1607/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: και ......, β. η υπό στοιχείο 7. ιε αναιρεσείουσα (.......), η οποία δεν παραστάθηκε, απεβίωσε και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της και ήδη αναιρεσείοντες υπό στοιχεία 7.η, 7.θ, 7.ι, 7.ια, 7.ιβ, 7.ιγ, και 7.ιδ, γ. ο υπό στοιχείο 11.β αναιρεσείων (......), ο οποίος δεν παραστάθηκε, απεβίωσε και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του ......., το γένος ......., ......
Legislator headnote
AI generated1607/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α΄73, 159 παρ. 2, 160 παρ. 1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αναίρεση η οποία ασκήθηκε επ' ονόματι προσώπου που έχει αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησής της, είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη της απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης του να έχει κάποιος την ικανότητα του διαδίκου, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπό ή και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Full text
Απόφαση 1607 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1607/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Αναφέρονται 20 αναιρεσείοντες. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα, πλην των υπό στοιχεία 7.β, 7. θ, 11. α, 12. α και 12. β, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Ο ως άνω πληρεξούσιος δήλωσε στη συνέχεια ότι: α. ο υπό στοιχείο 1.β αναιρεσείων (........ ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, απεβίωσε και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του ........, .........
και ......, β. η υπό στοιχείο 7. ιε αναιρεσείουσα (.......), η οποία δεν παραστάθηκε, απεβίωσε και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της και ήδη αναιρεσείοντες υπό στοιχεία 7.η, 7.θ, 7.ι, 7.ια, 7.ιβ, 7.ιγ, και 7.ιδ, γ. ο υπό στοιχείο 11.β αναιρεσείων (......), ο οποίος δεν παραστάθηκε, απεβίωσε και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του ......., το γένος ......., ......
και ........, δ. οι υπό στοιχεία 14.α και 14.β αναιρεσείοντες (...... και ..........) οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, απεβίωσαν και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι τους ......, ........, ........., .......... και .........., ε. ο υπό στοιχείο 15. β (.........), ο οποίος δεν παραστάθηκε, απεβίωσε και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του ..........., ..........και στ.
ο υπό στοιχείο 16. γ αναιρεσείων (.....), ο οποίος δεν παραστάθηκε, απεβίωσε και την δίκη συνεχίζει η νόμιμος κληρονόμος του .........., ενεργούσα για λογαριασμό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της ...... . και της .......... Στη συνέχεια δήλωσε ότι όλους τους ως άνω κληρονόμους των ήδη αποβιωσάντων αναιρεσειόντων τους εκπροσωπεί δια πληρεξουσίων εγγράφων.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης ....., ...... αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν με τις από 9-11-1999, 27-10-1999 και 140501999 προτάσεις-ανταιτήσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2000 προδικαστική και 1924/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή τους .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμούς ......., .........., ......., ...... και ....... και ..... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 11/12/2002 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου με την οποία ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτησή της αρχικά η 3 Φεβρουαρίου 2006 (από την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης) καθώς και η κλήση προς παράσταση κατά τη συζήτηση αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους απολιπόμενους: 7β).......... 7θ)..........., 11 α) ..........., 12 α) ..........και 12 βα) .........και 12 β) ..........και 12 β) ..........αντίστοιχα, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Πρέπει επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσειόντων.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α΄73, 159 παρ. 2, 160 παρ. 1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αναίρεση η οποία ασκήθηκε επ' ονόματι προσώπου που έχει αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησής της, είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη της απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης του να έχει κάποιος την ικανότητα του διαδίκου, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπό ή και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμούς ....., ..... και .... ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου ....... του Νομού Θεσσαλονίκης οι κατωτέρω των αναιρεσειόντων έχουν αποβιώσει σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (υπ' αριθμ. .......
έκθεση καταθέσεως της στο Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης) α) Ο ......υπό στοιχείο αναιρετηρίου 1β (ως αποβιώσας την 18.5.2001). β) Η ......, υπό στοιχείο αναιρετηρίου 7ιε΄ (ως αποβιώσασα την 1-8-2000) και γ) ....... υπό στοιχείο αναιρετηρίου 14β (ω ς αποβιώσασα την 18.2.2002). Επομένως ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, λόγω ακυρότητας του δικογράφου της.
Εξάλλου ως απαράδεκτες πρέπει να απορριφθούν οι παρεμβάσεις - δηλώσεις συνεχίσεως της δίκης των εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, κατά περίπτωση, κληρονόμων των ανωτέρω αναιρεσειόντων, όπως τα στοιχεία αυτών παρατίθενται στο διατακτικό, διότι δεν νοείται άσκηση παρέμβασης υπέρ προσώπου "ανυπάρκτου" κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης.
Αντίθετα, νομίμως συνεχίζουν την ανοιγείσα ενώπιον του ακυρωτικού δίκη οι κατωτέρω μόνοι κληρονόμοι των αρχικών διαδίκων, οι οποίοι απεβίωσαν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και επ' ονόματί των . Ειδικότερα από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθμούς ......., ........, ....... και ...... ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του Δήμου .......του Νομού Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι οι κατωτέρω αναφερόμενοι απεβίωσαν τους αντίστοιχους χρόνους ενώ από τα προσκομιζόμενα επίσης μετ' επικλήσεως νομιμοποιητικά έγγραφα προκύπτει ότι στην κληρονομία τους υπεισήλθαν ως καθολικοί τους διάδοχοι, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη οι κάτωθι αντιστοίχως: 1) ο υπό στοιχείο αναιρετηρίου 11β .......απεβίωσε την 16.10.2005 κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και τη δίκη συνεχίζουν επ' ονόματί του οι (μόνοι) εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του .........., .........
και ....... 2) Ο υπό στοιχείο αναιρετηρίου 14α ........απεβίωσε την 25.3.2005 κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και τη δίκη συνεχίζουν επ' ονόματί του οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) .......... β) ..........γ) ......... δ) .......... και ε) ........., 3) Ο υπό στοιχείο αναιρετηρίου 15α ....... απεβίωσε την 25.7.2005, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας κατά τη δίκη συνεχίζουν παρεμβαίνοντες, οι μόνοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του:
α) ......., ως κληρονόμος κατά την ψιλή κυριότητα και β) ........κατά την επικαρπία. 4) Ο υπό στοιχείο αναιρετηρίου 16γ ........απεβίωσε την 12/5/2005 κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και, παρεμβαίνοντες, συνεχίζουν τη δίκη οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμιο του ......και τα ανήλικα τέκνα του ....... και ......., εκπροσωπούμενα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα επ' αυτών ........
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Είναι δε πράγματα κατά την έννοια της άνω διάταξης οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Ωστόσο ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑπ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους περιλαμβανομένους στην αίτηση των αναιρεσειόντων αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα προταθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά αναλυτικώς εκτίθενται, βάσει των οποίων έπρεπε να δεχθεί ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται σε 88 ευρώ (30.000 δρχ.) ανά τετραγωνικό μέτρο και οι αξίες των συστατικών στα αναφερόμενα στην αίτηση ποσά.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η άνω αίτηση των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη τους επί μέρους ισχυρισμούς που την θεμελιώνουν. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που - υπό την επίκληση της άνω διάταξης - πλήττει την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Ενόψει αυτών οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης κατά τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση του νόμου και εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων: α) δέχθηκε ότι νόμιμα κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/1977 και 62 παρ. 9 του ν. 947/1977 ενώ έπρεπε να θεωρήσει ανίσχυρη την πράξη της απαλλοτρίωσης ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 653/1977 που οδηγούν σε καταστρατήγηση του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς επίσης απολύτως άκυρη την περί αυτής κοινή υπουργική απόφαση που χαρακτηρίζει ως Εθνική την διαπλατυνόμενη με την απαλλοτρίωση οδό Θεσσαλονίκης - Ν.
Μουδανιών διότι ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ στερείται δικαιοδοσίας να χαρακτηρίζει επαρχιακές οδούς ως εθνικές και β) έλαβε υπόψη άκυρα κτηματολογικά στοιχεία (πίνακα και διάγραμμα) που συντάχθηκαν χωρίς καμιά δημοσιότητα και χωρίς να υποβληθούν σε διαδικασία κατά την οποία θα μπορούσαν να κριθούν οι αντιρρήσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατ' αυτά και χωρίς προηγούμενη ακρόασή τους θεωρούνται ως αυτοποζημιούμενοι ιδιοκτήτες, με αποτέλεσμα τελικά να μην τους καταβάλλεται αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας τους, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, καθόσον από την επισκόπηση της αίτησης και των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο δεν προκύπτει ότι τέτοιοι ισχυρισμοί, που σημειωτέον δεν αφορούν τη δημόσια τάξη, προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας.
Συνακόλουθα και ο έκτος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης κατά τον οποίο οι προσβαλλόμενες αποφάσεις (προδικαστική και οριστική) δεν έλαβαν υπόψη πράγματα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή ότι με τα προσκομιζόμενα άκυρα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης παραβιάζονται οι συνταγματικές αρχές της ισότητας και της προστασίας της ιδιοκτησίας γιατί επιβάλλεται το σύνολο της αποζημίωσης σε βάρος των αναιρεσειόντων παροδίων ιδιοκτητών, με την αυτοαποζημιούμενη δεκαπεντάμετρη λωρίδα εδάφους, ενώ οι λοιποί παρακείμενοι ιδιοκτήτες και το κοινωικό σύνολο, καίτοι ωφελούνται, καμία δεν καταβάλλουν αποζημίωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν.Δ. 797/1971, κατά την οποία "ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται δια δικαστικής αποφάσεως, καθοριζούσης μόνον την τιμήν μονάδος, άνευ αναγνωρίσεως δικαιούχων, ουδέ καταψηφίσεως υποχρέου, κατά την υπό των διατάξεων του παρόντος οριζομένην ειδικήν διαδικασίαν", ερμηνευομένης σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος 1975/1986 και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1977 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του....", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανόμενη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.
Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του δικαστηρίου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος ως προσκρούων στην άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, υποβαλλομένου αιτήματος στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, ότι δεν είναι ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτητών ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει κατά την ίδια διαδικασία εκτός από το αίτημα προσδιορισμού της αποζημίωσης, την ύπαρξη ή όχι ωφελείας του ιδιοκτήτη απαλλοτριουμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής του στις δαπάνες απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 το9υ ν. 653/1977 (Ολ.
ΑΠ 10/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη 275/2000 εν μέρει οριστική απόφασή του απέρριψε μεταξύ άλλων την αίτηση των αναιρεσειόντων κατά το αίτημα αυτής να κηρυχθεί για τους επικαλούμενους λόγους, αντισυνταγματική και άκυρη η αυτοαποζημίωση των ιδιοκτησιών τους ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι δεν είχε λειτουργική αρμοδιότητα για την έρευνα του αιτήματος αυτού, της αρμοδιότητάς του περιοριζομένης αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Κρίνοντας όμως έτσι κατά παραβίαση των άνω διατάξεων απέρριψε την αίτηση των αναιρεσειόντων κατά το σχετικό αίτημά της, ουσιαστικά ως απαράδεκτη, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. και είναι βάσιμοι οι κατ' εκτίμηση, στη διάταξη αυτή θεμελιούμενοι τρίτος και έβδομος λόγοι της κρινόμενης αίτησης.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι το Εφετείο έκρινε ότι εστερείτο λειτουργικής αρμοδιότητας να εξετάσει το αίτημα των αναιρεσειόντων περί μη υποχρέωσης των ιδιοκτησιών τους προς αυτοαποζημίωση, ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (και όχι και εκ του ίδιου άρθρου αρ. 5 και 8) λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο το άνω δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να δεχθεί ενόψει των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2, 4 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 653/1977 τεκμήριο, είναι μαχητό, είναι απορριπτέος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ισχύοντος εν προκειμένω Ν.Δ. 797/1971, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση του προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του άνω Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του . Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου, δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού μετά των συστατικών του, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν.Δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Γιατί αλλιώς ως προς την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρους του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Σημειωτέον ότι ανεξαρτήτως του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι διάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του Ν.Δ. 797/1971 που ορίζει ότι δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου.
Και τούτο γιατί η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση της αξίας του απαλλοτριουμένου μέρους που το κατά το Σύνταγμα (άρθρο 17) πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου που εξακολουθεί ν' αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του δια το οποίο η απαλλοτρίωση έργου (ΟλΑΠ 31/2005).
Ενόψει των ανωτέρω η συμπροσβαλλόμενη εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου, τις σκέψεις της οποίας επανέλαβε και η οριστική απόφαση αυτού, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα των υπ' αριθ. 2, 3, 10 και 15 αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων τους εξαιτίας της εκμηδενίσεως ή μειώσεως της αγοραίας και εμπορικής αξίας των κτισμάτων και επιχειρήσεων που βρίσκονται σ' αυτά, η οποία επέρχεται από την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου και κυρίως από το γεγονός ότι απωλέσθηκε η πρόσβαση των εναπομενόντων ακινήτων τους προς την εθνική οδό Θεσσαλονίκης - Ν.
Μουδανιών, με την αιτιολογία ότι η αποζημίωση για το τμήμα που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και των συστατικών και επικειμένων, συνδέεται μόνο προς την απομειωτική επί της αξίας επιρροή που ασκεί η απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους και σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζεται από το είδος του έργου στο οποίο αποβλέπει η απαλλοτρίωση και στην τυχόν μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει (εξ αυτού), παραβίασε τις άνω διατάξεις και είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (όχι δε και εκ του ίδιου άρθρου αρ. 8 και 9) όγδοος λόγος της κρινόμενης αίτησης.
VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδει στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαγνωσθεί με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν και ποιο λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (αόριστος), χωρίς να είναι επιτρεοπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλο έγγραφο ή και σ' αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας έλλειψης, ανεπάρκειας ή αντίφασης αιτιολογιών πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή να γίνεται μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών και να εξειδικεύεται περαιτέρω το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή να καθορίζεται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε οι αιτιολογίες να είναι πλήρεις και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον ένατο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 1924/2002 οριστική απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται αιτιολογιών ή άλλως, ότι έχει εσφαλμένες, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης καθόσον, ενώ δέχεται για τις υπ' αριθ.
ΚΠ 112, 116, 166, 206 και 536 ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων ότι υφίστανται μείωση της αξίας τους τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων τους, παρά το νόμο εντελώς εσφαλμένα, αόριστα και τελείως αναιτιολόγητα, αντιφατικά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε εσφαλμένες εκτάσεις και αξίες αυτών σε βάρος τους με συνέπεια να μην καθορίσει τιμές μονάδος αποζημιώσεώς τους και επιπλέον για τις υπ' αριθ.
ΚΠ 73, 126, 149, 171 και 198 ιδιοκτησίες τους ενώ δέχεται ότι τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα ακινήτων εδαφών υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους, εν τούτοις δεν αναφέρει τα κτίσματα που υπάρχουν σ' αυτές και τα οποία όχι μόνο υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους αλλά καθίστανται άχρηστα για τη χρήση που προορίζονται, καθόσον το όριο της απαλλοτρίωσης στο ΚΠ 73 απέχει μόλις ογδόντα εκατοστά και δεν μπορεί να λειτουργήσει η επιχείρηση και στο ΚΠ 198 το όριο απαλλοτρίωσης απέχει μόνο λίγα μέτρα.
Ο άνω λόγος με τον οποίο, κατ' ορθή υπαγωγή των διαλαμβανομένων σ' αυτόν, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που πλήττει την άνω απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που πλήττει αυτή για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, εντεύθεν δε απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VII. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης πιο πάνω οριστικής απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή δεν περιέχει διάταξη περί της βασιμότητας ή μη των από 14.5.1999 και 27.10.1999 δια των προτάσεων ασκηθεισών παρεμβάσεων των εκ των αναιρεσειόντων ...... και ........ σε σχέση με την αιτηθείσα απ' αυτούς ιδιαίτερη αποζημίωση για το απομένον τμήμα της απαλλοτριωθείσας με αρ. ΚΠ 171 ιδιοκτησίας τους. Έτσι όμως η άνω προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε κατ' ορθή εκτίμηση στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο περί αυτής δέκατος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση ως προς τους: α) ...........(υπό στοιχείο αναιρετηρίου 1β, β) ..........(υπό στοιχείο αναιρετηρίου 7ιε) γ) ..........(υπό στοιχείο αναιρετηρίου 14β).
Κηρύσσει απαράδεκτες τις παρεμβάσεις για συνέχιση της δίκης των κληρονόμων των: 1. ........(α.α.1β): α. ....... β. ........... γ. .......... 2. ........... (α.α. 7 ιε): α. ............ β. .............γ. ........... δ. ..........ε. ..........στ. .........2. .........(α.α. 14β). α. .......... β. ......... γ. ........
Δέχεται τις παρεμβάσεις για συνέχιση της δίκης των κληρονόμων: 1) .......... (α.α. 1β): α) ..........., β) ........ και γ) ........ 2) .......... (α.α. 14α): α) ......... β) .........., γ) .......... δ) ............., ε) ........., 3) ..........(α.α. 15α): α) ........., β) ..........., 4) ......... (α.α. 16γ) ..........., ενεργούσης για λογαριασμό της και με την ιδιότητά της ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της ......και ..........
Αναιρεί κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό τις 1924/2002 και 275/2000 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους κρίθηκε παραδεκτή και βάσιμη η αίτηση αναιρέσεως, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ