Legislator Case Law & Legislation
1607/2010 AI generated

1607/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1607/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1607/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πριν από τη συντέλεση αυτής ο δικαιούχος-κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας (Ολ.ΑΠ 8/2001). Με το β.δ. 20/20-10-1938, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του α.ν. 1366/1938 και δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 400/Α/25-10-1938, καθορίστηκε ως παραμεθόρια περιοχή, μεταξύ άλλων και ο νομός Σερρών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1607 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1607/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπρο-έδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Μ. του Χ., 2. των κληρονόμων του Α. Μ. του Χ.: α) Χ. Μ. του Α., β). Φ. Μ. του Α., συζ. Γ. Κ., γ) Κ. Μ. του Α., συζ. Σ. Β., 3. Π. Μ. του Χ., και διαμένοντος εις …, 4. Α. Μ. του Χ., 5. Α. συζ. Χ. Χ., το γένος Χ. Μ., και 6. Χ. Μ. του Λ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ(ίδιο επώνυμο με αναιρεσείοντα 1) . του Χ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαπατώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 24-5-2007 ανταγωγή δια των προτάσεών του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2090/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του ίδιου άρθρου, καθώς και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180, 188, 193, 203, 207 και 208 του ίδιου Κώδικα, ενόψει δε και της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη της ισχύος τούτου επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία κληρούχους η με δικαιοπραξίες εν ζωή εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε είδους κλήρων τους υπό τον περιορισμό μόνο της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάσταση αυτού στον κλήρο ως την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23-5-1968) και αν ακόμη δεν προέβη σε κατοχή αυτού, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος νομής από άλλον.

Την αυτή επί του κλήρου πλασματική νομή έχουν, κατ' επέκταση, και οι κληρονόμοι του αρχικού κληρούχου, διότι με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης απέβλεψε και στην προστασία αυτών των προσώπων. Μετά όμως την ισχύ του ως άνω νόμου (431/1968) ο κληρούχος δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν τον κατέχει συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, δυνάμενη αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις και εφόσον έχει κυρωθεί η οριστική διανομή, να οδηγήσουν στη με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας τούτου εφόσον συμπληρωθεί ο για καθεμία εξ αυτών απαιτούμενος από την ισχύ του ως άνω νόμου και εφεξής χρόνος.

Η κατάσταση αυτή δεν αλλάζει από το γεγονός ότι στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου (431/1968) ορίζεται ότι κατά την μεταβίβαση των γεωργικών κλήρων πρέπει απαραιτήτως, α) να έχει εκδοθεί και μεταγραφεί το οριστικό παραχωρητήριο του κλήρου στο οποίο αναφέρεται η δικαιοπραξία και β) να είναι πλήρως εξοφλημένο το τυχόν προς το Δημόσιο οφειλόμενο τίμημα του κλήρου, διότι η συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων είναι απαραίτητη, όχι για την άρση της ιδιότητας του κληρούχου ως πλασματικού νομέα εκ του κλήρου, η οποία άρση όπως προαναφέρθηκε, επέρχεται με την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, αλλά μόνο για το έγκυρο της εκ μέρους του κληρούχου εκποιήσεως ή διαθέσεως εν ζωή του κλήρου στον αντίστοιχο ειδικό διάδοχο του.

Το ίδιο ισχύει και για κλήρους που βρίσκονται σε παραμεθόριες περιοχές του Κράτους, όπου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 3 και 7 του α.ν. 1366/1938 (όπως το άρθρο 7 ερμηνεύθηκε με τον α.ν. 1629/1939), απαγορεύονται με ποινή απόλυτης ακυρότητας οι δικαιοπραξίες εν ζωή με τις οποίες συνιστώνται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιαδήποτε εμπράγματα δικαιώματα ή συνάπτονται με αυτές μισθώσεις ή άλλες ενοχικές σχέσεις που αφορούν ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες δικαιοπραξίες περιλαμβάνονται και εκείνες με τις οποίες μεταβιβάζεται η νομή.

Και τούτο διότι η απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνει και την πρωτότυπη κτήση νομής, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει δικαιοπραξία και η κτήση της νομής είναι ένα απλό πραγματικό γεγονός. Περαιτέρω με το άρθρο 189 (παρ. 1 και 2) του Αγροτικού Κώδικα τίθεται γενική διάταξη ως προς την περιέλευση των ατομικών κλήρων στους κληρούχους, συνιστάμενη στο ότι αυτοί αποκτούν την κυριότητα εκείνων των κλήρων από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή περί κύρωσης της οριστικής διανομής καθενός αγροκτήματος.

Όμως η κυριότητα σε ακίνητο που κείται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο (α.ν. 1366/1938) ως παραμεθόρια αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η παραπάνω γενική διάταξη (άρθρο 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα), αλλά, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του ν.δ. 2185/1952, 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972, από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου).

Πριν από τη συντέλεση αυτής ο δικαιούχος-κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας (Ολ.ΑΠ 8/2001). Με το β.δ. 20/20-10-1938, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του α.ν. 1366/1938 και δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 400/Α/25-10-1938, καθορίστηκε ως παραμεθόρια περιοχή, μεταξύ άλλων και ο νομός Σερρών.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος.

Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκύριοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους συγκυρίους μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις που εμφαίνουν την πιο πάνω απόφαση του συγκυρίου που κατέχει το πράγμα, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει είτε από σχετική δήλωση εκείνου που αντιποιείται τη νομή του κοινού είτε από αλλού και έτσι αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οπουδήποτε και αν προέρχεται (ΑΠ 795/2001).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, αναφορικά με την ένδικη από 4-1-2007 διεκδικητική αγωγή ακινήτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και την ασκηθείσα ανταγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:

Κατά τη διανομή του οικισμού Μετοχίου Ν. Σερρών, που έγινε το έτος 1978, μεταβιβάστηκε ως κλήρος στο Χ. Μ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 28-8-1946 και ήταν πατέρας των διαδίκων, πλην του έκτου των εναγόντων, όπως και των τέκνων του δευτέρου τούτων, που απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής, των οποίων ήταν παππούς, κατά κυριότητα ένα οικόπεδο που βρίσκεται στον ανωτέρω οικισμό, έχει αριθμό ... (ΟΤ ..) και εμβαδόν 1572 τ.μ.

και συνορεύει από γύρω με δημοτικούς δρόμους (επίδικο), σχετικά δε εκδόθηκε ο …/1982 τίτλος κυριότητας, που μεταγράφηκε στις 6-7-1984 στον τόμο 932 και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σερρών. Ο εν λόγω κληρούχος κατέλειπε κατά το θάνατό του εξ αδιαθέτου κληρονό-μους της περιουσίας του, δηλαδή και του προαναφερόμενου ακινήτου που το κατείχε εν ζωή, αλλά περιήλθε σ' εκείνον κατά κυριότητα μετά το θάνατό του, τη σύζυγό του Σαββάτω σε ποσοστό 64/256 αυτού και τα τέκνα του Α., Α., Π., Α., Κ. (ενάγοντες), Λ. (πατέρα του 6ου των εναγόντων), Η.

και Ν. (εναγόμενο) σε ποσοστό 24/256 για καθένα τούτων. Στις 28-11-1947 απεβίωσε ο γιος του Χ. Μ., Η. και όσον αφορά το μερίδιό του στο επίδικο, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μητέρα του και τα αδέλφια του, κατά ποσοστό 3/256 από καθένα τούτων. Κατόπιν, στις 19-2-1976 απεβίωσε η Σ. Μ., η οποία με την 20200/1971 δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε με το 331/1997 πρακτικό του Πρωτοδικείου Σερρών, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της περιουσίας της τον πρώτο των εναγόντων (Κ.

Μ.). Στις 2-12-2002 απεβίωσε και ο Λ. Μ., ο οποίος δυνάμει της 252/1984 δημόσιας διαθήκης του ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Τσιδεμίδου, που δημοσιεύθηκε με το 752/2004 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, άφησε κληρονόμους της περιουσίας του τον έκτο των εναγόντων, γιο του, σε όλη την περιουσία του, πλην ενός αγροτεμαχίου που άφησε στις δύο θυγατέρες του Σ.

και Ε.. Το έτος 1953 έλαβε χώρα μεταξύ των εν ζωή κληρονόμων του κληρούχου άτυπη διανομή της υπόλοιπης περιουσίας του, εκτός από το προαναφερόμενο οικόπεδο που παρέμεινε στην κατοχή όλων τούτων. Κατόπιν, όμως, από το έτος 1960 περίπου ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στο επίδικο, άρχισε να το χρησιμοποιεί ως βουστάσιο, το έτος 1970 έκτισε δύο στάβλους εμβαδού 50 τ.μ.

ο καθένας και μετέτρεψε την πατρική τους κατοικία, που ήταν παλιά, σε αποθήκη ζωοτροφών και στις 13-6-1964 με συμφωνία του με την πέμπτη των εναγόντων, αγόρασε άτυπα από εκείνην το ιδανικό μερίδιό της ποσοστού ήδη 1/7 εξ αδιαιρέτου σ' αυτό (επίδικο) και σχετικά συνέταξαν το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό.

Όλες τις πράξεις αυτές νομής ασκούσε ο εναγόμενος από τότε (1960) έως την υποβολή της ένδικης αγωγής στις 9-1-2007, οι δε ενάγοντες, καίτοι αυτές συνιστούσαν εκδηλώσεις της βούλησής του να κατέχει το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό του και τις αντιλαμβάνονταν, δηλαδή κατ' αυτό τον τρόπο τους γνωστοποίησε εκείνος ότι αντιποιείται τη νομή τους σ' αυτό, δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, δηλωτική της αντίθεσής τους σ' αυτές και διεκδίκησης των μεριδίων τους από τον εναγόμενο, όπως ασφαλώς θα έπρατταν αν δεν ήταν αποδεκτές οι από την πλευρά του εν λόγω διακατοχικές ενέργειες, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι αρχικά δεν είχε συμπεριληφθεί το επίδικο στη μεταξύ τους άτυπη διανομή των κληρονομικών ακινήτων.

Τα ως άνω τελευταία περιστατικά αποδεικνύονται κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης (Χ. Χ.), ο οποίος μεταξύ άλλων βεβαίωσε, ότι ο πρώτος των εναγόντων, ενώ το έτος 1974 "ζήτησε το μερίδιό του (στο επίδικο) ο εναγόμενος δεν το έδωσε", δεν προέβη σε καμία ενέργεια, ότι "ο στάβλος ανήκε στον εναγόμενο, ο οποίος πλήρωνε το ηλεκτρικό ρεύμα" και ότι "όταν έκανε το στάβλο οι ενάγοντες δεν ζήτησαν το μερίδιό τους", όσο δε αφορά την πέμπτη των εναγόντων προκύπτουν και από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο εναγόμενος, νεμόμενος το επίδικο ακίνητο για το διάστημα τουλάχιστον από τη μεταγραφή του αναφερόμενου τίτλου κυριότητας (6-7-1984), οπότε αποκτήθηκε η κυριότητα αυτού από τον αρχικό κληρούχο, μέχρι την άσκηση της εναντίον του αγωγής (9-1-2007), δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο από μια εικοσαετία εν γνώσει των εναγόντων, των οποίων ο ισχυρισμός για κατοχή του λόγω χρησιδανείου δεν αποδείχτηκε, απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή και δέχτηκε την ανταγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785 - 787, 974, 981, 982, 983, 994, 1113 ΑΚ, 26, 74, 79 παρ. 2, 180, 203 του Αγροτικού Κώδικα, 1 παρ. 1 α.ν. 431/1968, 1 ν.δ. 1189/1972, καθώς και 980, 981, 982, 984, 994 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας εκ μέρους του εναγομένου-αντενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της απόδειξης της επί διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας νομής αυτού εν γνώσει των εναγόντων και της μη απόδειξης του ισχυρισμού των τελευταίων για κατοχή αυτού από τον εναγόμενο λόγω χρησιδανείου, αιτιολογίες που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, κατά ορθή εκτίμησή του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον κατ' αυτούς ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι ο αναιρεσίβλητος στον οικισμό Μετόχι-Σερρών τυγχάνει κύριος από οικοδομική αποκατάσταση δύο αναφερομένων οικοπέδων, στο ένα των οποίων υπάρχουν οι παλαιοί στάβλοι του και όχι του πατρικού τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελεί άρνηση της περί ιδίας κυριότητας ένστασης του εναγομένου και της ασκηθείσας ανταγωγής του.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε ή δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις ένορκες βεβαιώσεις 281/2007 και 139/2008 των μαρτύρων Γ. Δ., Χ. Ο. και Θ.

Ο., αντίστοιχα, ενώ από τη κατάθεση του μαρτυρά τους Χ. Χ. έλαβε υπόψη μόνο ορισμένα τμήματα αυτής. Από την περιεχόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες μάλιστα ρητά μνημόνευσε, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της καθεμιάς από αυτές.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα ως προς τις προμνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που αφορά την εκτίμηση του περιεχομένου της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης Χ. Χ., η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρου 237 παρ. 3, 269 και 527 ΚπολΔ, προκύπτει, ότι κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν με την προσθήκη των προτάσεων μόνο για την απόκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις του αντιδίκου, ενώ κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδαφ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2145/2001, προκύπτει ότι επιτρέπεται η χρήση ενόρκων βεβαιώσεων και κατά την τακτική διαδικασία, αρκεί η ένορκη βεβαίωση να λήφθηκε μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, έστω και μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρώτου βαθμού, δικονομικό καθεστώς από το οποίο διέπεται και η ένδικη υπόθεση με βάση τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001) και προσδιοριστικό κριτήριο την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως (άρθρο 22 του ν.2915/2001), η οποία στην ερευνώμενη υπόθεση έλαβε χώρα κατά την δικάσιμο της 21-5-2007.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως μόνο αποδεικτικό μέσο της ασκηθείσας ανταγωγής του εναγομένου την με αριθμό 284/24-5-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του και υιού του Η.

Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκου Σερρών, μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρώτου βαθμού, καίτοι ο μάρτυρας αυτός δήλωσε άγνοια για τον λόγο και τον τρόπο της κατοχής του επιδίκου από τον εναγόμενο και η ανταγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως παραμείνασα εντελώς αναπόδεικτη και έτσι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο (άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού <<η ένορκη αυτή βεβαίωση έδει να περιορισθεί μόνον εις αντίκρουση ισχυρισμών τους και όχι δι' απόδειξη αυτών, τα οποία αποτελούσαν την νομική βάση της ανταγωγής του και παρέμειναν εντελώς αναπόδεικτα επ' ακροατηρίω>>.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της ανταγωγής του αντιδίκου τους από την παραπάνω αιτία προτάθηκε παραδεκτά από μέρους τους στο Εφετείο με λόγο έφεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-12-2008 αίτηση των Κ. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της 2090/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ