Legislator Case Law & Legislation
1606/2007 AI generated

1606/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1606/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 312/2002 οριστική του Εφετείου Κρήτης και μετά από άσκηση αναίρεσης η 241/2004 οριστική του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Κρήτης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 677/2005 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1606/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1606 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1606/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., 2. ...., 3. ...., 4. ...., 5..... και 6. ....., ανήλικης, εκπροσωπούμενης νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνά της, γονείς της, .... και ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 312/2002 οριστική του Εφετείου Κρήτης και μετά από άσκηση αναίρεσης η 241/2004 οριστική του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Κρήτης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 677/2005 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ορίζει η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.

Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Κατά την έννοια του άρθρου 579 ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης καταργείται κατά την αυτή έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση και ως εκ τούτου οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ' αυτήν, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση δικαστήριο και αν ακόμη έγινε νόμιμη επίκληση αυτών κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Επομένως, δεν λαμβάνεται υπόψη η ασκηθείσα με τις προτάσεις αυτές αντέφεση, αν ανάγεται σε κεφάλαιο για το οποίο εχώρησε η αναίρεση. Κατόπιν αυτών, αν αναιρεθεί εξ ολοκλήρου η απόφαση του Εφετείου για λόγο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη και εξεταστεί από το δικαστήριο της παραπομπής η ασκηθείσα με τις υποβληθείσες προτάσεις του κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση αντέφεση του ενάγοντος, πλήττουσα την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος της επιδικασθείσας σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αλλά θα πρέπει να ασκήσει αντέφεση με τις προτάσεις της νέας συζήτησης.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι, στενοί συγγενείς του θανάσιμα τραυματισθέντος σε τροχαίο ατύχημα πεζού ...., άσκησαν κατά των δύο πρώτων εναγομένων, οδηγού και ιδιοκτήτριας αντίστοιχα του ζημιογόνου αυτοκινήτου καθώς και κατά της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το τελευταίο την από 13.11.2000 (αριθ.

εκθ. καταθ. ΓΑ 6520/ΕΓα/626/2000) αγωγή, με τον οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας, να τους καταβάλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην πρώτη, ως σύζυγο, το ποσό των 70.000.000 δρχ. στους δεύτερη και τρίτο, ως τέκνα, το ποσό των 49.985.000 δρχ. στον καθένα, στον τέταρτο, ως τέκνο, το ποσό των 50.000.000 δρχ., στην πέμπτη, ως νύφη (σύζυγο του τετάρτου), το ποσό των 20.000.000 δρχ.

και στους τέταρτο και πέμπτη ως ασκούντες τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους και εγγονής του θανόντος ....., το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 423/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία έκρινε συνυπαίτιο του ατυχήματος, κατά ποσοστό 60%, τον θανόντα πεζό και επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 10.000.000 δρχ., στον καθένα των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου εναγόντων το ποσό των 7.000.000 δρχ., στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 2.000.000 δρχ.

και στους δύο τελευταίους με την ως άνω ιδιότητά τους το ποσό των 1.000.000 δρχ. Κατά της απόφασης αυτής, οι μεν εναγόμενοι άσκησαν την από 10.1.2002 (αριθ. εκθ. καταθ. 7/2002) έφεση, οι δε ενάγοντες με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες από 22.4.2002 προτάσεις τους, άσκησαν αντέφεση ως προς τα εκκληθέντα κεφάλαια. Επί των συνεκδικασθέντων αυτών ενδίκων μέσων εκδόθηκε η 312/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία, αφού δέχθηκε τα ίδια με το πρωτόδικο δικαστήριο ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητος του θανόντος πεζού, όχι όμως και ως προς το ύψος των επιδικασθέντων στους αντεκκαλούντες ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, δέχθηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά μερική παραδοχή της αγωγής επιδίκασε στους ενάγοντες μικρότερα χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 17.000 ευρώ, σε καθένα των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου εναγόντων το ποσό των 7.400 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 1500 ευρώ και στους δύο τελευταίους με την ως άνω ιδιότητα το ποσό των 1500 ευρώ.

Στη συνέχεια επί της από 6.2.2003 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων - αντεκκαλούντων εκδόθηκε η 241/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε, για λόγο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εξ ολοκλήρου την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης και επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την από 6.8.2004 κλήση των εναγόντων.

Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του, έκρινε συνυπαίτιο το θανόντα πεζό κατά μικρότερο ποσοστό και συγκεκριμένα 40% και έτσι αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και δέχθηκε κατ' ουσία την αντέφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά μερική παραδοχή της αγωγής επιδίκασε στους ενάγοντες μεγαλύτερα χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 41085,84 ευρώ, στον καθένα των δεύτερης τρίτου και τετάρτου εναγόντων το ποσό των 29.347,03 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 8.804,11 ευρώ και στους δυο τελευταίους με την ως άνω ιδιότητά τους το ποσό των 8.804,11 ευρώ.

Η εναγομένη - αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, όμως, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο, την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το προταθέν τότε από την ίδια απαράδεκτο της αντέφεσης, αφού οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν νέα αντέφεση με τις από 19.9.2005 εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις κατά τη συζήτηση στο δικαστήριό της παραπομπής, όπως είχαν τη δυνατότητα να πράξουν, αλλά αρκέσθηκαν στην επίκληση των περιεχουσών την αντέφεσή τους και υποβληθεισών κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση από 22.4.2002 προτάσεών τους, οι οποίες όμως, μετά την ολική αναίρεση της απόφασης και την κατάργηση της συζήτησης, κατά την οποία εκδόθηκε η τελευταία, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της παραπομπής.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 19.9.2005 προτάσεων των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής, οι τελευταίοι δεν αρκέσθηκαν απλά και μόνο στην απαράδεκτη, άλλωστε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, επίκληση με τις προτάσεις αυτές της ασκηθείσης αντέφεσής τους με τις υποβληθείσες, κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, από 22.4.2002 προτάσεις τους, αλλά άσκησαν εκ νέου ρητά αντέφεση, με την αναγραφή αυτής όχι στην επικεφαλίδα των ανωτέρω προτάσεων αλλά στα 3ο και 6ο φύλλα αυτών, όπου διαλαμβάνονται οι δεύτερος και τρίτος αντίστοιχα λόγοι έφεσης της αντιδίκου τους και των τότε ομοδίκων της.

ΙΙ. Επειδή οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία "Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εγκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση" και των διατάξεων των άρθρων 581 παρ. 2, 522 και 674 παρ. 1 ΚΠολΔ αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, διότι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης έχουν εφαρμογή μόνο επί παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών διατάξεων, όπως είναι οι προαναφερόμενες.

ΙΙΙ. Εξάλλου, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι το μεν δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προταθείσα ένστασή της περί απαραδέκτου της από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους ασκηθείσας αντέφεσης με τις υποβληθείσες, κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, από 22.4.2002 προτάσεις τους, το δε έλαβε υπόψη την, κατά τα ανωτέρω, μη παραδεκτά ασκηθείσα αντέφεση αντίστοιχα. Και οι δύο αυτοί λόγοι αναίρεσης, που κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους είναι από τον αριθμό 14 και όχι από τον αριθμό 8, όπως εσφαλμένα παρατίθεται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού, κατά τα προαναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι με τις από 19.9.2005 προτάσεις τους, κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής, άσκησαν εκ νέου αντέφεση. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.12.2005 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε." για αναίρεση της 677/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαϊου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ