1607/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1607/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 2, 3, 4 N 2251/1994, κατά τις οποίες: "1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών. 2. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1607 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1607/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Μ. Σ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαϊωάννου.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως προκύπτει και από την από 2-10-2017 κλήση της καλούσας ενώπιον του Αρείου Πάγου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1409/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2618/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2011 αίτησή της. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η αναιρεσείουσα - καλούσα, μετά την ματαίωσή της στη δικάσιμο της 10ης-12-2012, με την από 2-10-2017 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 26-11-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 επ. ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αποτελούν: α) υπαίτια συμπεριφορά του προσώπου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β) παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, που, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνον σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εάν στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την κατά την κρατούσα αντίληψη καλή πίστη, δηλαδή είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος (τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη υποχρέωση προστασίας), με την οποία παράνομη συμπεριφορά προσβάλλεται κάποιο απόλυτο δικαίωμα, εφόσον αυτή καθεαυτή ενέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου, γ) επέλευση ζημίας και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά τα άνω συμπεριφοράς και της ζημίας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 2, 3, 4 N 2251/1994, κατά τις οποίες: "1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών. 2. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται, όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. 3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής και της ζημίας. 4. Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας.
Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", συνάγεται ότι προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, η οποία δύναται να είναι ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική, ανεξαρτήτως προϋφιστάμενης ενοχικής σχέσης μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος, είναι α) η παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της απόδειξης της έλλειψής της, λαμβάνονται δε σχετικώς υπόψη ως κριτήρια η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, και ειδικότερα οι συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοίας και ασφάλείας, τις οποίες επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή της τέχνης του παρέχοντος τις υπηρεσίες, και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος τις υπηρεσίες, εφόσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δ) η ζημία και ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας.
Στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, εμπίπτουν και οι τράπεζες, οι οποίες, συνεπώς, υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας και ασφαλείας, η παραβίαση των οποίων συνιστά εκτός από την αθέτηση της σύμβασης και αδικοπραξία (ΑΠ 589/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τ' ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Η ενάγουσα, (και ήδη αναιρεσείουσα) μοναδική εταίρος και διαχειρίστρια της μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "S. Μ.
ΕΠΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του έτους 2000 αντιμετώπιζε προβλήματα ταμειακής ρευστότητας και είχε ανάγκη εξεύρεσης μετρητών, προκειμένου να καλύψει ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς αεροπορικές εταιρίες από αγορές εισιτηρίων που είχε πραγματοποιήσει το ανωτέρω ταξιδιωτικό γραφείο της.
Κατά τον ίδιο χρόνο σε τυχαία γνωριμία στο γραφείο της με τον Α. Π. του Σ., ο οποίος τότε διατελούσε τμηματάρχης πελατείας επιχειρήσεων της εναγομένης (και ήδη αναιρεσίβλητης), στο κατάστημα 405 (Α. Σ.) Θ., πληροφορήθηκε την ιδιότητά του και του ανέφερε το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε, καθώς και ότι έπρεπε να καλύψει άμεσα τις ως άνω οφειλές της, διότι διαφορετικά οι επιπτώσεις στην επιχειρηματική της δραστηριότητα θα ήταν δυσμενείς.
Κατόπιν τούτου συζητήθηκε μεταξύ τους η δυνατότητα χρηματοδότησης της ενάγουσας από την εναγομένη και ακολούθως πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις της ενάγουσας με αρμοδίους υπαλλήλους ταυ πιο πάνω καταστήματος της εναγομένης, όπου της κατέστη σαφές, ότι προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της επιχείρησής της ήταν η πλήρωση των πιστωτικών κριτηρίων της εναγομένης και η προσκομιδή των αναγκαίων δικαιολογητικών.
Πράγματι η ενάγουσα προσκόμισε τα σχετικά δικαιολογητικά της επιχειρηματικής της δραστηριότητας (ισολογισμούς, ισοζύγια γενικού καθολικού, αντίγραφο Ε9, έναρξη επαγγέλματος κ.λπ.) και αφού πιστοποιήθηκε η ύπαρξη ακίνητης περιουσίας στο όνομά της, οριοθετήθηκε η μορφή του χρηματοδοτικού σχήματος, το οποίο τελούσε υπό την αίρεση υποβολής εισηγητικής πρότασης εκ μέρους του Α.
Π., τη συνυπογραφή του αρμόδιου τμηματάρχη για θέματα πιστωτικής πολιτικής και την τελική έγκριση από τον διευθυντή του καταστήματος της εναγομένης. Η εισηγητική πρόταση με αριθμό 405/23 υποβλήθηκε στις 14.2.2000 και εγκρίθηκε αυθημερόν με την υπογραφή της από το διευθυντή του καταστήματος, τον αρμόδιο υποδιευθυντή και τον αρμόδιο τμηματάρχη της εναγομένης, το δε χρηματοδοτικό σχήμα προέβλεπε την παροχή πίστωσης μέχρι του ποσού των 40.000.000 δραχμών στην πιο πάνω επιχείρηση της ενάγουσας, από το οποίο 30.000.000 δραχμές για κεφάλαιο κίνησης και 10.000.000 δραχμές για την έκδοση εγγυητικών επιστολών.
Η ενάγουσα όμως δυσφορούσε στην προοπτική εγγραφής προσημείωσης, προς εξασφάλιση της εναγομένης από την ως άνω πίστωση. Για το λόγο αυτό και ενόψει της συμβατικής δέσμευσής της για τη μη μεταβολή της περιουσιακής της κατάστασης καθόλη τη διάρκεια της πίστωσης, συμφωνήθηκε να μην εγγράφει βάρος στην περιουσία της αλλά να εκχωρήσει προς την εναγόμενη είτε καταθέσεις, είτε ρέπος είτε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων.
Ακολούθως δε στις 16.2.2000 υπογράφηκε η υπ' αριθ. 1919/2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με δυνατότητα χρήσης της πίστωσης και σε συνάλλαγμα σύμφωνα με το από 16.2.2000 Παράρτημα Α της σύμβασης, με πιστούχο την εταιρία "S. Μ. ΕΠΕ" και εγγυήτριες την ενάγουσα και τη μητέρα της Α. Σ.. Εν συνεχεία η ενάγουσα υπέβαλε την υπ' αριθ. 165453 αίτηση συμμετοχής της για ποσό 21.600.000 δραχμών με συνδικαιούχο τη μητέρα της στα αμοιβαία κεφάλαια "...", θεματοφύλακας των οποίων είναι η εναγομένη και εκδόθηκε ο υπ' αριθ. 00143328 τίτλος μεριδίων.
Το αμοιβαίο αυτό κεφάλαιο η ενάγουσα και η μητέρα της ακολούθως ενεχύρασαν στην εναγομένη δυνάμει της από 9.3.2000 σύμβασης παροχής ενεχύρου προς εξασφάλιση της τελευταίας από την ως άνω πίστωση. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι επένδυσε στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο λόγω των φορτικών και "πειστικών" διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων της εναγομένης περί της εγγυημένης απόδοσης αυτού.
Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Και τούτο διότι κατά την υπογραφή της αίτησης συμμετοχής στα πιο πάνω αμοιβαία κεφάλαια, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτή, η ενάγουσα έλαβε υπόψη της τόσο τον Κανονισμό των αμοιβαίων κεφαλαίων, τον οποίο και αποδέχθηκε, όσο και την εξαμηνιαία έκθεση του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου, ενώ κάθε τρίμηνο από την 31.3.2000 έως 31.12.2004 αποστέλλονταν στην ενάγουσα τριμηνιαίες ενημερωτικές καταστάσεις για το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο, στις οποίες αποτυπωνόταν μεταξύ άλλων το ποσό του, ο αριθμός των μεριδίων και η πτωτική ή ανοδική πορεία του.
Στην παραπάνω δε έκθεση, αλλά και στις ενημερωτικές καταστάσεις που ελάμβανε η ενάγουσα αναγράφονταν ρητά, ότι τα αμοιβαία κεφάλαια δεν έχουν εγγυημένη απόδοση και οι προηγούμενες αποδόσεις δεν διασφαλίζουν τις μελλοντικές, ενώ περαιτέρω στον Κανονισμό αναγραφόταν ότι το ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου επενδύεται σε κινητές αξίες εισηγμένες στην αγορά Χρηματιστηρίου Αξιών.
Από τα ανωτέρω έγγραφα προέκυπτε χωρίς καμία αμφιβολία ότι η επιλογή της ενείχε επενδυτικό κίνδυνο. Η ενάγουσα, η οποία μάλιστα, όπως αποδείχθηκε είναι αρχιτέκτων- μηχανικός συνταξιοδοτηθείσα από την ΥΑΣΒΕ ως τομεάρχης και έμπειρη επιχειρηματίας με πολυετή εμπορική δραστηριότητα, είχε την απαιτούμενη εμπειρία και γνώση των συναλλαγών, ώστε να αντιληφθεί το είδος της επένδυσής της και τους κινδύνους που ενείχε αυτή.
Επιπλέον είχε αυτή και ευρύ κύκλο γνωριμιών, μεταξύ των οποίων και ο εξετασθείς μάρτυρας απόδειξης, σύμβουλος επενδύσεων και πρώην τραπεζικό στέλεχος, μέσω των οποίων μπορούσε οπωσδήποτε να ελέγξει τις όποιες πληροφορίες των υπαλλήλων της εναγομένης σχετικά με το επίδικο αμοιβαίο κεφάλαιο. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης γνώριζαν ότι οι αποδόσεις των μεριδίων του πιο πάνω αμοιβαίου κεφαλαίου κατά τη διάρκεια των ετών 1998-1999 ήταν συγκυριακές και οφειλόταν σε πρακτικές τεχνητής ανόδου της αξίας τους και παρά ταύτα απέκρυψαν τούτο από την ενάγουσα, καθώς και ότι την πληροφόρησαν ανακριβώς σχετικά με την πορεία των μεριδίων του τίτλου της, παρά τη βεβαιότητά τους για την περαιτέρω καθοδική πορεία της αξίας τους.
Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αποδείχθηκε από κανένα από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Η ίδια δε η ενάγουσα επέλεξε αυτόβουλα και συνειδητά το χρονικό σημείο της ρευστοποίησης του αμοιβαίου κεφαλαίου της, την οποία ζήτησε από την εναγομένη με την από 2.6.2005 αίτησή της.
Άλλωστε, από την έκδοση του τίτλου μεριδίων είχε τη δυνατότητα αλλά και την προαναφερθείσα κρίση και αντίληψη να ζητήσει τη ρευστοποίηση του αμοιβαίου κεφαλαίου παρέχοντας στην εναγομένη άλλη ασφάλεια για την εγκριθείσα πίστωση. Σημειώνεται δε ότι η ενάγουσα υπέβαλε σε βάρος του υπαλλήλου της εναγομένης Α.
Π.υ του Σ. την από 13.12.2004 έγκλησή της για απάτη, διότι, όπως ισχυριζόταν, παραπλανήθηκε από τον εγκαλούμενο ως προς τον κίνδυνο που περιέκλειε η επένδυσή της στα ως άνω αμοιβαία κεφάλαια, αφού αυτός απέφυγε να της αναφέρει τις λέξεις "χρηματιστήριο" και "επένδυση", ενώ περαιτέρω τη διαβεβαίωσε ότι από την επένδυση αυτή θα αποκόμιζε κέρδος τουλάχιστον 12.000.000 δραχμών.
Η έγκληση της όμως αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 7/2005 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 29/2005 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης κατόπιν άσκησης προσφυγής εκ μέρους της εγκαλούσας-ενάγουσας, διότι κρίθηκε ότι ο εγκαλούμενος δεν παρέστησε στην ενάγουσα εν γνώσει του ψευδή γεγονότα ως αληθή, ούτε ότι της απέκρυψε αληθινά γεγονότα αλλά ότι η ενάγουσα προέβη συνειδητά στην ως άνω επένδυση, αφού προηγουμένως είχε λάβει γνώση του Κανονισμού των αμοιβαίων κεφαλαίων και έχοντας τις απαιτούμενες γνώσεις αλλά και την εμπειρία να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς υπογράφει".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθική βλάβης που υπέστη από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσίβλητης, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις προδιαληφθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1, 2, 3 ν.2251/1994, όπως τροποποιήθηκαν από το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του ν. 3587/2007, και εκείνες των άρθρων 297 παρ. 1, 298 παρ. 1, 299, 288 και 330 ΑΚ, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Επίσης δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 2251/1994, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ζημία που προκλήθηκε στην περιουσία της αναιρεσείουσας από την προαναφερθείσα επένδυση δεν συνδέεται αιτιωδώς με συγκεκριμένη, υπαίτια και παράνομη, συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και επομένως ετύγχανε εφαρμογής η εν λόγω διάταξη .
Συνεπώς, οι συναφείς πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της μη ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπο των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσίβλητης, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό του κανόνα που εφαρμόσθηκε, δηλαδή του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 2251/1994, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Ειδικότερα, δεν απαιτείται για τη νομική πληρότητα της απόφασης, αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, η αναφορά ότι "κατά το χρόνο της παροχής υπηρεσίας υπήρχε η εύλογη προσδοκία για την ασφάλειά της", όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται με το αναιρετήριο. Τούτο, διότι με τις προαναφερθείσες (ανέλεγκτες) παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:
α) ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας επένδυση επιχειρήθηκε, αφού έλαβε γνώση τόσο του Κανονισμού των αμοιβαίων κεφαλαίων, τον οποίο και αποδέχθηκε, όσο και της εξαμηνιαίας έκθεσης του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου, β) ότι η επιλογή της αυτή (για επένδυση σε αμοιβαίο κεφάλαιο της πιο πάνω εταιρείας) ενείχε επενδυτικό κίνδυνο, γ) ότι η αναιρεσείουσα, ως έμπειρη επιχειρηματίας με πολυετή εμπορική δραστηριότητα, είχε την απαιτούμενη εμπειρία και γνώση των συναλλαγών, ώστε να αντιληφθεί το είδος της επένδυσής της και τους κινδύνους που ενείχε αυτή και δ) ότι η τελευταία, στην οποία κάθε τρίμηνο από την 31.3.2000 έως 31.12.2004 αποστέλλονταν τριμηνιαίες ενημερωτικές καταστάσεις για το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο, στις οποίες αποτυπωνόταν, μεταξύ άλλων, το ποσό του, ο αριθμός των μεριδίων και η πτωτική ή ανοδική πορεία του, επέλεξε αυτόβουλα και συνειδητά το χρονικό σημείο της ρευστοποίησης του αμοιβαίου κεφαλαίου της, την οποία ζήτησε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με την από 2.6.2005 αίτησή της, καλύπτουν πλήρως το πραγματικό του εφαρμοστέου εν προκειμένω κανόνα του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.2251/1994.
Επομένως, πρέπει είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα.
Όπως προαναφέρθηκε, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, με τον τέταρτο λόγο ισχυρίζεται ότι υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, ενώ δέχεται ότι συνεστήθη ενέχυρο στις 9-3-2005 επί των αμοιβαίων κεφαλαίων "και ως εκ τούτου (κατά νομική συνέπεια) τον κίνδυνο από την πτωτική πορεία αυτών το φέρει η αναιρεσίβλητη ως εκδοχεύς", "παράλληλα δέχεται ότι εξακολουθούσε να είναι επικίνδυνη ενέργεια γι' αυτήν (ενάγουσα) μέχρι και την 2-6-2005".
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αντίφαση εντοπίζεται στο ότι, ενώ υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης για σύσταση του πιο πάνω ενεχύρου, "με συνακόλουθη συνέπεια την επιλογή για τη ρευστοποίηση των αμοιβαίων κεφαλαίων να έχει η αναιρεσίβλητη", στη συνέχεια δέχεται, ότι την επιλογή για τη ρευστοποίηση των αμοιβαίων κεφαλαίων την είχε η ίδια η ενάγουσα.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι δεν υπάρχει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αντίφαση, δεδομένου ότι και μετά τη σύσταση του ενεχύρου επί των πιο πάνω αμοιβαίων κεφαλαίων η πτωτική πορεία αυτών επηρέαζε την περιουσιακή κατάσταση της ενάγουσας, ενώ δεν αποκλειόταν και το δικαίωμά της να ζητήσει από την αναιρεσίβλητη τη ρευστοποίησή τους, παρέχοντας στην τελευταία άλλη ασφάλεια για την χορηγηθείσα πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2011 αίτηση της Μ. Σ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2618/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Νοεμβρίου 2018.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Οκτωβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ