Legislator Case Law & Legislation
1607/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on freedom of contract and evidence misinterpretation grounds in labor dispute.

Case Number 1607/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a labor dispute regarding wage differences. The employer argued that the court misinterpreted employment contracts and violated freedom of contract principles by applying more favorable collective agreements. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning based on valid statutory interpretations and unproven allegations of document misreading.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361 of the Civil Code and 680 of the Civil Code; The principle of freedom of contract allows parties to agree on terms unless they violate public order, and the principle of favoring employees applies to collective agreements but does not override clear contractual terms or valid judicial findings on evidence.

Keywords

AI generated
freedom of contract labor dispute collective agreement evidence misinterpretation appeal dismissal favorable terms contractual autonomy

Cited Legislation

AI generated
Article 361 of the Civil Code
Article 680 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1607 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1607/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ".....", και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά. Των αναιρεσίβλητων: ..... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 391/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7343/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31/1/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 7343/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ΄ ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως.

Εξάλλου από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομική σύμβαση) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.

Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ., την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενεστέρων όρων των ΣΣΕ.

Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 6 παρ. 2 ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ.

εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με Π.Δ. εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπ. Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των Π.Δ.

της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα. Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.

Το ως άνω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 131 ν. 2071/1992 επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου. Με το Π.Δ. 305/5-8-1983 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 108/17-8-1983) που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983 το εναγόμενο - αναιρεσείον μετατράπηκε σε Ν.Π.Δ.Δ. και υπήχθη στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 και ν. 1397/1983, ορίστηκε δε ότι το προσωπικό που εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του νέου οργανισμού και ότι, μέχρι την έκδοση του οργανισμού αυτού και την τακτοποίηση του προσωπικού, τούτο εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση (άρθρο 2 Π.Δ. 305/1983).

Ο οργανισμός του εναγομένου - αναιρεσείοντος δημοσιεύτηκε στην 17-3-1987 και, μετά την ακυρωτική απόφαση 3900/1987 του Συμβουλίου της Επικρατείας και την ακολουθήσασα εγκριτική απόφαση Α3 β οικ/13891/17-9-1990 του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναδημοσιεύτηκε την 11-10-1990, με χρόνο ενάρξεως ισχύος την 18-3-1987.

Τέλος κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1988 οι αποδοχές του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 1198/1972. Εξάλλου με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους (εργοδότες και εργαζομένους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988 επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953 που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988.

Με το άρθρο 9 της άνω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι ηλεκτροτεχνίτες, εφοδιασμένοι με άδεια του ν. 6422/1934 και των σχετικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε εκτέλεση αυτού, είχαν προσληφθεί με την ιδιότητα αυτή από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσείον νοσοκομείο την 22-9-1981, 1-4-1983, 8-12-1974, 23-3-1983 και 1-4-1983, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, αντίστοιχα, όταν ακόμη εκείνο (αναιρεσείον) λειτουργούσε ως ν.π.ι.δ., έναντι συμφωνημένων αποδοχών, οι οποίες καθορίζονται από τις κάθε φορά ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, οικοδομών κ.λ.π.

όλης της χώρας", οι διατάξεις των οποίων είχαν αποτελέσει και όρο των εργασιακών τους συμβάσεων, και εργάστηκαν έκτοτε με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, για τις ανάγκες των ηλεκτρονικών εγκαταστάσεων του νοσοκομείου. Μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. 305/1983, με το οποίο μετατράπηκε το αναιρεσείον σε ν.π.δ.δ.

και την έναρξη ισχύος του οργανισμού του (18-3-1987), οι αναιρεσίβλητοι σε εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις, αλλά παρέμειναν σε προσωρινές θέσεις και συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με τις ίδιες προϋποθέσεις και δη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας, που ίσχυαν πριν τη δημοσίευση.

Ισχύουν, επομένως, γι΄ αυτούς και μετά τη δημοσιοποίηση του αναιρεσείοντος οι κάθε φορά ισχύουσες Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνιτών Καταστημάτων κ.λ.π. όλης της χώρας", εφόσον κατά την πρόσληψή τους συμφωνήθηκε σχετικώς αυτό, και όχι η Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ. Η συμφωνία αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή, δεδομένου ότι οι όροι των κάθε φορά ισχυουσών Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. είναι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς αυτούς, από τους όρους της Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ. Βάση δε της ένδικης αγωγής είναι η ύπαρξη της σχετικής συμφωνίας περί αμοιβής των αναιρεσιβλήτων και όχι το δεδικασμένο που απορρέει από τις αναφερόμενες σ΄ αυτήν (αγωγή) τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων για την ίδια αναφερομένη αιτία και αφορούν σε προγενέστερα του επιδίκου χρονικά διαστήματα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί τα αντίθετα, έκρινε ως κατ΄ ουσία βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν την επιδίκαση διαφορών των αποδοχών τους για το διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001 για τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο από αυτούς και μέχρι 31-10-2001 για το δεύτερο, σύμφωνα με τις 15/2000 και 17/2001 Δ.Α.

του κλάδου τους "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών Καταστημάτων κ.λ.π. όλης της χώρας". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε τις άνω πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφαση που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την εφαρμογή των κάθε φορά ισχυουσών Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτρονικών Καταστημάτων κ.λ.π. όλης της χώρας", οι διατάξεις των οποίων είχαν αποτελέσει όρο των εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων, οι όροι δε αυτών είναι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς αυτούς από τους όρους της Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ. Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 λόγος της αναίρεσης.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, αποδίδει, δηλαδή, στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο, κατ΄ αυτό τον τρόπο, παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, "παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων συμβάσεων πρόσληψης των αναιρεσιβλήτω, αφού ουδαμού σ΄ αυτές αναφέρεται ότι ούτοι θ΄ αμείβονται με βάση τη σ.σ.εργασίας των ηλεκτρολόγων καταστημάτων απάσης της χώρας αλλά βάσει των προβλεπομένων αποδοχών οι 1ος, 2ος, 4ος και 5ος και επί ταις κενανονισμέναις αποδοχαίς ο 3ος".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αναπόδεικτος. Το αναιρεσείον προσκομίζει μεν προς απόδειξη του λόγου σε φωτοτυπία έγγραφα τα οποία φέρονται κατ΄ αυτό (αναιρεσείον) ως συνιστώντα τις περί προσλήψεως των αναιρεσιβλήτων αποφάσεις, των οποίων το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, χωρίς όμως επικύρωση και βεβαίωση, έχοντας τοιαύτην αρμοδιότητα, περί του ότι ταύτα αποτελούν αντίγραφα των πρωτοτύπων.

Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-1-2005 αίτηση του ......Ν.Π.Δ.Δ. για αναίρεση της 7343/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στα επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ