1606/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1699/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2472/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/12/2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1606/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τα άρθρα 648, 653, 656, 657 και 669 Α.Κ. συνάγεται ότι ο εργοδότης δεν οφείλει μισθό, αν με οποιοδήποτε τρόπο λύθηκε η σύμβαση εργασίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 1914/1990," η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο ΑΕ της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως...".
Full text
Απόφαση 1606 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1606/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Σ., κατοίκου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κουκούτση που ανακάλεσε την από 26/9/2011 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1699/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2472/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/12/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 28/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/12/2009 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 648, 653, 656, 657 και 669 Α.Κ. συνάγεται ότι ο εργοδότης δεν οφείλει μισθό, αν με οποιοδήποτε τρόπο λύθηκε η σύμβαση εργασίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 1914/1990," η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο ΑΕ της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως...".
Περαιτέρω με το άρθρο μόνο του π.δ. 307 /29/8/1996, που εκδόθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν.1914/- 1990, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν.1947/- 1991, ορίστηκε ότι, "η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 του Ν. 1943/1991 ..., πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού".
Η Αγροτική Τράπεζα ως ανώνυμη εταιρεία "διοικείται από προσωρινούς επιτρόπους, μετακλητούς, συνεταίρους ή μη συνεταίρους, μισθωτούς ή αμίσθους", κατά το άρθρο 31 του ΕμπΝ. Η ρύθμιση αυτή δεν μεταβάλλεται από τις διατάξεις των ν. 2190/1920, για τις ανώνυμες εταιρείες, 5076/1931 για τις ανώνυμες εταιρείες και Τράπεζες και 2076/1992 για την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων, από αυτή δε συνάγεται ότι τα όργανα διοικήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας είναι ανακλητά οποτεδήποτε, με απόφαση της γενικής συνελεύσεως, χωρίς να αξιώνεται η συνδρομή προς τούτο σπουδαίου λόγου και χωρίς να δημιουργείται υποχρέωση της Τράπεζας προς αποζημίωσή τους (Α.Π. 1024/1996).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 31 του ΕμπΝ και του άρθρου 33 του ν. 2190/1920,που ορίζει ότι η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, προκύπτει, α) ότι η γενική συνέλευση δικαιούται οποτεδήποτε και χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, η ανάκληση δε αυτή, και αν ακόμη δεν δηλωθεί ρητώς στη σχετική απόφαση, δύναται να συνάγεται και σιωπηρώς από το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου που συντελείται πριν από τη λήξη του παλαιού, β) ότι το δικαίωμα της γενικής συνελεύσεως να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν υπόκειται σε περιορισμούς είτε αυτοί καθιερώνονται ευθέως, είτε εμμέσως με τη μορφή επιζήμιων συνεπειών σε περίπτωση ασκήσεώς του, και αν ακόμη έχουν συμφωνηθεί, και γ) ότι η ανάκληση μέλους του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, που γίνεται από τη γενική συνέλευση συνεπάγεται πάντοτε και τη λήξη της υποκείμενης σχέσεως, ακόμη και αν έχει καταρτισθεί για ορισμένο χρόνο, χωρίς η ανώνυμη εταιρεία να έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ανακληθέντα σύμβουλο την αμοιβή του έως τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας αυτής, διότι το δικαίωμα της ανακλήσεως των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ασκείται ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συνδέουσας τα ως άνω μέλη με το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας σχέσεως.
Από δε τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 23 α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του ν. 2190/1920, 31 του ΕμπΝ, 713, 648, 652 Α.Κ. και 6 ΑΝ 765/1943 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ. Ν.Α,.Κ, προκύπτει ότι ο αντιπρόεδρος - υποδιοικητής της Αγροτικής Τράπεζας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο αυτής με σχέση εντολής.
Σε περίπτωση που λαμβάνει αμοιβή, για τις υπηρεσίες που προσφέρει, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία,είναι καταστατικό όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.
Όμως δεν αποκλείεται, να συρρέουν στο αυτό πρόσωπο και οι δύο ιδιότητες, δηλαδή του αντιπροέδρου και του συνδεόμενου με σχέση εργασίας υπαλλήλου της ανώνυμης εταιρείας, εφόσον, σε εκτέλεση της συμβάσεως που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας, και υπηρεσίες με αμοιβή τακτικώς προσδιορισμένη (Α.Π. 45/1997).
Τέλος, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου,που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει, εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με αγωγή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξέθετε ότι με το από 14/5/2002 πρακτικό του Δ.Σ. της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης "Αγροτικής Τράπεζας Α.Ε." εκλέχθηκε ομόφωνα ως νέο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής,το οποίο στη συνέχεια τον εξέλεξε ομόφωνα ως πρώτο αντιπρόεδρο - υποδιοικητή της, καθώς και ως αναπληρωτή του προέδρου της, σε όλη την έκταση των αρμοδιοτήτων του, σε περίπτωση απουσίας του και του ανατέθηκαν συγκεκριμένες αρμοδιότητες, οι οποίες αφορούσαν τις εις την αγωγή Διευθύνσεις και Υποδιευθύνσεις της εναγομένης.
Ότι στη συνέχεια, στις 21/5/2002, μετά απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης, συνήψε με το Δ.Σ. αυτής, σύμβαση παροχής υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, με την οποία προσλήφθηκε από την εναγομένη με την ιδιότητα του πρώτου Αντιπροέδρου -Υποδιοικητή, εντός των ορίων του νόμου και του καταστατικού της Τράπεζας και με τις αρμοδιότητες που ορίζονται σ' αυτό, καθώς και στις αποφάσεις του Δ.Σ.
και της Διοίκησης, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτή, έναντι μηνιαίας αμοιβής 13.793,1 ευρώ, πλέον δώρων εορτών, επιδομάτων και λοιπών παροχών. Ότι η διάρκεια της ως άνω συμβάσεως ορίσθηκε τριετής (έληγε στις 21/5/2005) και συμφωνήθηκε επιπλέον ότι σε περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως με πρωτοβουλία της εναγομένης, η τελευταία θα υποχρεούτο να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, μέχρι τη λήξη της συμβάσεως, ως αποζημίωση, η οποία δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό της αμοιβής ενός έτους.
Ότι μετά από σχετική απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης καταρτίσθηκε μεταξύ τους η από 30/6/2003 πρόσθετη πράξη παράτασης συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, με την οποία παρατάθηκε η ως άνω σύμβαση παροχής υπηρεσιών μέχρι την 15/4/2006, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες και ότι ενώ ασκούσε προσηκόντως τα καθήκοντά του, στις 28/4/2004, που έγινε η εκλογή νέου Δ.Σ.
της εναγομένης και η ανασυγκρότηση αυτού σε σώμα, η εναγομένη κατάγγειλε πρόωρα την εργασιακή του σχέση, αρνούμενη να του καταβάλει την ως άνω αποζημίωση, ανερχόμενη σε 232.407 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν του ως άνω ιστορικού ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ως άνω χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την 1/7/2004, που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία που είχε τάξει στην εναγομένη, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, όντας πρώτος αντιπρόεδρος - υποδιοικητής της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, δηλαδή καταστατικό όργανο αυτής, ασκούσε εξουσία διοικητική διαχειριστική με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να υπόκειται σε νομική εξάρτηση απ' αυτή, ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής υπηρεσιών, αναπλήρωνε τον πρόεδρο και διοικητή αυτής σε όλα του τα καθήκοντα και γενικά ασκούσε τα καθήκοντά του μέσα στα εκάστοτε όρια του νόμου και του καταστατικού της Τράπεζας και με τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο Καταστατικό, τις αποφάσεις του Δ.Σ.
και της Διοίκησης της Τράπεζας και η συνδέουσα αυτόν με την Τράπεζα έννομη σχέση ήταν αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Εφόσον, λοιπόν ο αναιρεσείων ήταν όργανο της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης Τράπεζας η γενική συνέλευση των μετόχων αυτής μπορούσε με απόφασή της να τον ανακαλέσει οποτεδήποτε, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου προς τούτο λόγου και χωρίς να δημιουργείται υποχρέωση της Τράπεζας προς αποζημίωσή του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο, μετ' απόρριψη της εφέσεως του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 288, 388, 383 Α.Κ.
και 22 παρ. 1 του ν. 2190/1920, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, είναι αβάσιμες. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.Α.Π. 44/1990). Περαιτέρω ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας προϋποθέτουν και οι λόγοι, α ) από το άρθρο 559 αρ.11 και 20 του Κ.Πολ.
Δ., για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου (Ολ.Α.Π. 3/1997), διότι, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα έγγραφα, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, δεν ιδρύονται οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, α) ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) ότι δεν έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε και γ) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέστηκε. Οι λόγοι αυτοί, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, από τα άρθρα 559 αρ. 19, 11περ. γ' και 20 του Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο με την προβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης. Τέλος, με την απόρριψη της ένδικης αγωγής, ως μη νόμιμης δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το οποίο ορίζεται ότι, " πάν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου ..." και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/12/2010 αίτηση για αναίρεση της 2472/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ