Appeal dismissed against one defendant but allowed against another due to procedural standing and partial non-examination of claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the second defendant, ATTEMKA, because the appellant had already won the appeal against them and thus lacked standing to appeal. However, the appeal against the first defendant, ATTICAT, was allowed in part because the lower court failed to examine a supplementary claim based on unjust enrichment. The court ruled that the appellant could only appeal against the first defendant regarding the unexamined portion of their claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556(1) C.P.D.; Art. 577(2) C.P.D.; Art. 580(3) C.P.D.; Art. 741 A.C.; Art. 20 Commercial Law; Art. 2 of the Decree of 2/14-5-1835: A party who wins an appeal against a defendant cannot subsequently appeal against the plaintiff regarding that same defendant, but may appeal against the other defendant only to the extent that the lower court did not examine a supplementary basis of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1608 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1608/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και διόρισε στο ακροατήριο και τον δικηγόρο Θεμιστοκλή Σκούρα.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΑΤΤΙ - ΚΑΤ ΑΤΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της «Σ.ΣΙΓΑΛΑΣ ΑΤΕ», λόγω συγχωνεύσεως δι'απορροφήσεως, 2.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΤΕΜΚΑ ΑΤΕ», που εδρεύει στο Π.Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πετρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4089/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/3/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναίρεσης. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του δικηγόρος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος κλπ, προκύπτει ότι, ο εφεσίβλητος που νίκησε στην κατ' έφεση δίκη, γιατί απορρίφθηκε η εναντίον του ασκηθείσα έφεση, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση κατά του εκκαλούντος, του οποίου η έφεση απορρίφθηκε.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΤΕΜΚΑ ΑΤΕ», είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., γιατί η έφεση της αναιρεσίβλητης αυτής απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως, ως προς αυτή ο αναιρεσείων έχει νικήσει.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 741 του ΑΚ, 20 του Εμπορικού Νόμου και 2 του Διατάγματος της 2/14-5-1835 «Περί αρμοδιότητος των Εμποροδικείων» συνάγεται ότι, η κοινοπραξία, που με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της, αναλαμβάνει ως ανάδοχος την εκτέλεση τεχνικού έργου, το οποίο κατά τα ουσιώδη στοιχεία του αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, έχει το χαρακτήρα ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας.
Εάν δεν υποβλήθηκε στις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπει το άρθρο 42 του Εμπορικού Νόμου για τις ομόρρυθμες εταιρείες, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρεία «εν τοις πράγμασι». Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Οι δύο αναιρεσίβλητες εταιρίες, η εταιρία με την επωνυμία «ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΤΕ» και ο πολιτικός μηχανικός ....συνέστησαν με το από 21-7-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό κοινοπραξία για την εκτέλεση έργου της Παναιγιάλειας Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών, την εκτέλεση του οποίου ανέλαβε η πρώτη εναγομένη «Σ.
ΣΙΓΑΛΑΣ ΑΤΕ» μετά από σχετικό διαγωνισμό, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών μελών της κοινοπραξίας. Με το συμφωνητικό σύστασης της κοινοπραξίας συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η χωριστή εκτέλεση και εκμετάλλευση του έργου με την έννοια ότι ο φορέας κατασκευής κάθε τμήματος θα εκτελούσε τις σχετικές εργασίες καλύπτοντας και το κόστος εκτέλεσης αυτών, θα λάμβανε το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα και θα είχε όλες τις θετικές ή αρνητικές συνέπειες από την εκτέλεση του έργου που αναφέρονται στο τμήμα του.
Πιο συγκεκριμένα η δεύτερη αναιρεσίβλητη «ΤΕΜΚΑ ΑΤΕ» ανέλαβε την εκτέλεση και εκμετάλλευση των ηλεκτρομηχανολογικών (Η/Μ) εργασιών και τα λοιπά μέλη ανέλαβαν την εκτέλεση και εκμετάλλευση του τμήματος των οικοδομικών εργασιών του έργου. Μετά την περάτωση και πριν από την οριστική παραλαβή του έργου ανέκυψαν αμφισβητήσεις και διενέξεις που αφορούσαν αποκλειστικά το τμήμα των Η/Μ εργασιών, οι οποίες (αμφισβητήσεις) επιλύθηκαν με την 159/1993 αμετάκλητη απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Κορίνθου, η οποία υποχρέωσε την εργοδότρια να καταβάλει στην εργολήπτρια (πρώτη εναγομένη) το ποσό των 253050932 δραχμών πλέον τόκων επί του ποσού αυτού και 23600000 δρχ.
για αμοιβή του δικαστικού πληρεξουσίου της. Όπως ρητά αναφέρεται στο από 22-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ όλων των μελών της κοινοπραξίας, του αναιρεσείοντος δικηγόρου και του δικηγόρου Ευθυμίου Παναγιωτόπουλου ενόψει της αναμενόμενης τότε συναινετικής επίλυσης της διαφοράς με την εργοδότρια, η διαιτητική δίκη διεξήχθη τυπικά και κατ' ανάγκη στο όνομα της πρώτης εναγομένης (Σ.
ΣΙΓΑΛΑΣ ΑΤΕ), επειδή αυτή είχε συμβληθεί ως εργολήπτρια με την παραπάνω εργοδότρια, αλλά πραγματική δικαιούχος του ποσού που επιδικάστηκε ήταν μόνο η δεύτερη αναιρεσίβλητη (ΤΕΜΚΑ ΑΤΕ), η οποία ήταν φορέας του έργου που αφορούσε η διαιτητική διαφορά και η οποία κάλυπτε και τις δαπάνες διεξαγωγής της δίκης (όροι 3, 4 και 5 των συμφωνιών).
Στο από 22-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται επίσης σχετικά με τη διαιτητική δίκη ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε συμβληθεί με τον αναιρεσείοντα δικηγόρο και η πρώτη εναγομένη, ως ανάδοχος του έργου τον εφοδίασε με το 7574/16-12-1991 ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ελένης Παπουτσάκη-Ιωακείμ για τις ανάγκες διεξαγωγής της δίκης, το οποίο αυτή ανακάλεσε με τη 12205/22-10-1993 συμβολαιογραφική πράξη (της συμβολαιογράφου Ειρήνης Μπορόβα) ύστερα από επιστολή της δεύτερης αναιρεσίβλητης για διακοπή της συνεργασίας της με τον αναιρεσείοντα.
Ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανέθεσε τη συνέχιση της υπόθεσης στο δικηγόρο Ευθ. Παναγιωτόπουλο, στον οποίο η πρώτη εναγομένη χορήγησε το 12206/22-10-1993 δικαστικό πληρεξούσιο, που ανακλήθηκε αργότερα με την 14386/24-7-1996 συμβολαιογραφική πράξη. Και ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη συνήψε τα από 23-4-1992 και από 17-12-1992 ιδιωτικά συμφωνητικά καθορισμού αμοιβής του αναιρεσείοντος για τη δίκη της διαιτησίας και το από 6-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό καθορισμού αμοιβής του δικηγόρου Ευθ.
Παναγιωτόπουλου, τα οποία έπαυσαν να ισχύουν με την υπογραφή του από 22-1-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού (όροι 8, 9 και 10 του προοιμίου και άρθρο 5 των συμφωνιών). Περαιτέρω με το από 22-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό έγινε ανακαθορισμός της αμοιβής του αναιρεσείοντος με ταυτόχρονη κατάργηση των προαναφερομένων ιδιωτικών συμφωνητικών μεταξύ αυτού και της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα συμφωνήθηκε (άρθρο 3) ότι ο αναιρεσείων θα λάβει ως αμοιβή το ποσό των 2360000 δρχ., που επιδικάστηκε ως δικηγορική αμοιβή με τη διαιτητική απόφαση, με επί πλέον προσαύξηση ποσοστού 7% επί του ποσού που θα εισέπραττε η δεύτερη αναιρεσίβλητη πέραν των 259000000 δρχ. Επίσης ο αναιρεσείων θα λάμβανε ως αμοιβή το ποσό των 15000000δρχ., εισπράττοντας δύο τραπεζικές επιταγές και η δεύτερη αναιρεσίβλητη θα βαρυνόταν με το ποσό φόρου 15% επί της αξίας των δελτίων παροχής υπηρεσιών.
Εντολή για διεξαγωγή της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 159/1993 αμετάκλητη απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Κορίνθου δόθηκε προς τον αναιρεσείοντα μόνο από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη προφορικά πριν από τη σύνταξη του 7574/16-12-1991 ειδικού πληρεξουσίου, το οποίο συντάχθηκε μετά από σχετικό αίτημα της δεύτερης αναιρεσίβλητης και με το οποίο η πρώτη εναγομένη χορήγησε στον αναιρεσείοντα την εξουσία να ενεργεί ως δικαστικός πληρεξούσιός της στη δίκη με τη ρητή διευκρίνιση σ' αυτό ότι η επίδικη απαίτηση είναι της δεύτερης εναγομένης και με την κοινή επίγνωση όλων (αναιρεσείοντος και εναγομένων) ότι ο αναιρεσείων ενεργεί στη συγκεκριμένη υπόθεση ως εντολοδόχος και για λογαριασμό μόνο της δεύτερης αναιρεσίβλήτης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ενώ ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη «ΑΤΤΙΚΑΤ-ΑΤΕ», η οποία έχει διαδεχθεί με απορρόφηση την πρώτη εναγομένη «Σ. ΣΙΓΑΛΑΣ ΑΤΕ»,έγινε δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτή.
Όπως προκύπτει από όσα εκτέθηκαν παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ότι υποχρέα προς καταβολή της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος από την εκτεθείσα ενασχόλησή του είναι μόνο η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και ότι επομένως, η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια νομική της βάση από τη συμφωνία των διαδίκων, είναι βάσιμη μόνο ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και όχι την και ως προς την πρώτη.
Επομένως, ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 22 του Εμπ. Νόμου, επειδή το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι, η πιο πάνω κοινοπραξία ήταν ομόρρυθμη εταιρία «εν τοις πράγμασι» και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ευθύνεται εις ολόκληρον με τα άλλα μέλη της κοινοπραξίας και με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη για την πληρωμή της αμοιβής του αναιρεσείοντος, ως εκ του ότι η κοινοπραξία είναι εκ του νόμου ομόρρυθμη εν τοις πράγμασι εμπορική εταιρεία πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, ενόψει του ότι κατά τις ρηθείσες και αναιρετικώς ανέλεγκτες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, η εντολή προς εκπροσώπηση και διεξαγωγή της διαιτητικής δίκης δόθηκε τοις πράγμασι ατομικώς και μόνον και προς ίδιον αυτής συμφέρον από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και η χορήγηση της εντολής, με το προαναφερθέν πληρεξούσιο, από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων προς τον αναιρεσείοντα κατόπιν σχετικού αιτήματος της δευτέρας τούτων (αναιρεσιβλήτων) εγένετο με τη ρητή διευκρίνιση σε αυτό ότι η επίδικος απαίτηση είναι της τελευταίας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και με κοινή επίγνωση όλων ότι, ο αναιρεσείων ενεργεί στη συγκεκριμένη υπόθεση ως εντολοδόχος και για λογαριασμό της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και όχι από αυτήν ή άλλον ως εκπρόσωπο της κοινοπραξίας και συνεπώς μόνη υποχρέα προς καταβολήν της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος είναι η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων και όχι και η πρώτη τούτων ως ομόρρυθμο μέλος της εν τοις πράγμασι εμπορικής εταιρείας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από τις αναιρεσίβλητες και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, με το 7574/16-12-1991 ειδικό πληρεξούσιο δόθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη δικαστική πληρεξουσιότητα στον αναιρεσείοντα και όχι εντολή για τη διενέργεια δικηγορικών υπηρεσιών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η πιο πάνω παραδοχή του Εφετείου δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση»,κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι και η επικουρική βάση της αγωγής, για την οποία το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή τις αιτιολογίες μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τις επικουρικές της νομικές βάσεις και συγκεκριμένα αυτές της πληρωμής της δικηγορικής του αμοιβής σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Η νομική βάση από τις διατάξεις του Κώδικα δικηγόρων απορρίφθηκε από το Εφετείο, αφού δεν δέχθηκε την ύπαρξη εντολής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα (που προϋποθέτει την ευδοκίμησή της). Επομένως, κατά το μέρος αυτό ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ως προς τη νομική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση, η ευδοκίμηση της οποίας δεν προϋποθέτει εντολή, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε.
Επομένως, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα, νομική και ουσιαστική, της επικουρικής αυτής νομικής βάσης της αγωγής, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν νοείται παραμόρφωση του εγγράφου, όταν το δικαστήριο δεν διαπράττει σφάλμα στη διαπίστωση του περιεχομένου του εγγράφου, αλλά αποδίδει στην περιεχόμενη στο έγγραφο δικαιοπραξία εκτιμώντας και τις άλλες αποδείξεις έννοια διαφορετική από αυτή που αποδίδει ο διάδικος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 7574/16-12-1991 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ελένης Παπουτσάκη, επειδή δέχθηκε ότι με αυτό δεν χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα από την πρώτη αναιρεσίβλητη εντολή για παροχή δικηγορικών υπηρεσιών.
Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το Εφετείο δεν διέπραξε σφάλμα στη διαπίστωση του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου, το οποίο ανέγνωσε ορθά, αλλά δέχθηκε ότι με το έγγραφο αυτό( το οποίο, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ανακλήθηκε στη συνέχεια με τη 12205/1993 συμβολαιογραφική πράξη), εφοδιάστηκε ο αναιρεσείων από την πρώτη αναιρεσίβλητη για να μπορέσει να διεξαγάγει τη δίκη ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ήταν η πραγματική δικαιούχος της επίδικης στη δίκη εκείνη απαιτήσεως.
Δηλαδή το Εφετείο απέδωσε συνεκτιμώντας και τις άλλες αποδείξεις έννοια διαφορετική στο έγγραφο, από αυτή που αποδίδει ο αναιρεσείων. Το Εφετείο βάσισε την κρίση του, ότι η εντολή για διεξαγωγή της δίκης ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Κορίνθου δόθηκε προφορικά από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στη δίκη ενώπιον του.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου που επικαλείται ο αναιρεσείων), με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς αποδείξεις ότι, η εντολή για διεξαγωγή της δίκης ενώπιον του πιο πάνω διαιτητικού δικαστηρίου δόθηκε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει κατ' αποδοχή του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος μόνο που δεν ερεύνησε την πιο πάνω επικουρική βάση της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Aπορρίπτει την από 9.3.2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 4089/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης αυτής από τετρακόσια (400) ευρώ.
Αναιρεί την 4089/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και κατά το τοιούτο μόνο που δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το άνω μέρος στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ