Legislator Case Law & Legislation
1607/2017 AI generated

1607/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1607/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1607/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά το άρθρο 10 του από 26.6/10.7. 1944 Κ.Δ/τος "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου (ΦΕΚ Α' 139), "αι προθεσμίαι προς άσκηση ενδίκων μέσων, προς δήλωσιν επί κατασχέσεων εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου και αι πάσης άλλης φύσεως νόμιμοι και δικαστικαί προθεσμίαι, εάν ορίζονται βραχύτεροι των τριάκοντα ημερών, είναι διά το Δημόσιον διάρκειας τριάκοντα ημερών".

Keywords

AI generated
educational contract expatriation and foreign residence allowances benefit for course attendance expired residence permit suspension of benefit entitlement prohibition on accepting foreign pensions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1607 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1607/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. Τ. Γενικές Επιχειρήσεις Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1226/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2015 αίτησή της και τους από 5-5-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 29-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 11-11-2015 αιτήσεως και του από 5-5-2016 πρόσθετου λόγου αναιρέσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. …/2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. Τ. Γενικές Επιχειρήσεις Ανώνυμος Εταιρεία" και τους με αύξ. αρ. καταθ. …/ 2016 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, ζητείται, για τους αναφερόμενους σ' αυτούς λόγους, η αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/ 2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.

Κατά το άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρ. τέταρτο του άρθρ. 1 του Ν. 4335/ 2015, και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (11.11.2015), η προθεσμία της αναιρέσεως στις μισθωτικές διαφορές είναι δεκαπέντε ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο διαμένει στην Ελλάδα.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 10 του από 26.6/10.7. 1944 Κ.Δ/τος "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου (ΦΕΚ Α' 139), "αι προθεσμίαι προς άσκηση ενδίκων μέσων, προς δήλωσιν επί κατασχέσεων εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου και αι πάσης άλλης φύσεως νόμιμοι και δικαστικαί προθεσμίαι, εάν ορίζονται βραχύτεροι των τριάκοντα ημερών, είναι διά το Δημόσιον διάρκειας τριάκοντα ημερών".

Επίσης κατά το άρθρο 11 του ίδιου διατάγματος, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006 (ΦΕΚ Α' 266/6.12.2006), "σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου, είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων, ούτε για έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων, ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.

Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι για το Ελληνικό Δημόσιο η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά οριστικής αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 του ίδιου κώδικα, είναι τριάντα ημέρες, κατά το άρθρο 10 του από 26.6/10.7.1944 Δ/τος, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, από την επόμενη ημέρα που θα γίνει η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή από 1 Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου (άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 1756/1988), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 του άνω Δ/τος της 26.6/10.7.1944. Περαιτέρω στο άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α' του Ν. 2579/1998, ορίζεται ότι "οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.)".

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι για όλα τα ΝΠΔΔ κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών δεν αρχίζει καμία προθεσμία ασκήσεως οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, η δε αρξαμένη αναστέλλεται. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 51/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας), επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 26.10.2015 (βλ.

τη σχετική επισημείωση στο αντίγραφό της του δικαστικού επιμελητού Κερκύρας Δ. Τ.) και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, που στρέφεται κατά Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όπως είναι το αναιρεσίβλητο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Κερκύρας την 11.11. 2015, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....11.2015 πράξη της γραμματέως του ως άνω Εφετείου.

Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσης, κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν είχε παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών, που ορίζει η πιο πάνω διάταξη και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσίβλητο, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ) ασκήθηκαν και οι πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, δεδομένου ότι η συζήτηση της τελευταίας είχε ορισθεί για την 7.10.2016.

Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρ. 31 και 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2α', β' και γ' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 3911/2011 και προ της καταργήσεώς του με το Ν. 4335/2015, 527 αρ. 3, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με τον τελευταίο νόμο (4335/2015) και 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το Εφετείο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, δεν απέρριψε λόγο έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιόν του ουσιώδη πράγματα, ως βάση νέου αυτοτελούς ισχυρισμού που επικαλέσθηκε ο εκκαλών.

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του ως άνω και προ της καταργήσεώς του και 527 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το Ν. 4335/2015, μέσα επίθεσης και άμυνας, μπορεί να προβληθούν παραδεκτά για πρώτη φορά, μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή στο Εφετείο, εάν:

α) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν έγκαιρα από δικαιολογημένη αιτία, το αυτό δε ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και γ) αν αποδεικνύονται από έγγραφο ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι σε όλες τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής και ως προς το κατά πόσον συντρέχει, κατά περίπτωση, μια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας (Ολ.ΑΠ 12/1991).

Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος καθυστερημένα ισχυρισμός, δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του, κατ' άρθρο 269 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του, όσο συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση, ότι ο νέος ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης, αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα, του ουσιαστικού Δικαστηρίου (ΑΠ 98/2015, ΑΠ 752/ 2011, ΑΠ 990/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Κερκύρας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 51/2015 απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητος - ενάγουσα, υπό την προηγούμενη νομική μορφή της, ήτοι αυτής της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Π.

Κ. Τ. Γενικαί Επιχειρήσεις Ε.Π.Ε." και έχοντας προς τούτο συμβατικό δικαίωμα, υπεκμίσθωσε στο εκκαλούν - εναγόμενο, δυνάμει του από 01-04-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, για διάρκεια τριών ετών, ένα κτίριο αποτελούμενο από ημιυπόγειο, ισόγειο και δύο πάνω από το ισόγειο ορόφους, συνολικού εμβαδού 827,42 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, από το εναγόμενο - εκκαλούν για στέγαση των διδακτηρίων και υπηρεσιών αυτού, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος καθαρού 8.372,89 ευρώ, το οποίο θα αναπροσαρμόζονταν κάθε επόμενο έτος σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή που θα ανακοινώνεται από την ΕΣΥΕ.

Μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της υπομισθώσεως αυτής, ήτοι την 31-03-2010, το εναγόμενο συνέχισε να κάνει χρήση του εν λόγω μισθίου ακινήτου, αντί διαμορφωθέντος πλέον μισθώματος καθαρού 8.821,02 ευρώ. Ενόψει της συνεχίσεως της χρήσεως του μισθίου από το εναγόμενο, τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη, συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν να παραταθεί η αρχική σύμβαση και συντάχθηκε μεταξύ τους το από 05-05-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του από 01-04-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης, με το οποίο τροποποιήθηκε ο όρος περί αρχικής συμβατικής διάρκειας τριών ετών, έτσι ώστε η συνολική συμβατική διάρκεια της υπομίσθωσης να καλύπτει χρονικό διάστημα 105 μηνών από την έναρξή της και να λήγει την 31-12-2015, ενώ κατά τα λοιπά εξακολούθησαν να ισχύουν ακριβώς οι λοιποί όροι που περιέχονταν στην αρχική σύμβαση υπομισθώσεως.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατόπιν προτάσεως του εναγομένου - εκκαλούντος, την οποία αποδέχθηκε η ενάγουσα - εφεσίβλητος μειώθηκε κατά ποσοστό 20% το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα από 01-07-2010 και προσδιορίστηκε έκτοτε στο ποσό των 7.056,81 ευρώ. Πάντα τα ανωτέρω συνομολογούνται εκατέρωθεν. Ακόμη αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, στα πλαίσια των αναγκαστικών περικοπών εξόδων λειτουργίας του, λόγω της οικονομικής κρίσης, δια της 17/08-08-2012 αποφάσεως του Πρυτανικού του Συμβουλίου, αποφάσισε την μεταφορά των υπηρεσιών του και των εκπαιδευτικών λειτουργιών του, εκ του μισθίου ακινήτου σε ιδιόκτητο ακίνητό του και την άμεση λύση της συμβάσεως υπομίσθωσης μεταξύ αυτού και της ενάγουσας - εφεσιβλήτου.

Προς τούτο επέδωσε την 10-08-2012 στην ενάγουσα - εφεσίβλητο την από 08-08-2012 εξώδικη ειδοποίηση για μονομερή λύση της συμβάσεως υπομίσθωσης αζημίως, μετά πάροδο εξήντα ημερών από της ως άνω ειδοποιήσεως κατ' επιταγή του άρθρου 36 παρ. 3 εδ. β' και δ' του Π.Δ. 715/1979, λόγω μεταφοράς του συνόλου των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων του, που στεγάζονταν στο μίσθιο, σε άλλο ακίνητό του στην Κέρκυρα (σχετ.

υπ' αριθμ. .../10-08-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α. Μ.). Ακολούθως, περί το τέλος Σεπτεμβρίου 2012, το εναγόμενο - εκκαλούν, κάλεσε προφορικά τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας να παραλάβει το μίσθιο ακίνητο και να του καταβληθούν τα μισθώματα των δύο μηνών, ήτοι από 08-08-2012 μέχρι 08-10-2012.

Η ενάγουσα - εφεσίβλητος, προς απάντηση της ως άνω δηλώσεως του εναγομένου περί λύσεως της μισθώσεως, επέδωσε στο εναγόμενο την 03-10-2012, την από 02-10-2012 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της, δηλώνοντας προς αυτό ότι η από 08-08-2012 εξώδικη δήλωσή του περί μονομερούς λύσης της συμβάσεως υπομισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, πριν την λήξη της συμβατικής διάρκειας κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 παρ. 3 εδ.

β' και δ' του Π.Δ. 715/1979, είναι μη νόμιμη και ότι η σύμβαση αυτή συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι τη λήξη της συμβατικής διάρκειάς της, ήτοι μέχρι την 31-12-2015 και ότι αν επιμένει στην παράδοση του μισθίου και στην καταβολή των μισθωμάτων δύο μηνών θα παραλάβει το μίσθιο και τα μισθώματα πλην όμως δεν αναγνωρίζει τη νομιμότητα της καταγγελίας της συμβάσεως υπομισθώσεως (βλ.

σχετ. εξώδικη δήλωση - πρόσκληση ενάγουσας και αριθμ. .../03-10-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Τ. Α.). Το εναγόμενο σε απάντηση της ως άνω εξωδίκου δηλώσεως - προσκλήσεως της ενάγουσας, επέδωσε προς αυτήν την από 05-10-2012 εξώδικη απάντηση - πρόσκληση, με την οποία της καθιστούσε γνωστό ότι εμμένει στη νομιμότητα της λύσεως της συμβάσεως υπομισθώσεως και την προσκαλούσε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 715/1979, να προσέλθει και να υπογράψει το οικείο πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής του μισθίου ακινήτου και να εισπράξει τα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι την 08-10-2012.

Μετά ταύτα η ενάγουσα - εφεσίβλητος, διά του νομίμου εκπροσώπου της, προσήλθε και παρέλαβε τη χρήση του μισθίου από το εναγόμενο και υπογράφηκε προς τούτο το από 05-10-2012 Πρωτόκολλο Παράδοσης - Παραλαβής του μισθίου ακινήτου. Εκ της διαδρομής του κειμένου του εν λόγω πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, προκύπτει ότι ουδεμία επιφύλαξη του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας παρατέθηκε, ως προς την νομιμότητα της προώρου λύσεως της συμβάσεως υπομισθώσεως, ούτε δήλωση αυτού ότι παραλαμβάνει μεν το κτίριο αλλά επιφυλάσσεται να προσβάλλει την καταγγελία της σύμβασης στα Δικαστήρια, παρότι λίαν προσφάτως, ήτοι προ διμήνου, ήτοι την 08-08-2012, είχε εκφράσει την αντίθεσή της περί της νομιμότητας της καταγγελίας αυτής.

Η τοιαύτη νέα συμπεριφορά της ενάγουσας, ερμηνεύεται ως μεταβολή της αρχικής της θέσης και ότι συναινεί στην πρόωρη λύση της συμβάσεως υπομισθώσεως, καθόσον εάν δεν συναινούσε, τουλάχιστον θα κατέγραφε στο εν λόγω πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής κτιρίου τις επιφυλάξεις της αυτές. Κατ' επέκταση της παραδοχής αυτής, δεν νομιμοποιείται εκ των υστέρων να ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως υπομισθώσεως και την καταβολή των μισθωμάτων μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου αυτής, αφού ως προελέχθη, συναίνεσε στη λύση της συμβάσεως τότε, καθιστώντας πλέον αυτήν ανενεργό.

Συνεπώς, δεχόμενη η εκκαλουμένη τα αντίθετα, ως προς τις αμέσως ανωτέρω παραδοχές, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει να εξαφανιστεί, κατ' ουσιαστική παραδοχή του πρώτου και όγδοου λόγων της υπό κρίση εφέσεως, διακρατουμένης δε της υποθέσεως και δικάζοντας επί της αγωγής, θα πρέπει να απορριφθεί αυτή, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, κατά τις ανωτέρω παραδοχές". Κατόπιν αυτών αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1226/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας και δίκασε επί της αγωγής, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως από το δικαστήριο των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 8 και 14, διότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε ακυρότητα και έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν νόμιμα, αφού έλαβε υπόψη του, ένσταση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου περί συναινέσεώς της στη λύση της ένδικης συμβάσεως, παρά το ότι αυτό δεν την είχε προτείνει πρωτοδίκως, αλλά το πρώτον με τον 8ο λόγο της έφεσής του, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε δέχθηκε ότι συνέτρεχε κάποια από τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη βραδεία πρότασή της.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ως άνω ζήτημα, είναι ανέλεγκτη. Εξάλλου, από την επισκόπηση των εγγράφων, προκύπτει ότι ο 8ος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος ήδη αναιρεσιβλήτου αφορούσε παράπονο για την επί της ουσίας απόρριψη της κριθείσας από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως παραδεκτώς προταθείσας ενστάσεως περί λύσεως της επιδίκου μισθώσεως την 5.10.2012 με την παράδοση από μέρους του, του μισθίου και την ανεπιφύλακτη παραλαβή του από την αναιρεσείουσα με ηθελημένο από την ίδια σκοπό τη λύση της μισθώσεως.

Το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, έκρινε ότι ο παραπάνω 8ος λόγος της έφεσης πλήττει την ουσία και ειδικά την παραδοχή της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου "ότι η παραλαβή του μισθίου ακινήτου από την ενάγουσα ανεπιφυλάκτως δεν σημαίνει και βούληση αυτής περί συναινετικής λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως".

Ερευνώντας δε στη συνέχεια την ουσιαστική βασιμότητα του παραπάνω λόγου παραθέτει στην απόφαση όσα πραγματικά περιστατικά αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν καταλήγοντας στο συμπέρασμα, ότι η ενάγουσα συναίνεσε στη λύση της συμβάσεως, καθιστώντας πλέον αυτήν ανενεργό και δεν νομιμοποιείται εκ των υστέρων να ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας.

Περαιτέρω από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί αρκούντως η συναίνεση της αναιρεσείουσας στην πρόωρη λύση της συμβάσεως υπομισθώσεως.

Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο τμήμα του, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου: 1) ότι δεν ερευνά και δεν εξηγεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πως είναι λογικά δυνατόν να είχε εκφράσει η αναιρεσείουσα την αντίθεσή της στις 8-8-2012, ήτοι δύο ημέρες πριν λάβει γνώση της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως που έγινε στις 10-8-2012, 2) τι ακριβώς μεσολάβησε και ποιό λόγο είχε αυτή, που στις 3-10-2012 είχε εκφράσει εγγράφως την αντίθεσή της, να μεταβάλει σε λίγες ώρες ήτοι στις 5-10-2012 την αρχική της θέση στη λύση της συμβάσεως, αν δηλαδή κατά το μεσοδιάστημα της προσφέρθηκε από το αναιρεσίβλητο κάποιο αντάλλαγμα και ποιό ή μπόρεσε να εξασφαλίσει την υπεκμίσθωση του ακινήτου σε τρίτο και σε καταφατική περίπτωση, ποιός ήταν αυτός και ποιό το νέο υπομίσθωμα, 3) για ποιό λόγο δεν φρόντισε το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με οργανωμένη νομική υπηρεσία, να περιληφθεί στο κείμενο του πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής του μισθίου, ρητή αναφορά περί αναγνώρισης εκ μέρους της νομιμότητος της καταγγελίας και 4) για ποιό λόγο θα έπρεπε να φροντίσει αυτή να επαναληφθεί στις 5-10-2012, η, πριν από δύο ημέρες, ρητή και πανηγυρική άρνησή της συναινέσει στη λύση της συμβάσεως, που συνοδευόταν από επίσης ρητή, ειδική και πανηγυρική δήλωσή της, ότι σε περίπτωση επιμονής του αναιρεσιβλήτου στην παράδοση του μισθίου, θα προσερχόταν, βέβαια για λόγους προστασίας της οικοδομής της, για την παραλαβή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι μεταβάλλει θέση και συναινεί στη λύση της συμβάσεως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πρόκειται περί ελλείψεων που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικτικού ως άνω πορίσματος.

Με το τρίτο τμήμα του ίδιου (α' λόγου) και με τον υπό στοιχείο α' πρόσθετο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως των άρθρων 173 ΑΚ (αληθώς και όχι 179 ΑΚ που αναγράφεται στο αναιρετήριο) και 200 του ΑΚ, υπό την έννοια ότι, ενώ το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε έμμεσα, ότι υπήρξε ασάφεια ως προς τη δήλωση της βουλήσεως της αναιρεσείουσας σχετικά με την αναγνώριση της νομιμότητος της καταγγελίας της συμβάσεως, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει, ουδεμία ασάφεια διαπίστωσε το δικαστήριο αναφορικά με την ως άνω δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας και επομένως νομίμως δεν προσέφυγε στους προαναφερόμενους ερμηνευτικούς κανόνες, ούτε παρίστατο ανάγκη αιτιολογήσεως της μη προσφυγής του σ' αυτούς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της, η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του, κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Από το συνδυασμό δε της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 60/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε και αξιολόγησε το περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων (ήτοι της από 2. 10.2012 εξώδικης δηλώσεως και προσκλήσεως της αναιρεσείουσας προς το αναιρεσίβλητο και του από 5.10.2012 πρωτοκόλλου παραδόσεως - παραλαβής του μισθίου), οι δε ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ότι από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττοντες πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που ανάγεται σε πράγματα είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, όπως και ο σχετικός ως άνω λόγος.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την από 11-3-2014 ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Ε. Μ., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και μεταξύ των άλλων κατέθεσε και τα εξής: "Αρνηθήκαμε να παραλάβουμε το κτίριο. Το παραλάβαμε τον Οκτώβριο 2012 με επιφύλαξη. Το κτίριο μέχρι και σήμερα δεν έχει μισθωθεί", η δε κατάθεσή της αυτή ήταν κρίσιμη για την έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τη ρητή αναφορά στην απόφαση, ότι για να καταλήξει το δικαστήριο στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διαλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και την ως άνω ένορκη κατάθεση.

Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αναφορικά με την συναίνεση της αναιρεσείουσας στην πρόωρη λύση της συμβάσεως υπομισθώσεως, καθόσον τα παραπάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συναινέσεώς της.

Συνεπώς και ο υπό στοιχείο β' δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την με αυξ. αρ. καταθ. 21/2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. Τ. Γενικές Επιχειρήσεις Ανώνυμος Εταιρεία" και τους με αυξ. αρ. καταθ. 49/2016 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.

Απορρίπτει την ως άνω, αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ