Legislator Case Law & Legislation
1607/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on sentencing, applying the newer, more lenient domestic violence penalty law.

Case Number 1607/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a domestic violence conviction, ruling that the new Criminal Code provisions were more lenient than the previous law. The court found the defendant entitled to the benefit of the newer statute which offered a lighter penalty structure. Consequently, the judgment was remitted for a new sentencing hearing while the conviction itself was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7(2) of Law 3500/2006; Art. 333(2)(b) of the new Criminal Code; Art. 511(4) of the new Criminal Code: When a new law becomes effective after a judgment, the Supreme Court must apply the more lenient law ex officio if the appellant appears and the appeal is admissible.

Keywords

AI generated
benefit of the doubt domestic violence newer law principle partial remittal sentencing leniency

Cited Legislation

AI generated
Art. 7(2) of Law 3500/2006
Art. 333(2)(b) of the new Criminal Code
Art. 511(4) of the new Criminal Code
Art. 519 of the new Criminal Code
Art. 522 of the new Criminal Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1607 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1607/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Ιουλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ρ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χρυσούλα Ψαράκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 899/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Χ. του Ε., κάτοικο ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο Δήμητρα Χριστολιάκου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2019 με αριθμ. πρωτ. 41/19.04.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 686/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας ...", "Το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση". Ήδη το έγκλημα της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου (που ενδιαφέρει εδώ) ενσωματώθηκε στο άρθρο 333 παρ. 2 εδ.

β' του νέου Ποινικού Κώδικα, που ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο 460 του νέου Ποινικού κώδικα). Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο "1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο και ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση ένα έτος ή χρηματική ποινή......2. Επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν η πράξη (απειλή) τελείται σε βάρος ανηλίκου ή προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν με αυτόν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας.

Η ίδια ποινή επιβάλλεται όταν η πράξη τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. 3. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση." Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της ενδοοικογενειακής απειλής είναι όχι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον των προαναφερόμενων προσώπων, αλλά η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, εναντίον αυτών, η οποία να περιήγαγε τους τελευταίους σε τρόμο ή ανησυχία.

Η απειλή δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, με νεύματα ή άλλες απειλητικές κινήσεις και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει όχι εν προκειμένω οποιονδήποτε τρίτο αλλά τα αναφερόμενα ως άνω πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου.

Για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενέργειά του είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και θέληση του δράστη να προκαλέσει στον παθόντα φόβο ή ανησυχία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της ενδοοικογενειακής απειλής, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό ή ενδεχόμενο δόλο.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ.ΑΠ 3/2012).

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΗΤ 899/2019 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Κ. Ρ. του Η., για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής, κατ' εξακολούθηση, την οποία φέρεται ότι τέλεσε αυτός σε βάρος της εγκαλούσας εν διαστάσει συζύγου του, Ι.

Χ., δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (μάρτυρα κατηγορίας, αναγνωσθέντα έγγραφα, και απολογία του κατηγορουμένου) "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη.

Ειδικότερα, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως 27 Μαΐου 2014, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος απείλησε κατ' επανάληψη την εγκαλούσα εν διαστάσει σύζυγο του Ι. Χ., με τις φράσεις που της απηύθυνε τηλεφωνικά και συγκεκριμένα: α) κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως 26 Μαΐου 2014 "θα σε σκοτώσω και εσένα και τα παιδιά αν δε με αφήσεις να τα δω, θα σε ξεμουνιάσω, θα σε σκοτώσω" και β) στις 27-5-14 "θα σε σκοτώσω", προκαλώντας σ' αυτήν τρόμο και ανησυχία.

Τα ως άνω αποδείχθηκαν κυρίως από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, δεν αναιρούνται δε από κάποιο άλλο εισφερόμενο αποδεικτικό στοιχείο. Άλλωστε ο κατηγορούμενος αρνήθηκε μεν ότι προέβη στα ανωτέρω τηλεφωνήματα, πλην, όμως, παραδέχθηκε ότι έγινε μια συμπλοκή μεταξύ τους, για την οποία έχει μετανιώσει.

Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην ..., στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως 27 Μαΐου 2014, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος: Με πρόθεση προκάλεσε τρόμο και ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειάς του απειλώντας το με παράνομη πράξη και συγκεκριμένα απείλησε κατ' επανάληψη την εγκαλούσα εν διαστάσει σύζυγο του Ι. Χ., με τις φράσεις που της απηύθυνε τηλεφωνικά και δη: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως την 26 Μαΐου 2014 "θα σε σκοτώσω και εσένα και τα παιδιά αν δε με αφήσεις να τα δω, θα σε ξεμουνιάσω, θα σε σκοτώσω" και β) στις 27-5-14 "θα σε σκοτώσω", προκαλώντας σ' αυτήν τρόμο και ανησυχία. Μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφασης, το ίδιο ως άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως αόριστο το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α', γ' και ε' του ΠΚ, καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 98, 333 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. 1 - 2α, 7 παρ. 2 Ν. 3500/2006.

Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού δέχθηκε ότι αυτός απηύθυνε εξακολουθητικά στη σύζυγο του τις ως άνω απειλητικές φράσεις, οι οποίες εμποίησαν σ' αυτήν φόβο και ανησυχία.

Όσον δε αφορά την ύπαρξη του δόλου δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να υπάρχουν και ειδικές σκέψεις για το υποκειμενικό στοιχείο, διότι ο δόλος στην προκειμένη περίπτωση ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των ως άνω περιστατικών, της αντικειμενικής υπόστασης του προαναφερόμενου εγκλήματος.

Εξάλλου, η παράλειψη παράθεσης στην προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 Ν. 3500/2006, καθώς και των συνδυασμένων με αυτή διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98, 333 ΠΚ και 1 παρ.1 - 2 α του Ν. 3500/2006, τις οποίες εφάρμοσε, κατά τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας ούτε μπορεί να θεμελιώσει αναιρετικό λόγο, αφού, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 50 παρ. 4 Ν. 3160/2003, της περίπτωσης για μη παράθεση στην καταδικαστική απόφαση του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου εκείνου ως λόγος αναίρεσης, με το στοιχείο Η' της παραγράφου 1 του άρθρου 510 ΚΠοινΔ, γενομένης αναρίθμησης του στοιχείου Θ' σε Η', δεν περιλαμβάνεται πλέον ο λόγος αυτός στους περιοριστικά αναφερόμενους στο τελευταίο αυτό άρθρο λόγους αναίρεσης.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με ειδικότερη αιτίαση την παράλειψη αναγραφής στην προσβαλλόμενη απόφαση της εφαρμοσθείσας για την προαναφερόμενη πράξη ουσιαστικής ποινικής διάταξης, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Όμως, ο Άρειος Πάγος, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 514 εδ. δ' περ. α' ΚΠοινΔ, πρέπει αυτεπαγγέλτως να παραθέσει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις εφαρμοσθείσες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98, 333 ΠΚ και 1 παρ.1 - 2 α και 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, που κατά τα ανωτέρω παραλείφθηκαν να παρατεθούν σ' αυτήν, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Οι λοιπές περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων και, ειδικότερα, εσφαλμένης αξιολόγησης της κατάθεσης της πολιτικώς ενάγουσας, της δικής του απολογίας και των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, αποτελούν αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος και συνεπώς προβάλλονται απαραδέκτως, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικός ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και, συνεπώς, να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους (Ολομ. ΑΠ 2/2005). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνήγορος του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, μετά την απόφαση επί της ενοχής του, αφού έλαβε το λόγο, ζήτησε, κατά λέξη, "να αναγνωριστούν ελαφρυντικά άρθ. 84 παρ.2 α, γ, ε, ΠΚ στο πρόσωπο του εντολέα της". Ο ανωτέρω ισχυρισμός, για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', γ' και ε' ΠΚ, όπως προβλήθηκε και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, τα οποία, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν κατά τούτο, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, ήταν εντελώς αόριστος, αφού έγινε επίκληση μόνο των νομικών διατάξεων, από τις οποίες προβλέπονται οι ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, χωρίς να αναφερθούν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να τις θεμελιώνουν. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί επί του ανωτέρω ισχυρισμού - αιτήματος και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρόλα αυτά, απάντησε απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό, ως αόριστο με την αιτιολογία ότι δεν έγινε επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠολΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του πιο πάνω αιτήματος, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση, την υπεράσπιση του και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο και την ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά δικαιώματα.

Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι εντελώς αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποιες ακριβώς διατάξεις, σχετικά με την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπισή του, ως κατηγορουμένου, παραβιάστηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας και με ποιον τρόπο, καθώς και ποια δικαιώματα στερήθηκε, ώστε να καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική γι' αυτόν απόφαση του άνω Δικαστηρίου.

Εξάλλου, ούτε από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι παραβιάστηκε οποιαδήποτε από τις διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων του. Ο επαναλαμβανόμενος στον ίδιο αυτό λόγο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του και έλαβε υπόψη του, θα έπρεπε να διατηρήσει τουλάχιστον αμφιβολίες ως προς την ενοχή του και να οδηγηθεί σε αθωωτική γι' αυτόν κρίση, αποτελεί αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος και, συνεπώς, προβάλλεται απαραδέκτως, αφού πλήττει ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές.

Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, που επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυαν δύο ή περισσότεροι νόμοι εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).

Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Τέλος, κατά το άρθρο δε 511 ΚΠοινΔ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα προεκτεθέντα, για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου προβλεπόταν από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, ποινή φυλάκισης, ενώ μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα από 1-7-2019 (άρθρο 460 του νέου Ποινικού Κώδικα) και την ενσωμάτωση του εν λόγω αδικήματος στο άρθρο 333 παρ. 2 εδ. β' του Κώδικα αυτού, προβλέπεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.

Συνεπώς, ενόψει του ότι η ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη, με βάση την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, κατέστη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, με το άρθρο 333 παρ. 2 εδ. β' του νέου Ποινικού Κώδικα, πρέπει να τύχει εφαρμογής η νέα αυτή ρύθμιση από τον Άρειο Πάγο, αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 εδ. δ' του νέου ΚΠοινΔ, εφόσον ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αυτού είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και περιέχουσα ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο από το άρθρο 510 αρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις περί ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, μόνο κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους (άρθρα 519 και 522 ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 899/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις της περί ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν αυτό μέρος της, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους.

Παραθέτει στην προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 899/2019, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε σχέση με την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα εφαρμοσθέντα συναφώς άρθρα 1, 12, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98, 333 ΠΚ, 1 παρ.1 - 2 α και 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006. Και

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την από 19-4-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση) του Κ. Ρ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ