1606/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1606/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 13-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος τους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6729/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1606 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1606/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ρ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΑΤΟΜΩΝ (...)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρθένα Καραγιλάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2634/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6729/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 13-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος τους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6729/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α’ ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επί πλέον εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ζημία, κατά την έννοια του άρθρου 929 ΑΚ, αποτελεί και η διακοπή του μισθού από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω ανικανότητας προσφοράς εργασίας του τελευταίου και η απώλεια διαφόρων επιδομάτων (άδειας κ.λπ.).
Με την προσωρινή διακοπή εργασίας, λόγω ανικανότητος από τραυματισμό, ο εργοδότης, κατά την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που διαφορετικά θα τον βάρυναν. Βέβαια ο εργαζόμενος τραυματισθείς δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές.
Όμως οι εισφορές δεν παύουν να αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο, η απόλαυση του οποίου χάνεται για τον παραπάνω λόγο. Ο εργαζόμενος, για να απολαύσει το όφελος των εργοδοτικών εισφορών θα πρέπει, είτε, να τις καταβάλει ο ίδιος με δικά του χρήματα, είτε να απασχοληθεί μεταγενέστερα για ίσο χρόνο. Τελικά, οι εισφορές αυτές με την παραπάνω μορφή αποτελούν ζημία για τον παθόντα, ο οποίος για το λόγο αυτό δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο.
Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 322 και 324 ΚΠολΔ ορίζουν, πλην άλλων, ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, παράγεται δε αυτό μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Από τις διατάξεις αυτές και τις διατάξεις των άρθρων 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί της περί αποζημιώσεως, λόγω θανάτου ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αγωγής, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας, με την αυτή ιστορική και νομική αιτία, δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώραν η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία (θετική και διαφυγόν κέρδος) του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, για τον οποίο κρίθηκε το δικαίωμα αποζημίωσης, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν κατέστησαν αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή (ΑΠ 1428/2009, 715/2000, 1033/1998, 185/1994).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.
ΑΠ 9/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι το Εφετείο, με το να μειώσει το επιδικασθέν σ’ αυτόν πρωτοδίκως ποσό αποζημίωσης που αφορά σε απολεσθείσες μηνιαίες αποδοχές του κατά το κρίσιμο από 31-1-2012 έως 31-12-2012 χρονικό διάστημα, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και να απορρίψει με την προσβαλλόμενη οριστική του απόφαση (υπ’ αριθμ. 6729/2014 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) τα επιδικασθέντα, επίσης πρωτοδίκως ποσά αποζημίωσής του που αφορούν στα απολεσθέντα απ’ αυτόν για την ίδια αιτία επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας του έτους 2012, αφ’ ενός μεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 929 ΑΚ, αφ’ ετέρου δε παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από τις επικαλούμενες απ’ αυτόν τελεσίδικες αποφάσεις που εκδόθηκαν επί προηγούμενων αγωγών του κατά του αναιρεσίβλητου, στηριζόμενων στην ίδια αδικοπραξία, οι οποίες αφορούν αποζημίωσή του για απολεσθείσες μηνιαίες αποδοχές του και επιδόματα εορτών προγενέστερου χρόνου.
Επίσης, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, διότι το Εφετείο, με το να απορρίψει το επιδικασθέν σ’ αυτόν πρωτοδίκως κονδύλιο αποζημίωσης που αφορά στο όφελος που απώλεσε, επίσης αυτός, από τη μη καταβολή από τον εργοδότη του, βάσει της ισχύουσας ασφαλιστικής νομοθεσίας, των εργοδοτικών εισφορών που υπολογίζονται σε ποσοστό στις μηνιαίες αποδοχές του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, αφ’ ενός μεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 929, 297 και 298 ΑΚ, καθώς και αυτές της ισχύουσας ασφαλιστικής νομοθεσίας και επί πλέον στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε σχέση με ζήτημα των ως άνω εργοδοτικών εισφορών, αφ’ ετέρου δε παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 6153/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων επί προηγούμενης αγωγής του για απαιτήσεις αποζημιώσεως, στηριζόμενων στην ίδια αδικοπραξία.
Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης, καθόσον αφορά στις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για παραβίαση του δεδικασμένου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα σχετικά στη μείζονα σκέψη, από τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα με την αίτηση αναίρεσης τελεσίδικες αποφάσεις, που εκδόθηκαν επί προηγούμενων αγωγών αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζόμενων στην ίδια αδικοπραξία, δεν απορρέει δεδικασμένο για τις παραπάνω ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν μεταγενέστερο χρόνο.
Περαιτέρω, αναφορικά με τις λοιπές, αποδιδόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 6729/2014 απόφασή του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας μετά από έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, δέχτηκε τα εξής: "Με την 8806/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του εφεσίβλητου, έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου ότι στην Αθήνα στις 14-1-1993 προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα από υπαιτιότητα του Κ.
Π., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ανήκε στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΘΕΑ" (εκκαλούν - εναγόμενο). Κατά το ατύχημα ο Ρ. Ρ. υπέστη επιπεπλεγμένο συντριπτικό κάταγμα τρίτου βαθμού δεξιάς κνήμης, επιπεπλεγμένα συντριπτικά κατάγματα τρίτου βαθμού αριστερού κνημιαίου και της διαφύσεως της κνήμης, με σημαντική απώλεια οστών και βαρεία συνθεσμική κάκωση αριστερού γονάτου.
Ο παθών κατά το ατύχημα, ήταν παρκαδόρος στον υπαίθριο σταθμό αυτοκινήτων της οδού (...), κατέστη δε ανίκανος προς εργασία από 31.1.2012 μέχρι 31.12.2012. Ειδικότερα, ο ενάγων ήταν έμπειρος επαγγελματίας και παρκαδόρος και εργαζόταν στα μεγαλύτερα πάρκινγκ του κέντρου της Αθήνας και σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να εργάζεται, κατά το άνω διάστημα εάν δεν έπασχε από μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερού γόνατος επί εδάφους παλαιού κατάγματος, πάθηση που επιφέρει σε αυτόν κινητική αναπηρία σε ποσοστό 67% και τον καθιστά ολικά ανάπηρο για την άσκηση του ως άνω επαγγέλματος (βλ.
την υπ’ αριθμ. .../02 απόφαση του ΙΚΑ Ελευσίνας).
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια δεν έσφαλε και άρα είναι απορριπτέα, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα, όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον σχετικό λόγο της έφεσής του. Ο ενάγων, μετά την παύση της λειτουργίας της παραπάνω επιχείρησης, στην οποία απασχολείτο κατά τον χρόνο του ατυχήματος, θα εξακολουθούσε να εργάζεται σε ομοειδή επιχείρηση ως παρκαδόρος και θα αποκόμιζε από την εργασία του σύμφωνα με την ΔΑ οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση τα παρακάτω ποσά, αφού ο ενάγων είναι έγγαμος, με τρία ενήλικα πλέον παιδιά: 1) για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 31.1.2012 έως 31.12. 2012 το ποσό των 15.899,51 ευρώ (μηνιαίες αποδοχές, βάσει της Διαιτητικής Απόφασης 37/2010 για τους οδηγούς φορτηγών και λοιπών αυτοκινήτων όλης της χώρας: 973 ευρώ βασικός μισθός + 214,06 ευρώ επίδομα τριετιών + 97,30 ευρώ επίδομα γάμου + 143,14 ευρώ επίδομα πολυετίας στον ίδιο εργοδότη + 17,91 ευρώ επίδομα εξομάλυνσης = 1.445,51 ευρώ χ 11 μήνες = 15.899,51 ευρώ.
Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 9.684,06 ευρώ, το οποίο έλαβε ο ενάγων από τον ασφαλιστικό του φορέα (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), για το ίδιο χρονικό διάστημα, παραμένοντος υπολοίπου από 6.215,45 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση επεδίκασε, για την ίδια αιτία, στον ενάγοντα το ποσό των 12.308,83 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου.
Η εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα - εφεσίβλητο το ποσό των 5.322,37 ευρώ για εργοδοτικές εισφορές του άνω χρονικού διαστήματος. Εν όψει του ότι οι αποδοχές που επιδικάζονται, ως αποζημίωση, στον ενάγοντα - εφεσίβλητο, είναι ακαθάριστες (μικτές) και περιλαμβάνονται σ’ αυτές και οι εργοδοτικές εισφορές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιόν του αποδείξεις, επιδικάζοντας στον ενάγοντα, το άνω ποσό, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε εν μέρει αυτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 6.215,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση αυτής.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο αναφορικά με τις αξιώσεις αποζημίωσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον αφορά στην ορθή ή μη εφαρμογή των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα διατάξεων στερώντας έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης Ειδικότερα, καθόσον αφορά στις εργοδοτικές εισφορές, είναι ασαφείς και αντιφατικές οι αιτιολογίες του Εφετείου, γιατί ενώ αυτό δέχεται ότι ο αναιρεσείων, δεν έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του αναιρεσίβλητου για τις εργοδοτικές εισφορές του χρονικού διαστήματος των έντεκα μηνών, που απείχε από την ως άνω εργασία του λόγω του τραυματισμού του, με την αιτιολογία ότι οι αποδοχές που επιδικάστηκαν ως αποζημίωση στον ενάγοντα είναι ακαθάριστες (μικτές) και συνεπώς περιλαμβάνονται σ’ αυτές και οι εργοδοτικές εισφορές, εν τούτοις, όπως προκύπτει από τη γενόμενη απ’ αυτό (Εφετείο) ανάλυση του σχετικού υπολογισμού, στις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 31-1-2012 έως 31-12-2012, ύψους 15.899,51 ευρώ, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δικαιούται ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα βάσει της ΔΑ 37/2010 για τους οδηγούς φορτηγών και λοιπών αυτοκινήτων όλης της χώρας σε ποσοστό επί των οποίων υπολογίζονται οι εργοδοτικές εισφορές και συγκεκριμένα 15.899,51 ευρώ (μηνιαίες αποδοχές, βάσει της Δ.Α. 37/2010 για τους οδηγούς φορτηγών και λοιπών αυτοκινήτων όλης της χώρας: 973 ευρώ βασικός μισθός + 214,06 ευρώ επίδομα τριετιών + 97,0 ευρώ επίδομα γάμου + 143,14 ευρώ επίδομα πολυετίας στον ίδιο εργοδότη + 17,91 ευρώ επίδομα εξομάλυνσης = 1.445,41 ευρώ χ 11 μήνες = 15.899,51 ευρώ) δεν περιλαμβάνονται οι εργοδοτικές εισφορές.
Περαιτέρω το Εφετείο, διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και αναφορικά με τα επιδόματα τριετιών και πολυετίας που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, γιατί δεν καθίσταται σαφές τι δέχεται αυτό αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πληρούσε ο αναιρεσείων για τον υπολογισμό των εν λόγω επιδομάτων, τριετιών και πολυετίας που του επιδίκασε, ενώ τέλος ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνει αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής, μετά από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης στο σύνολό της, και ως προς το πρωτοδίκως επιδικασθέν στον αναιρεσείοντα ποσό των 3.383 ευρώ για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων.
Επομένως, το Εφετείο, καθόσον αφορά σε όλες τις παραπάνω σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως του αποδίδεται, καθόσον αφορά στον πρώτο λόγο αναίρεσης ή και στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως του αποδίδεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατά το σχετικό μέρος τους.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει στο σύνολό τους τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως, να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα των κατατεθέντων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλων (άρθρο 495 παρ. 4, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 6729/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ