Legislator Case Law & Legislation
1607/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against court ruling on public health organization's failure to pay medical staff salary differences.

Case Number 1607/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Organization for Health Services' appeal against the First Instance Court's judgment ordering it to pay salary differences to medical staff. The court held that the lower court correctly applied specific provisions of the 1972 and 1993 laws regarding the calculation of seniority and salary progression for doctors hired before the 1993 reform. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the organization was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 1204/1972; Article 18, paragraph 1, section b of Law 2150/1993; Article 15, paragraph 1, section a of Law 3205/2003: The Supreme Court established that for medical staff hired under the 1972 regime, the calculation of seniority for salary progression prior to the 1993 law's entry into force is governed by the specific provision of the 1993 law, rendering the general requirement of an employment relationship under the 2003 law inapplicable.

Keywords

AI generated
public health organization salary progression seniority calculation medical staff employment appeal dismissal labor law interpretation legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 1204/1972
Article 18, paragraph 1, section b of Law 2150/1993
Article 15, paragraph 1, section a of Law 3205/2003
Article 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 104/2023
Supreme Court Case 598/2020
Supreme Court Case 338/2018
Supreme Court Case 433/2017
Supreme Court Case 86/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1607 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1607/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αλεξάνδρα Λαμπροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβούλου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Μ. του Π., 2.Γ. Σ. του Α., 3.Α. Β. του Ι., 4.Δ. Χ. του Α., 5.Α. Π. του Κ., 6.Χ. Ο. του Α. και 7.Ι. Μ. του Α.. Oι 1ος, 2ος, 3ος, 4η και 7ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες σημειώνει ότι: α) ο 5ος (Α. Π.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η Α. Ι. του Δ., και β) ο 6ος (Χ. Ο.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α)Π. Ο. του Δ., β)Α. - Ν. Ο. του Χ. και γ)Α. - Ν. Ο. του Χ.. Όλοι οι κληρονόμοι εκπροσωπούνται από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1487/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1516/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 23-12-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο (ΑΠ 104/2023, ΑΠ 598/2020, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016). Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης (μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/1987, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017). Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 906/2020, ΑΠ 1014/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου και με τις από 31-3- 2023 προτάσεις δήλωσε το θάνατό των 5ου και 6ου των αναιρεσίβλητων με τη συνακόλουθη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτούς και την επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους τους και ειδικότερα δήλωσε ότι α) ο 5ος αναιρεσίβλητος Α.

Π. του Κ. απεβίωσε την 1η -9-2018 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμο 2 του, σύζυγο του Α. Ι. του Δ., β) ο 6ος αναιρεσίβλητος Χ. Ο. του Α. απεβίωσε την 4η-8-2022 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νομίμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Ο. Π. του Δ., σύζυγο αυτού, Ο.

Α. - Ν. του Χ., θυγατέρα του και Ο. Α. - Ν. του Χ., υιό του. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος των ανωτέρω 5ου και 6ου των αναιρεσίβλητων έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ειδικότερα δε, ο 5ος των ως άνω αναιρεσίβλητων, είχε ήδη αποβιώσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (21-9-2-2021), αλλά εφόσον δεν δηλώθηκε ο θάνατος του, δεν επήλθε ως προς αυτόν βιαία διακοπή της δίκης, η δε προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε είναι υποστατή και ως προς αυτόν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε.

Περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτών. Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων που είχαν αποβιώσει πριν την άσκηση της.

Τέλος, ως προς τους ως άνω αποβιώσαντες αναιρεσίβλητους, προσκομίζονται από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης κληρονόμους τους όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου ότι το παριστάμενο αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν αμφισβητεί την κληρονομική τους ιδιότητα, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους των 5ου και 6ου των αναιρεσίβλητων.

Με την από 23 Δεκεμβρίου 2022 και με αριθ. κατάθεσης 10390/1195/23-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1516/22-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ως προς τους ήδη ως άνω αναιρεσίβλητους, η από 5 Μαΐου 2017 και με αριθ.

κατάθ. 533095/501983/5-5-2017 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού, κατά της υπ' αριθ. 1487/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (επικυρωθείσα κατά τα άνω με την προσβαλλόμενη), έγινε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή η από 10 Μαϊου 2010 και υπ' αριθ.

κατάθ. 100681/2974/2010 αγωγή είκοσι εναγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι ήδη επτά αναιρεσίβλητοι, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Οργανισμός ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικού εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Μισθωτών ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", κατά το Ν. 3918/2011, α)να εντάξει καθένα από αυτούς στα αναγραφόμενα στην ως άνω απόφαση μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) με συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας τους από την πρόσληψή τους ως ιατρών από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και όχι μόνο του διαστήματος από τις 16.6.1993 (έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993) και εφεξής και β) να τους καταβάλλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές της περιόδου από 1-1-2008 έως 1-5-2010.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 123), ορίζεται ότι εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων του ΙΚΑ με θεράποντες ιατρούς ή ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο αντί αμοιβής που ορίζεται είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε κατ' άλλο τρόπο δίχως περιορισμό από τις διατάξεις περί αμοιβής των ιατρών.

Οι συμβάσεις αυτές καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος. Κατά την τελευταία από τις διατάξεις αυτές (άρθ. 5 του Ν.Δ/τος 1204/1972) η μετά του ΙΚΑ σχέση των παραπάνω ιατρών δεν είναι σχέση ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διέπεται από τις διατάξεις του διατάγματος αυτού και των κανονισμών που εκδίδονται σε εκτέλεσή του, οι ιατροί αυτοί δεν αποτελούν προσωπικό του ΙΚΑ και ο χρόνος της παροχής των ιατρικών φροντίδων τους δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας στο ΙΚΑ (ΑΠ 352/2019, ΑΠ 121/2016, ΑΠ 566/2005, ΑΠ 569/2004).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1-4 του Ν. 2150/19.6.93 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίζεται ότι: "Οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους (παρ. 1). Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις-μετακινήσεις αποσπάσεις-μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα, που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου (παρ. 2).

Στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται α) οι με ειδική σύμβαση γιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) Οι με ειδική σύμβαση γιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.

Για τους γιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972 (παρ. 3). Για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ γιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις γιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες, όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη γιατρών, θα ισχύουν ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972...(παρ. 4)".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 2150/1993 (16.6.93) οι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972 ήδη υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ. 3 περ. α' και β' και της παρ. 4 εδ.

β' του ν. 2150/1993, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές - γιατρούς του ΙΚΑ., ο δε πριν από τη δημοσίευση του Ν. 2150/1993 χρόνος υπηρεσίας των γιατρών του ΙΚΑ, που έχουν ήδη προσληφθεί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 Ν.Δ/τος 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρέσεις, συνυπολογίζεται για την υπαγωγή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και την παροχή του ανάλογου χρονοεπιδόματος (ΑΠ 352/2019, ΑΠ 121/2016, ΑΠ 566/2005).

Το γεγονός ότι η γενομένη με το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των προσληφθέντων με το καθεστώς του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 γιατρών στο ΙΚΑ με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ από ειδική σύμβαση εργασίας (επί των οποίων δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας) σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 9/2018, ΟλΑΠ 22/2007) δεν ασκεί επίδραση, καθώς η υποχρέωση αναγνώρισης του χρόνου υπηρεσίας με την ειδική αυτή συμβατική σχέση, πριν την έναρξη του Ν. 2150/1993, προκύπτει ευθέως εκ της παρ. 1 εδ.

β' του άρθρου 18 του νόμου αυτού (ΑΠ 352/2019, ΑΠ 121/2016, ΣτΕ 2409/2012). Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο κατά την διάταξη αυτή υπολογισμός του χρόνου υπηρεσίας των υπηρετούντων στο ΙΚΑ γιατρών για τη μισθολογική τους εξέλιξη αφορά μόνο εκείνους που προσλαμβάνονται κατά το άρθρο 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, αλλά μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993 (16.6.1993), ενώ για τους ήδη υπηρετούντες γιατρούς ο χρόνος αυτός υπολογίζεται για το μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993 διάστημα.

Και τούτο διότι η άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 αναφέρεται στους (ήδη) "υπηρετούντες" στο ΙΚΑ γιατρούς και κατά συνέπεια η ρύθμιση του εδαφίου β' αυτής δεν θα είχε νόημα, εφόσον αυτοί, μετά τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους συνδεομένους με σχέση δημοσίου δικαίου θεραπευτές γιατρούς του ΙΚΑ θα εξελίσσονται μισθολογικά και αναλόγως του χρόνου της εφεξής υπηρεσίας τους, ενώ εξ ετέρου για τους νεοπροσλαμβανόμενους μετά την 15.6.1993 γιατρούς προβλέπει η διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου.

Περαιτέρω με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ.1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.

Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ. Με την παρ. 4 εδ. β περ. ϋ του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τους πτυχιούχους πενταετούς (όπως οι οδοντίατροι) ή εξαετούς φοίτησης (όπως οι γιατροί) τμημάτων Πανεπιστημίων ορίσθηκε ως εισαγωγικό το 17ο Μ.Κ ή το 16ο Μ.Κ.

αντίστοιχα και καταληκτικό το 1ο Μ.Κ. Με το άρθρο 4 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι ο διοριζόμενος εισέρχεται στην Υπηρεσία με το μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας στην οποία ανήκει η θέση που διορίζεται, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία (ενός έτους για το αμέσως επόμενο του εισαγωγικού Μ.Κ.

και δύο έτη για την απονομή όλων των επομένων) και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού. Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθ. 15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη:

α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι. ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: i.

απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Επίσης με το άρθ. 20 εδ. α' του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.

του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα". Τέλος με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003, επεκτάθηκε από 1.1.2004 η εφαρμογή των διατάξεων του Α' μέρους του νόμου αυτού (3205/2003) στους γιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85)/με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/80) καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/93.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι από 1.1.2004, για την κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 3205/2003 των γιατρών που υπηρετούν κατά τον χρόνο αυτό στο ΙΚΑ, είχαν δε προσληφθεί σε αυτό με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του Ν. 1204/1972 σε χρόνο πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993, είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μονίμους γιατρούς του ΙΚΑ με τον τελευταίο αυτό νόμο και δεν υπάγονταν στις εξαιρέσεις των παρ. 3 και 4 του Ν. 2150/1993, υπολογίζεται και το χρονικό διάστημα που υπηρέτησαν υπό το καθεστώς του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 από την πρόσληψη αυτών μέχρι την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993, κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 566/2005, ΣτΕ 2409/2012), εφόσον μάλιστα αυτοί παρείχαν κατά το χρόνο αυτό τις υπηρεσίες τους με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, απασχολούμενοι κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, στο χώρο των εγκαταστάσεων του ΙΚΑ και με την άμεση εποπτεία των υπηρεσιών του, με αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 352/2019, ΑΠ 121/2016).

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 στοιχ. α' του Ν. 3205/2003, που ως υπηρεσία ορίζει εκείνη που προσφέρθηκε στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.ΤΑ. με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, στην οποία δεν εντάσσονται οι συμβάσεις εργασίας των γιατρών του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως της μισθολογικής εξομοίωσής τους με τους μόνιμους θεραπευτές - γιατρούς του Ιδρύματος κατά τα ήδη προαναφερθέντα, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων Οργανισμός, καθότι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση της παρ. 1 εδ.

β του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 για τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Ενισχυτικό της ως άνω ερμηνευτικής εκδοχής είναι και το γεγονός ότι μεταξύ των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παρ.2 του άρθρου 15 του Ν. 3205/2003 για μη συνυπολογισμό υπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη δεν διαλαμβάνεται εκείνη του εδαφίου β' της παρ.1 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993.

Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 και 2, 26 παρ.9 [όπως η παρ. 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του Ν. 3984/2011] και 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 31), από τις οποίες η πρώτη προβλέπει τη σύσταση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στον οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, ο κλάδος υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., η δεύτερη προβλέπει την αυτοδίκαιη μεταφορά των ιατρών ...

και του υγειονομικού προσωπικού που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και η τρίτη ορίζει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ενώ κατ' άρθ. 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) συνάγεται ότι νομιμοποιούμενος παθητικά για τις πιο πάνω διαφορές είναι, μετά την ένταξη του υγειονομικού προσωπικού του ΙΚΑ στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, ο τελευταίος (ΑΠ 352/2019, ΑΠ 702/2015, ΣτΕ 4137/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 352/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι επτά ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, [επί συνόλου 20 αρχικά εναγόντων] προσλήφθηκαν από το αρχικά εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", καθολικός διάδοχος του οποίου υπήρξε το εκκαλούν (και ήδη αναιρεσείον) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, συνδεόμενοι αποκλειστικά με συμβάσεις διεπόμενες από το ως άνω νομοθετικό διάταγμα, που δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας.

Ότι ειδικότερα, ως προς τους αναιρεσίβλητους, δέχθηκε ότι: ο πρώτος αναιρεσίβλητος (5ος ενάγων) προσλήφθηκε στις 24.7.1986 ως ακτινοδιαγνώστης, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος (10ος ενάγων) προσλήφθηκε στις 3.5.1995 ως οφθαλμίατρος, ο τρίτος αναιρεσίβλητος (11ος ενάγων) προσλήφθηκε στις 16.2.1988 ως παθολόγος, η τέταρτη αναιρεσίβλητη (12η ενάγουσα) προσλήφθηκε στις 9.4.1991 ως παθολόγος, ο πέμπτος αναιρεσίβλητος (14ος ενάγων), προσλήφθηκε στις 30.6.1987 ως γυναικολόγος, ο έκτος αναιρεσίβλητος (16ος ενάγων) προσλήφθηκε στις 10.2.1987 ως παθολόγος και ο έβδομος αναιρεσίβλητος (20ος ενάγων) προσλήφθηκε στις 7.5.1991 ως καρδιολόγος, απασχολήθηκαν δε έκτοτε ο καθένας στο εναγόμενο (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με τις παραπάνω ειδικότητες τουλάχιστον μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής.

Ότι αναφορικά με την μισθολογική τους εξέλιξη, μη νόμιμα το εναγόμενο με απόφαση του προϊσταμένου του, τον Αύγουστο του έτους 2000, τους ενέταξε σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο από αυτό που είχαν ενταχθεί αρχικά κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 παρ. 1 του Ν. 2150/1993, θεωρώντας εσφαλμένα, ότι δεν προσμετράται ο πριν την ισχύ του εν λόγω νόμου διανυθείς χρόνος υπηρεσίας των εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων, για την ένταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια και την καταβολή του χρονοεπιδόματος, ενώ θα έπρεπε αυτός ο χρόνος να προσμετρηθεί, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη.

Κατόπιν αυτών με την προσβαλλομένη απόφαση υποχρεώθηκε το εκκαλούν, όπως και πρωτοδίκως, να εντάξει, μετά από προσμέτρηση του χρόνου υπηρεσίας τους πριν την 16.6.1993, τον πρώτο εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο στο 6° μ.κ. με χρονοεπίδομα 36% από 10.5.1998, τον δεύτερο εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο στο 9ο μ.κ. με χρονοεπίδομα 24% από 10.7.1998, τον τρίτο εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο στο 8° μ.κ.

με χρονοεπίδομα 28% από 2.12.1998, την τέταρτη εφεσίβλητη ήδη αναιρεσίβλητη στο 7° μ.κ. με χρονοεπίδομα 32% από 21.3.1999, τον πέμπτο εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο στο 5° μ.κ. με χρονοεπίδομα 40% από 25.7.1998, τον έκτο εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο στο 5° μ.κ. με χρονοεπίδομα 40% από 14.6.1998 και τον έβδομο εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο στο 6° μ.κ.

με χρονοεπίδομα 36% από 31.10.1998. και να καταβάλει στους εφεσίβλητους ήδη αναιρεσίβλητους ως μισθολογική διαφορά μεταξύ των αποδοχών που τους καταβλήθηκαν και των ανώτερων οφειλόμενων αποδοχών με βάση το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο έπρεπε να έχουν ενταχθεί, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 το ποσό των 2.970,50 ευρώ στον πρώτο, των 571,50 ευρώ στο δεύτερο, των 1,691,50 ευρώ στον τρίτο, των 721,50 ευρώ στην τέταρτη, των 1.851,50 ευρώ στον πέμπτο, των 1.883,50 ευρώ στον έκτο και των 553,50 ευρώ στον έβδομο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 5-5-2017 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτών ως προς τα αιτήματα της υποχρέωσης του εναγομένου για την επανακατάταξη των άνω εναγόντων (και ήδη αναιρεσίβλητων) στα σωστά μισθολογικά κλιμάκια, με τον συνυπολογισμό και του χρόνου υπηρεσίας που είχαν διανύσει, υπό το καθεστώς του Ν.Δ/τος 1204/1972, από την πρόσληψή τους προ της 16.6.1993, που τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 2150/1993 και της υποχρέωσής του να καταβάλει τις προκύπουσες εκ της αιτίας αυτής και αναλογούσες στον καθένα μισθολογικές διαφορές.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. Δ/τος 1204/1972, 18 παρ.1 και 4 του Ν. 2150/1993 και των άρθρων 15 παρ.1 στοιχ. α ' και ι' και 20 του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με υπ' αριθμ. 2/4302/0022/2004 ΚΥΑ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Οργανισμού ότι με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 στοιχ.

α του Ν. 3205/2003, η οποία για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας προϋποθέτει σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ιδιότητα που κατά νόμο δεν χαρακτήριζε τις ειδικές 11 συμβάσεις εργασίας του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, δυνάμει των οποίων απασχολούνταν ως ιατροί οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, δεν είναι βάσιμη, καθότι ο υπολογισμός του πριν την έναρξη της ισχύος του Ν. 2150/1993 χρονικού διαστήματος των ως άνω ιατρών για τη μισθολογική εξέλιξη αυτών προβλέπεται ευθέως από την ειδική σε σχέση με το άρθρο 15 παρ.1 στοιχ.

α του Ν. 3205/2003 διάταξη του άρθρου 18 παρ.1 εδ. β' του Ν. 2150/1993. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, που εκπροσωπήθηκε από πάρεδρο του Ν.Σ.Κ.

στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-12-2022 και με αριθ. κατάθ. 10390/1195/2022 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) για αναίρεση της με αριθ. 1516/22-3-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ