν έκτασιν και προφανές καθίσταται ότι επιδιώκεται η καταπάτησις παρακειμένων εθνικών δασικών εκτάσεων...". Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι -ενώ αναφέρεται διηγηματικώς και παρεμπιπτόντως ότι είχε αναγνωρισθεί ως ιδιόκτητο δάσος δέκα χιλιάδων στρεμμάτων- το ανωτέρω έγγραφο καταλήγει ως εξής: "Εν τέλει παραγγέλομεν όπως ζητήσετε παρά των ιδιοκτητών αντίγραφα των συμβολαίων, δι' ων περιήλθαν εις αυτούς τα ειρημένα δάση (σημ.
προφανώς αναφέρεται σε εκείνα των δέκα χιλιάδων στρεμμάτων), καθόσον ο υπόψη ημών τίτλος (σημ.: προφανώς αναφέρεται σε πράξη αναγνώρισης και όχι σε τίτλο ιδιοκτησίας), αναγράφει ότι εξεδόθη επ' ονόματι .......,..... και ........ και δεν υπάρχει εν τω οικείω φακέλλω το εκχωρητήριον, δι' ου μεταβιβάσθη εις τους σημερινούς κυρίους το περί ου πρόκειται χωρίον".
Κατά το επόμενο έτος, ο Επιθεωρητής Δασών Θεσσαλίας στο υπ' αριθμ. ..... έγγραφο του προς το Υπουργείο επί τον Οικονομικών αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Τον υπό των ιδιοκτητών κατεχόμενον και επιδειχθέντα μοι πρωτότυπον τουρκικόν τίτλον (ταπίον) και άλλοτε προ ετών υποβληθέντα τω Σ. Υπουργείω και επιστραφέντα αυτοίς, παρώτρυνα συμφώνως τας διαταγαίς υπ' αριθμ. 122138 π.έ. 18250 ε.έ.
κλπ. να υποβάλωσι τω Σ. Υπουργείω, όπερ και εγένετο δια του Δασάρχου Βόλου. Το ιστορικόν δε της προελεύσεως του κτήματος κατά τον εκ των ιδιοκτητών......, εστίν ότι το ακμάζον εκ 200-300 οικογενειών, προς της Ελ. Επαναστάσεως του 1821, τούτο χωρίον, επαναστάτησαν κατά ταύτην επυρπολήθη και κατεστράφη υπό των τούρκων και κατελήφθη δημευθέν υπό της τότε Τουρκικής Κυβερνήσεως, των κατοίκων καταφυγόντων εις την Ελλάδα...
Εκποιηθέν δε υπό του Οθωμανικού Δημοσίου το δημευθέν τούτο ερημωμένον χωρίον, εν όλη αυτού τη περιφέρεια, ηγοράσθη υπό τινός Οθωμανού εν συνεταιρισμώ μετά του εκ Ζαγοράς ..... (εσφαλμένως εν τω τίτλω αντί .....) του νυν ....., ω μετέπειτα περιήλθεν ολοκληρωτικώς εκδοθέντων τεσσάρων τοπίων....".
(Γ) Τέλος, στο ένδικο ζήτημα αναφέρεται και το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο του Δασαρχείου Βόλου προς το Υπουργείο Γεωργίας, του οποίου παρατίθενται τα ακόλουθα αποσπάσματα: "Ενώ δε έβαινε κανονικώς η υλοτομία... οι κάτοικοι ...... προεκάλεσαν προσωρινά μέτρα δια του Ειρηνοδίκου Βόλου την 16 Ιουλίου ε.έ. όστις δια της υπ' αριθμ. 69 ε.έ.
αποφάσεώς του επεδίκασε τας θέσεις ταύτας εις την Κοινότητα ....... Είτα όμως οι ιδιοκτήται ...... θεωρούντες τον Ειρηνοδίκην Βόλου αναρμόδιον... έλαβον προσωρινά μέτρα κατά της Κοινότητος ....... Ο Ειρηνοδίκης Ζαγοράς... επεδίκασε τας ως άνω θέσεις, όλως αντιθέτως προς τον Ειρηνοδίκην Βόλου, εις τους ιδιόκτητος .....
δια της υπ' αριθμ. 8 ε.έ. αποφάσεως του... Αν.... θεωρηθεί ο τίτλος .... ισχυρότερος του των ιδιοκτητών ...... τότε αϊ διαφιλονικούμεναι θέσεις περιλαμβάνονται εις το δάσος περιφερείας ...., όπερ δι' ....αγωγής αμφισβητεί το δημόσιον... Ενόψει όλων αυτών, καθίσταται σαφές, ότι ούτε ηκατοχή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων επί του επιδίκου δάσους υπήρξε ποτέ καλόπιστη και αδιατάρακτη, ούτε αναγνωρίσθηκε ποτέ από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τη νόμιμη διαδικασία και από αρμόδιο αυτού όργανο δικαίωμα κυριότητας των πρώτων επί του επιδίκου.
Έτσι, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν μεταβίβασαν σ' αυτούς το ένδικο εμπράγματο δικαίωμα, αφού ούτε και εκείνοι το είχαν ποτέ αποκτήσει". Με βάση δε τα παραπάνω περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου - αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την ένδικη αγωγή των εναγουσών - αναιρεσειόντων κατά την επικουρική βάση αυτής περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία.
Ενόψει αυτών το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πλήρες, σαφές και χωρίς αντιφάσεις και δεν παραβιάζει τις προεκτεθείσες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, γι' αυτό είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προβάλλονται με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προμνημονεύθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2006 αίτηση για αναίρεση των Χ1 κ.λ.π. της με αριθμό 382/2003 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2008. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ