Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding unproposed facts and procedural errors in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court erred by considering unproposed facts and failing to declare certain claims inadmissible. The court rejected these arguments because the appeal petition failed to specify which facts or claims were considered, rendering the grounds for appeal vague and insufficient under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 134(a), 240, 559(8)(a), 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact facts or claims considered by the lower court that were not properly proposed, otherwise it is rejected as vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1607 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1607/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Φλώρα Τριανταφύλλου δήλωσε ότι η 4η αναιρεσίβλητη (Ψ4) απεβίωσε στις 13-6-1999 και κληρονομήθηκε από Ψ2 (ήδη 2η αναιρεσίβλητη) και την Ψ3 (ήδη 3η αναιρεσίβλητη) οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/1999 προδικαστική, 320/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-2-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 20-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 134 εδ.α' ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει έδρα στο εξωτερικό , η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. α' της μεταξύ της Ελλάδος και της Μεγάλης Βρετανίας υπογραφείσας, την 27-2-1936, Σύμβασης δικαστικής αρωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Α.Ν. 730/1937 (ΦΕΚ, Α', 227/15-6- 1937) και άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτής, από την ανταλλαγή των επικυρώσεών της από τα συμβαλλόμενα μέρη στις 16.11.1937 και στην οποία σύμβαση προσχώρησε νόμιμα, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 αυτής, η Αυστραλία, στις 14-12-1938, με ισχύ αυθημερόν (ΦΕΚ Α, 445/1938), η επίδοση μπορεί να ενεργηθεί και χωρίς οιαδήποτε αίτηση προς τις αρχές της χώρας εκτέλεσης ή μεσολάβησης τούτων (όπως η επίδοση αυτή προβλέπεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης), με έναν από τους εκτιθέμενους, στο άρθρο αυτό (4), τρόπους, μεταξύ των οποίων είναι και, κατά την περ.1 του εν λόγω άρθρου "υπό προξενικού υπαλλήλου ενεργούντος εξ ονόματος της χώρας προελεύσεως", το δε ζήτημα της εγκυρότητας οιασδήποτε επίδοσης, η οποία συντελείται καθ' οιανδήποτε των μεθόδων που αναγράφονται στην ως άνω παράγραφο α' του άρθρου 4, παραμένει, σύμφωνα με την παρ.
δ' του ίδιου άρθρου 4, αντικείμενο ελεύθερης κρίσης των οικείων δικαστικών αρχών των συμβαλλόμενων μερών σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτών. Από τις διατάξεις αυτές και το συνδυασμό τους προς τη διάταξη της παραγρ. η' του άρθρου 3 της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία, " η εκτελούσα την αίτησιν προς επίδοσιν αρχή θέλει παρέχει πιστοποιητικόν αποδεικνύον την γενόμενην επίδοσιν ή επεξηγούν τους λόγους ων ένεκα εκωλύθη αύτη, εκθέτον το γεγονός, τον τρόπον και την ημερομηνίαν της τοιαύτης επιδόσεως ή αποπειραθείσης επιδόσεως, θέλει δε αποστείλει το ως είρηται πιστοποιητικόν προς τον προξενικόν υπάλληλον τον εξαποστείλαντα την προς επίδοσιν αίτησιν..", προκύπτει, ότι με αυτές καθιερώνεται η αρχή της περιέλευσης του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται, αν μεν η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης (μέσω της αρμοδίας αρχής της χώρας εκτέλεσης), με πιστοποιητικό, που παρέχεται από την εκτελούσα την αίτηση προς επίδοση αρχή, το οποίο αποδεικνύει τη γενομένη επίδοση ή επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους κωλύθηκε αύτη, αν δε η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης, με πιστοποιητικό επίδοσης κατά τα οριζόμενα στη νομοθεσία της χώρας του επιμεληθέντος την επίδοση συμβαλλομένου μέρους, οι δικαστικές αρχές της οποίας θα ελέγξουν το ζήτημα της εγκυρότητος της επίδοσης κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο .Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης υπόθεσης (άρθρ 561 παρ. 2ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα εξής:
Η κρινόμενη, από 7-2-2006, αίτηση αναίρεσης, φέρεται προς συζήτηση, με την από 14-3-2007 αίτηση των αναιρεσειόντων, μετά την ματαίωσή της στηνκατά την 19-9-2007 ορισθείσας αρχικής δικασίμου αυτής. Η συζήτηση αυτής, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-5-2008), έγινε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις .....
και ..... από ..... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, ....., επέδωσαν αντίγραφο των ανωτέρω αίτησης αναίρεσης και της κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση στη δικάσιμο της 7-5-2008, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με σκοπό να αποσταλεί στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Ψ1, στην αναγραφόμενη στα δικόγραφα αυτά γνωστή εκεί διεύθυνσή του.
Ο Εισαγγελέας, αφού παρέλαβε τα εν λόγω δικόγραφα, ενήργησε, όπως ορίζει το άρθρο 134 παρ. 3 ΚΠολΔ, και απέστειλε τα ανωτέρω δικόγραφα, με τα με αριθμ. πρωτ. ..... και ..... από ..... έγγραφα, για επίδοση στον ανωτέρω διάδικο, από το Προξενείο της Ελλάδας στην Αδελαϊδα Αυστραλίας, στην εκεί ως άνω γνωστή διεύθυνσή του.
Στη συνέχεια, η ως άνω αρμόδια Ελληνική Αρχή ακολούθησε τη διαδικασία επίδοσης που προβλέπεται στην άνω Σύμβαση, πλην, παρά την έγγραφη ειδοποίηση στην οποία προέβη προς τον ανωτέρω διάδικο, εκείνος δεν επέδειξε ενδιαφέρον για παραλαβή των επιδοτέων διαδικαστικών εγγράφων από αυτήν, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα με αριθμ.
πρωτ. ..... και ..... από ..... έγγραφα του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στην Αδελαϊδα Αυστραλίας προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Επομένως, εφόσον, υπάρχει άρνηση παραλαβής από τον παραλήπτη των εγγράφων αυτών, η εγκυρότητα της επίδοσης αυτής, κρίνεται, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο, ήτοι σύμφωνα με το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ,κατά το οποίο, η επίδοση, κατά τον ως άνω τρόπο, θεωρείται ότι συντελέστηκε από την επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (6-6-2007) ανεξάρτητα από τον χρόνο της αποστολής και της λήψης αυτού από τον παραλήπτη.
Συνακόλουθα, για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, υφίσταται σύμφωνα με την ανωτέρω Σύμβαση, νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης προς συζήτηση στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ.2ΚΠολΔ, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο.
Πρέπει, επομένως, ο διάδικος αυτός να δικαστεί σαν να ήταν παρών(άρθρ.576 παρ.2ΚΠολΔ). Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, εκτός των άλλων, τα "πράγματα", ήτοι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή οι λόγοι έφεσης, που παρά τον νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα,καθώς και τα στοιχεία εκείνα , από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο, το οποίο με την πληττόμενη απόφασή του έκανε δεκτή έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και , αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση που έκρινε διαφορετικά, έκανε δεκτή την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή αυτών, η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8αΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που περιέχονταν στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις τους, τους οποίους επανέφεραν στο Εφετείο, με τις από 9-12-2005 προτάσεις τους, χωρίς όμως νόμιμο τρόπο, ήτοι χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται καθόλου οι εν λόγω ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επαναφορά αυτών στο Εφετείο, ούτε τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης.
Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, ψέγεται η πληττόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτους τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προταθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, τους οποίους επανέφεραν στο Εφετείο, μολονότι η επαναφορά τους έγινε χωρίς νόμιμο τρόπο, ήτοι χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 240ΚΠολΔ.Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται ποίοι είναι οι ισχυρισμοί αυτοί των αναιρεσιβλήτων, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, παρόλο ότι δεν επαναφέρθηκαν ενώπιόν του νομίμως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-2-2006 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 35/2006 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ