Appeal dismissed; court ruled appeal inadmissible due to procedural failure and upheld liability for negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the lower court's judgment regarding a traffic accident involving a firefighter. The appellant argued that the lower court erred in finding him jointly liable, but the court found the reasoning sufficient and consistent with the facts. Consequently, the appeal was declared inadmissible for the second defendant and rejected in all other respects, ordering the appellant to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 226 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participate properly, the court examines ex officio whether the opposing party lawfully summoned them; if not, the hearing is inadmissible and the case remitted, otherwise the hearing proceeds despite absence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1607 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1607/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάστηκε με την από ...2015 προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 26/2023, ΑΠ 44/2023, ΑΠ 1191/2023). Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ.
β' του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολιπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 801/2023).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα, πρακτικά της παρούσας απόφασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πρώτος, και δεύτερος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως ο αναιρεσείων και η τρίτη των αναιρεσίβλητων ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α". Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, την οποία επισπεύδει ο αναιρεσείων, είχε οριστεί αρχικά η δικάσιμος της ...2020, κατά την οποία όμως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την ...2022 και εκ νέου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τις δικασίμους της ...2020 και ...2022 οι πρώτος, και δεύτερος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Από την υπ' αριθμ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ευβοίας Α. Α., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της με αρ. πρωτ. ...2022 βεβαίωσης αναβολής του Α. Λ. Γραμματέα του Αρείου Πάγου-Τμήμα Πολιτικό και Αρχείο, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο (...2023) επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω απολιπόμενος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του. Αντίθετα, τέτοια επίδοση δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο-απλό ομόδικο των υπολοίπων, καθώς αφενός μεν ο επισπεύδων αναιρεσείων δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της ...2020 και αφετέρου σύμφωνα με τη με αρ. ...2021 βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ευβοίας Ι.
Α., για τον αναιρεσίβλητο αυτόν δεν κατέστη δυνατή η επίδοση. Επομένως, πρέπει, υφιστάμενης απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω και εφ' όσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση του δεύτερου αναιρεσίβλητου, να χωριστεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτόν, να προχωρήσει νομίμως μεταξύ των παρόντων διαδίκων.
Περαιτέρω, η κρινόμενη (από ...2019 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ...2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ...2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015),είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη με αριθμό ...2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά των ήδη αναιρεσίβλητων την ένδικη, από ...2015 και με αρ.
κατ. ...2015 αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Α. Τ., οδηγώντας το ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου Δ. Γ. και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ, Δ.Χ.Φ αυτοκίνητο προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.
Ζήτησε, δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 102.127,42 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να του καταβάλλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 140.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, με την υπ' αριθμ. .../2017 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 1628,47 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν σε ολόκληρο ο καθένας στον ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Μετά την άσκηση έφεσης από τον ενάγοντα και αντέφεσης από τους εναγόμενους, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν η μεν αντέφεση ως απαράδεκτη, η δε έφεση κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 85/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911.Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση το, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη .../2018 απόφασή του ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "... Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος είναι Πυροσβέστης Πενταετούς Υποχρέωσης, υπηρετεί στην Π.Υ. ...
την ... 2013 από 7.00 έως 22.00 βρισκόταν μαζί με τους συναδέλφους Ε. Δ. του Ν. και Φ. Π. του Α. σε διατεταγμένη υπηρεσία και ειδικότερα σε βάρδια εξωτερική ως πλήρωμα στο ΠΣ ... όχημα. Οδηγός του υδροφόρου πυροσβεστικού οχήματος ήταν ο Ε. Δ., επικεφαλής ο Π.Π.Υ. Φ. Π. και ο ενάγων πλήρωμα του οχήματος. Την ως άνω ημέρα περί ώρα 15.30 το κλιμάκιο του ως άνω πυροσβεστικού πληρώματος έλαβε εντολή από το κέντρο να μεταβεί για κατάσβεση πυρκαγιάς σε πρανές στο ...
της ΝΕΟ Αθηνών Πατρών με κατεύθυνση προς Πάτρα. Στο σημείο εκείνο η εθνική οδός Αθηνών - Πατρών, που είναι άσφαλτος, διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει καμπύλη αριστερή στροφή, με πλάτος οδοστρώματος 3,30 μ, υπάρχει οριζόντια σήμανση με κίτρινη μονή συνεχή διαγράμμιση των ορίων της οδού και κίτρινη γραμμή διακεκομμένη διαχωρισμού των δυο λωρίδων κυκλοφορίας, υφίσταται κάθετη σήμανση Πινακίδα Ρ-52δ σε συνδυασμό με πινακίδα Π-77, πινακίδα Ρ-52α σε συνδυασμό με πινακίδα Π-78 και τοποθέτηση διαδοχικών κώνων καθορισμού λωρίδων κυκλοφορίας νεκρής ζώνης, εντός ζώνης έργων.
Ως προς το ρεύμα πορείας προς Πάτρα υφίσταται πινακίδα Κ-Ιδ (Επικίνδυνη δεξιά στροφή), πινακίδα ΚΙ 2 και πινακίδα Κ-25. Το όριο ταχύτητας καθορίζεται με πινακίδα Ρ-32 στο ανώτατο όριο των 50 χλμ/ώρα. Η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, υπήρχε επαρκής φωτισμός ημέρας, υφίσταντο έργα επί της οδού, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια και η ορατότητα ήταν μη περιοριζόμενη.
Όταν, λίγα λεπτά της ώρας αργότερα κατέφτασε το ως άνω πυροσβεστικό όχημα με το πλήρωμα του στο ως άνω χιλιομετρικό σημείο της φωτιάς, και δη στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα, υπήρχαν ήδη εκεί ο εργαζόμενος στην διαχειρίστρια εταιρεία ΟΛΥΜΠΙΑ ΟΔΟ, Φ. Α. με ένα όχημα αυτής και ένα περιπολικό της Τροχαίας με πλήρωμα τον αστυφύλακα τον Κ.
Π., οι οποίοι υπέδειξαν το σημείο όπου θα στάθμευε το πυροσβεστικό όχημα και συγκεκριμένα υπεδείχθη η νησίδα (νεκρή ζώνη) στο μέσο της οδού με μέτωπο προς Πάτρα. Ο παριστάμενος δε αστυνομικός συνέστησε στο πλήρωμα του πυροσβεστικού οχήματος να παραμείνουν εντός αυτού και να περιμένουν περαιτέρω οδηγίες του πριν αποβιβαστούν από αυτό και προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η φωτιά, η οποία ήταν μικρής εκτάσεως, είχε ήδη κατασβηστεί από ενέργειες του εργαζομένου της διαχειρίστριας εταιρείας Φ. Α., ο οποίος καταφθάνοντας πρώτος στο ως άνω σημείο και ακολουθώντας το εγκεκριμένο εγχειρίδιο λειτουργίας ενημέρωσε τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης (τροχαία και πυροσβεστική) και έλαβε τα πρώτα μέτρα έκτακτης ανάγκης, ήτοι με την χρήση δύο πυροσβεστήρων προέβη στην κατάσβεση της μικρής εστίας φωτιάς.
Ο ως άνω αστυνομικός ξεκίνησε με το περιπολικό του προς κατεύθυνση προς Αθήνα, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την διακοπή της κυκλοφορίας, επειδή δε το σημείο, που είχε εκδηλωθεί η πυρκαγιά, βρισκόταν στην κορυφή κυρτής στροφής προς τα αριστερά, η διακοπή της κυκλοφορίας θα πραγματοποιούνταν με βραδυπορία, προκαλώντας με αυτό τον τρόπο τεχνητή ανάσχεση των οχημάτων και κατόπιν ολοκληρωτική διακοπή της κυκλοφορίας.
Συγχρόνως ο εργαζόμενος της διαχειρίστριας εταιρείας Κ. Σ. είχε φθάσει στο ύψος της 124 χλμ θέσης, σημείο στο οποίο ήταν και η αρχή της ζώνης έργων, προκειμένου, κατόπιν εντολής της τροχαίας να καταστήσει δυνατή την βραδυπορία των οχημάτων, ανάβοντας τους φάρους του οχήματος του, το φωτεινό σημείο X και μήνυμα "ελαττώστε ταχύτητα".
Εν τω μεταξύ, πριν ξεκινήσει η βραδυπορία των οχημάτων και αφού αποχώρησε από το ως άνω σημείο ο αστυφύλακας Π. κατέφθασε στο σημείο έτερο περιπολικό της τροχαίας με πλήρωμα τους Ανθυπαστυνόμο Π. Ν. και Αρχιφύλακα Σ. Δ., οι οποίοι, αφού διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε πυρκαγιά συνέχισαν την πορεία τους, καθώς η κυκλοφορία των οχημάτων διεξάγονταν κανονικά με σκοπό να ενεργήσουν αναστροφή σε σημείο, που θα τους το επέτρεπε, προκειμένου να επιστρέφουν ξανά στο ως άνω σημείο και να εξακριβώσουν το λόγο παραμονής των ως άνω οχημάτων εκεί καθώς δεν διαπίστωσαν ίχνη πυρκαγιάς.
Μόλις διήλθε το ως άνω περιπολικό, οι πυροσβέστες, χωρίς να περιμένουν, οποιαδήποτε οδηγία, από τον αστυφύλακα τον Κ. Π., ως όφειλαν, άπλωσαν το αυλό κάθετα στο οδόστρωμα, διασχίζοντας αυτό μέχρι το πρανές, το οποίο και θα κατέβρεχαν για να προλάβουν, τυχόν αναζωπύρωση πυρκαγιάς. Ειδικότερα, ο Π.Π.Υ. Φ. Π. του Α., δίνοντας εντολή στον ενάγοντα και συνδράμοντας τον στην ανάπτυξη του αυλού τραβούσε τις σωλήνες προκειμένου να αναπτυχθεί η εγκατάσταση του ελαστικού κατάσβεσης, την κορυφή του οποίου κρατούσε ο ενάγων, ενώ ο Πυροσβέστης Ε.
Δ. του Ν. βρισκόταν στην αντλία και τους παρακολουθούσε, για να τους διοχετεύσει το νερό, όταν θα ήταν έτοιμοι. Όταν ο ενάγων πέρασε το οδόστρωμα και βρισκόταν ήδη στο πρανές ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου), ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) κινείτο με ταχύτητα 78 χλμ/ώρα αντί του νομίμως επιτρεπόμενου των 50 χιλ./ώρα, στο ρεύμα κυκλοφορίας από Αθήνα προς Πάτρα, έμπροσθεν δε αυτού προπορεύονταν άλλα δύο φορτηγά αυτοκίνητα αγνώστων λοιπών στοιχείων.
Βλέποντας τη κίνηση των φορτηγών αυτοκινήτων ο εναγόμενος, πάτησε με το πόδι του το πιστόλι του αυλού, ο οποίος, άνευ ροής ύδατος, αναπήδησε κατά την διέλευση του προπορευόμενου από τον εναγόμενο οχήματος και κατά την διέλευση του οχήματος του εναγόμενου, αναπήδησε εκ νέου και εγκλωβίστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ενάγων.
Η κρίση του Δικαστηρίου για τις συνθήκες του ατυχήματος στηρίζεται ιδίως στην από ...2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων Κορινθίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) καθώς και από τις καταθέσεις και έγγραφες εξηγήσεις του Φ.
Α., ο οποίος επιβεβαίωσε τα ως άνω περιστατικά αναφέρει τόσο στην από ...2013 έκθεση ένορκης εξετάσεις, όσο και στις από ...2014 έγγραφες εξηγήσεις του ότι οι πυροσβέστες άπλωσαν τον αυλό πριν ξεκινήσει η βραδυπορία των οχημάτων και τους φώναξε ότι είναι επικίνδυνο να απλώνουν την αντλία καθώς η βραδυπορία δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί.
Αντίθετα οι ισχυρισμοί του Φ. Π. και του ενάγοντος δεν κρίνονται πειστικοί, καθώς ο πρώτος στην από ...2013 ένορκη κατάθεση του αναφέρει ότι του έκαναν νόημα οι αστυνομικοί του δεύτερου διερχόμενου περιπολικού, ότι διεκόπη η κυκλοφορία, ενώ στις από ...2014 έγγραφες εξηγήσεις του αναφέρει ότι ο υπάλληλος της διαχειρίστριας εταιρείας τον ενημέρωσε ότι διεκόπη η κυκλοφορία, ο δε εναγόμενος ενώ στην από ...2013 ένορκη κατάθεση του ανέφερε ότι ο αστυνομικός του είπε ότι έχει διακοπεί η κυκλοφορία, στην από ...2013 εξέταση κατ' αντιπαράσταση αναφέρει ότι ενημερώθηκε από τον αστυνομικό κατά λέξη ότι η κυκλοφορία "κόβεται".
Άλλωστε τα ανωτέρω ενισχύονται και από τις καταθέσεις των αστυνομικών, Π. Κ., Π. Ν. και Σ. Δ., οι οποίοι ρητά αναφέρουν ότι ο μεν πρώτος τους είπε να μην προβούν σε καμιά ενέργεια μέχρι να τους ειδοποιήσει για την διακοπή της κυκλοφορίας, οι δεύτερος και τρίτος, ότι ποτέ δεν μίλησαν με τους πυροσβέστες. Υπό τα περιστατικά αυτά το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση, ότι το ένδικο ατύχημα και οι από αυτό προκληθείσες συνέπειες τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) τόσο του πρώτου εναγομένου όσο και του ίδιου του ενάγοντος.
Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, κινούμενος με ανώτερη του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητα επί της Ν.Ε.Ο Αθηνών - Πατρών στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Πάτρα, χωρίς να τηρεί την επιβαλλόμενη απόσταση από το προπορευόμενο φορτηγό αγνώστων λοιπών στοιχείων, δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, που μπορούσε αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε να καταβάλει όπως κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός (άρθρο 330 ΑΚ) και συγκεκριμένα δεν οδηγούσε το όχημα του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθώς ενώ κινούταν στην ως άνω οδό, όπου βρίσκονταν το πυροσβεστικό όχημα και οι ως άνω πυροσβέστες, λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη ορατότητα που είχε λόγω της μικρής απόστασης που διατηρούσε από τα προπορευόμενα οχημάτων, αντί να μειώσει την ταχύτητα του, καθώς, όπως ο ίδιος καταθέτει, είδε τον αυλό, ο οποίος αναπήδησε κατά την διέλευση του προπορευόμενου φορτηγού αυτοκινήτου και να διέλθει επιμελώς και με χαμηλή ταχύτητα επάνω από αυτόν συνέχισε την πορεία του με την ίδια, ταχύτητα, με αποτέλεσμα να σύρει αυτόν και να τραυματίσει τον ενάγοντα χωρίς να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος του (παράβαση άρθρων 12 παρ. 16, 19 παρ. 1, 7, 20, 29 Ν. 2696/1999).
Από την άλλη, ο ενάγων, δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός πυροσβέστης, ανεξάρτητα από την όποια εντολή είχε λάβει από το προϊστάμενο του και ενώ ήταν υποχρεωμένος να μην επιχειρήσει να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ΝΕΟ, σύμφωνα με τις υποδείξεις του αστυνομικού οργάνου και δεδομένου, ότι δεν υπήρχε πυρκαγιά σε εξέλιξη, αλλά επιχειρούσαν απλά για να καταβρέξουν το πρανές προς αποφυγή πιθανής αναζωπύρωσης, πριν βεβαιωθεί προηγουμένως, από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο ότι θα μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, όταν θα είχε διακοπεί η κυκλοφορία των διερχομένων οχημάτων, ξεκίνησε να διασχίζει κάθετα την ανωτέρω οδό απλώνοντας την αντλία κατάσβεσης και φθάνοντας στο πρανές χωρίς να ελέγξει αν μπορεί να πράξει αυτό με ασφάλεια τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους συναδέλφους του με αποτέλεσμα κατά την διέλευση του ως άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος να παρασυρθεί από αυτό η αντλία κατάσβεσης (παράβαση άρθρου 29 παρ. 1 Ν. 2696/1999) και το ατύχημα του συνδέεται αιτιωδώς με την συμπεριφορά που επέδειξε ενώ περαιτέρω ως προαναφέρθηκε πάτησε με το πόδι του το πιστόλι του αυλού, ο οποίος αναπήδησε κατά την διέλευση του φορτηγού και τον τραυμάτισε, κίνηση που εξαιτίας της εκπαίδευσης του γνώριζε ότι δεν επιτρέπεται καθόσον εγκυμονεί κίνδυνο για την ασφάλειά του ιδίου και των διερχόμενων οχημάτων.
Η υπαιτιότητα δε αυτών επιμερίζεται, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σε ποσοστό 20% για τον πρώτο εναγόμενο και 80% για τον πεζό - πυροσβέστη. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, η ως άνω ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, κατά το ως άνω ποσοστό (80%)...".
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από …2017 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην επέλευση του ατυχήματος, για την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300, 330 Α.Κ.
και 12 παρ. 1, 17 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 26 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ (N. 2696/1999) και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν και επομένως ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ειδικότερα, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί συγκλίνουσας υπαιτιότητας τόσο του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, όσο και του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, δέχθηκε αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου οδηγώντας με ανώτερη του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητα επί της Ν.Ε.Ο Αθηνών - Πατρών στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Πάτρα όπου ευρίσκετο το πυροσβεστικό όχημα και οι πυροσβέστες, αν και είχε περιορισμένη ορατότητα λόγω της μικρής απόστασης που διατηρούσε από τα προπορευόμενα οχήματα, καθώς επίσης, αν και είδε τον αναπτυχθέντα κάθετα στο οδόστρωμα αυλό να αναπηδά κατά την διέλευση του προπορευόμενου φορτηγού αυτοκινήτου αντί να μειώσει την ταχύτητά του και να διέλθει επιμελώς και με χαμηλή ταχύτητα επάνω από αυτόν, συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα με αποτέλεσμα να σύρει και να τραυματίσει τον ενάγοντα.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι και ο ενάγων, που ήταν πλήρωμα του υδροφόρου πυροσβεστικού οχήματος, ανεξάρτητα από την όποια εντολή είχε λάβει από τον προϊστάμενό του καίτοι δεν υπήρχε πυρκαγιά σε εξέλιξη, α) εισήλθε και διέσχισε κάθετα στο οδόστρωμα της οδού απλώνοντας την αντλία κατάσβεσης και έφθασε στο πρανές, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο ότι θα μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, όταν θα είχε διακοπεί η κυκλοφορία των διερχομένων οχημάτων και χωρίς να ελέγξει αν μπορεί να πράξει αυτό με ασφάλεια τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους συναδέλφους του, β) προέβη σε κίνηση που εξαιτίας της εκπαίδευσής του γνώριζε ότι δεν επιτρέπεται, καθώς εγκυμονεί κίνδυνο για την ασφάλεια του ίδιου και των διερχόμενων οχημάτων και συγκεκριμένα πάτησε με το πόδι του το πιστόλι του αυλού, ο οποίος άνευ ροής ύδατος είχε αναπηδήσει κατά την διέλευση του προπορευόμενου από τον πρώτο εναγόμενο οχήματος και κατά τη διέλευση του οχήματος του εναγομένου αναπήδησε εκ νέου και εγκλωβίστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ίδιος.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος και τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα ήτοι τον τραυματισμό του ενάγοντα. Επίσης, οι παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί συντρέχουσας υπαιτιότητας αμφοτέρων των ως άνω διαδίκων.
Ειδικότερα, ουδεμία αντίφαση υπάρχει από το συμπέρασμα του αποδεικτικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης για συνυπαιτιότητα του ενάγοντα με τα προπαρατεθέντα πραγματικά περιστατικά στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του. Συγκεκριμένα, την κρίση περί συνυπαιτιότητας το Δικαστήριο δεν την στήριξε στο ότι ο ενάγων έλαβε εντολή από τον προϊστάμενό του,όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων,αλλά αντίθετα σύμφωνα με τις αιτιολογίες του ο ενάγων "ανεξάρτητα από την όποια εντολή είχε λάβει από τον προιστάμενο του αφενός μεν α) εισήλθε και διέσχισε κάθετα στο οδόστρωμα της οδού απλώνοντας την αντλία κατάσβεσης και έφθασε στο πρανές, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο ότι θα μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, όταν θα είχε διακοπεί η κυκλοφορία των διερχομένων οχημάτων και χωρίς να ελέγξει αν μπορεί να πράξει αυτό με ασφάλεια τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους συναδέλφους του και αφετέρου β) προέβη σε κίνηση που εξαιτίας της εκπαίδευσής του γνώριζε ότι δεν επιτρέπεται, καθώς εγκυμονεί κίνδυνο για την ασφάλεια του ίδιου και των διερχόμενων οχημάτων και συγκεκριμένα πάτησε με το πόδι του το πιστόλι του αυλού, ο οποίος άνευ ροής ύδατος είχε αναπηδήσει κατά την διέλευση του προπορευόμενου από τον πρώτο εναγόμενο οχήματος και κατά τη διέλευση του οχήματος του εναγομένου αναπήδησε εκ νέου και εγκλωβίστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ίδιος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων,λόγω της ήττας του, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, ενώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο που ερημοδίκησε δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθ' όσον, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Δ. Γ. του Γ.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από ...2019 και με αρ. καταθ. …/2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. .../2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει κατά λοιπά την ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. .../2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ