Legislator Case Law & Legislation
1606/2018 AI generated

1606/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1606/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ("εργατικό ατύχημα"), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ' αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1606/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται η κατά το άρθρο 922 ΑΚ αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1606 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1606/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παναγιώτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. - Ελεγχόμενα ... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Β. Η. και 2) Α. Τ. του Δ., κατοίκου Β. Η., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Βγενόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν η 36/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 167/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-2-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ("εργατικό ατύχημα"), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ' αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής.

2. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση είναι α) η ζημιογόνος συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, β) ο παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω συμπεριφοράς, γ) η υπαιτιότητα, που μπορεί να συνίσταται σε δόλο ή αμέλεια, υπό τις διάφορες μορφές αυτής και δ) ο πρόσφορος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (του νόμιμου λόγου ευθύνης) και του αποτελέσματος (της επελθούσας ζημίας).

Η αμέλεια, δηλαδή η μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές (ΑΚ 330 εδ. β'), αποτελεί αόριστη νομική έννοια της οποίας απαιτείται εξειδίκευση, σύμφωνα με τις εκάστοτε περιστάσεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εάν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, τότε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνον, όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραλειφθείσας πράξης, επιβαλλόμενη από το νόμο ή από δικαιοπραξία.

Υποχρέωση προς ενέργεια απορρέει και από τη διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται στον εργοδότη να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο πρόνοιας, χάριν προστασίας της ζωής ή της υγείας του εργαζόμενου. Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτή που πράγματι την επέφερε.

Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου που με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε ειδικές δεσμευτικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπουν μια γενική εποπτεία.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται η κατά το άρθρο 922 ΑΚ αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ.

3. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/ 1915 συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ΑΚ 299, 932), όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ως εκ τούτου, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν (ΑΚ 922), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 959/2018). Για τον προσδιορισμό της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, που συνεκτιμάται με τις λοιπές περιστάσεις (ΑΠ 1188/2018).

4. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

5. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: Ότι, κατά το έτος 1997, η πρώτη από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, ανώνυμη εταιρία της οποίας ο δεύτερος από αυτούς φέρεται ως προστηθείς, είχε προσλάβει τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτο εργάτη, στην επιχείρηση τυποποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, που διατηρεί στο δήμο Βουπρασίας του νομού Ηλείας.

Ότι, την 29-10-2010 (ο αναιρεσείων επισημαίνει ότι εκ παραδρομής αναφέρεται "2008"), περί ώρα 06:30, ο ενάγων, όπως είχε υποχρέωση, προσήλθε στο εργοστάσιο της εναγόμενης προκειμένου με κλειδιά, με τα οποία αυτή τον είχε εφοδιάσει, να ανοίξει τη θύρα του κτιρίου για να εισέλθουν οι εργαζόμενοι. Ότι ο ενάγων είχε ξεχάσει τα κλειδιά στην κατοικία του, η οποία βρίσκεται σε απόσταση περίπου 30 χιλιομέτρων από το εργοστάσιο και εκτίμησε ότι, εάν επέστρεφε για να τα πάρει, θα προκαλούσε σημαντική καθυστέρηση στην έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης κατά την ημέρα εκείνη.

Ότι για να μη συμβεί αυτό, ο ενάγων θέλησε να ανοίξει ο ίδιος την πόρτα της εισόδου από μέσα, μπαίνοντας στο κτίριο από κάποιο παράθυρο, χωρίς να ενημερώσει το δεύτερο από τους εναγόμενους και χωρίς να περιμένει την προσέλευση άλλων εργαζόμενων, κάποιοι από τους οποίους είχαν κλειδιά της εισόδου. Ότι προς το σκοπό αυτό, αφού ο φύλακας του εξωτερικού χώρου τού άνοιξε την πόρτα της περίφραξης, ανέβηκε με φορητή, μεταλλική σκάλα ως το ύψος των παραθύρων της πτέρυγας των γραφείων της επιχείρησης και μπήκε στο χώρο αυτών από ανασφάλιστο παράθυρο.

Ότι, κατόπιν, από το χώρο των γραφείων πέρασε στην οροφή του χώρου των ψυγείων. Ότι, αν και δεν προοριζόταν για τις συνήθεις εργασίες της επιχείρησης, η οροφή αυτή χρησιμοποιούνταν περιορισμένα, αλλά με σύμφωνη γνώμη των εναγόμενων, ως χώρος εναπόθεσης παλαιών πραγμάτων. Ότι η πρόσβαση στην οροφή αυτή γινόταν είτε από την πλευρά των γραφείων (στο πίσω μέρος των ψυγείων), από ένα πορτάκι το οποίο βρισκόταν εκεί και από το οποίο πέρασε ο ενάγων κατά την ως άνω ημέρα, είτε από την αντίθετη πλευρά (στο μπροστινό μέρος των ψυγείων), από όπου κάποιος θα μπορούσε να εισέλθει μόνο με τη βοήθεια ανυψωτικού μηχανήματος (κλαρκ) ή μιας φορητής μεταλλικής σκάλας, διότι η οροφή απείχε από το δάπεδο του ισογείου, όπου βρισκόταν η κεντρική είσοδος του κτιρίου και όπου έπρεπε να κατεβεί ο ενάγων για να την ανοίξει, περί τα 4 μέτρα.

Ότι ο ενάγων, αφού πέρασε στην οροφή, κινήθηκε ανάμεσα στα τοποθετημένα παλαιά πράγματα και διάνυσε μια απόσταση περίπου 20-25 μέτρων, σκυφτός και υπό συνθήκες σκότους, διότι ο χώρος δεν είχε ούτε επαρκές ύψος (το δικαστήριο της ουσίας χαρακτηρίζει το χώρο της οροφής των ψυγείων ως "πατάρι", υπονοώντας ότι βρισκόταν μεταξύ αυτών και της στέγης του κτιρίου) ούτε αρκετό φωτισμό (λόγω της ώρας του εγχειρήματος και της ύπαρξης μόνο μιας μικρής λάμπας προς την πλευρά των γραφείων).

Ότι όταν ο ενάγων έφθασε στην μπροστινή πλευρά των ψυγείων, λόγω των ως άνω συνθηκών, έχασε την αίσθηση του χώρου, δεν μπόρεσε να βρει τη φορητή μεταλλική σκάλα, βρέθηκε στο κενό και έπεσε από το ύψος που αναφέρθηκε στο δάπεδο του ισογείου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά και να καταστεί μερικώς ανάπηρος κατά 80%.

6. Αξιοποιώντας τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι οι εναγόμενοι δεν ήσαν υποχρεωμένοι να έχουν λάβει κάποια μέτρα (τοποθέτηση κιγκλιδώματος στη μπροστινή πλευρά των ψυγείων και επαρκούς φωτισμού στο χώρο της οροφής αυτών, όπως προβάλλεται με την αγωγή), που θα μπορούσαν να αποτρέψουν στη συγκεκριμένη περίπτωση την πτώση του ενάγοντος.

Και τούτο, διότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν ήταν χώρος εργασίας, χρησιμοποιήθηκε από τον ενάγοντα με αποκλειστικά δική του πρωτοβουλία, για να επανορθώσει αποκλειστικά δική του παράλειψη και η χρήση του έγινε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι μόνο χωρίς εντολή των εναγόμενων, αλλά και χωρίς οποιαδήποτε γνώση ή συναίνεση αυτών.

Το δε γεγονός ότι κάποιες φορές στο παρελθόν δινόταν εντολή από τους εναγόμενους για την τοποθέτηση παλαιών πραγμάτων στο χώρο της οροφής δεν μεταβάλλει την ως άνω κρίση, διότι το συγκεκριμένο ατύχημα δεν συνέβη κατά την εκτέλεση τέτοιας εντολής. Ως εκ τούτου, το εφετείο έκρινε ως αποκλειστικώς υπεύθυνο για το πάθημά του τον ίδιο τον ενάγοντα.

Κατόπιν αυτών, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 36/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος και απέρριψε την από 11-5-2013 αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Πατρών ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στις προηγηθείσες σκέψεις της παρούσας και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθινά και με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε στη προσβαλλόμενη απόφαση.

Πράγματι, από αυτήν εναργώς προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε σοβαρός τραυματισμός εργαζόμενου με αφορμή την παροχή της εργασίας του (εργατικό ατύχημα), αλλ' ότι το συμβάν αυτό δεν οφειλόταν σε αμέλεια του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν (δεν υπήρχε νομική υποχρέωση για λήψη μέτρων ασφαλείας σε χώρο που δεν προοριζόταν για την κίνηση ούτε εργαζόμενων ούτε τρίτων), αλλά σε υπερβάλλοντα ζήλο και απροσεξία του ίδιου του παθόντος.

Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες, αντιστοίχως, από το άρθρο 559 αρ.1 ή αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με την επιχειρηματολογία που ο αναιρεσείων αναπτύσσει επ' ευκαιρία των ως άνω λόγων αναιρέσεως, αμφισβητούνται απαράδεκτα οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-2-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 167/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. -Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ