Supreme Court allows appeal against labor court decision for failure to consider collective agreement wage claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding labor contract disputes. The appellants argued that the lower court failed to consider their claim for higher wages based on applicable collective agreements and specific regulations. The court ruled that this omission constituted a valid ground for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure, mandating the case be remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticle 361 of the Civil Code; Article 559, Section 8 of the Code of Civil Procedure: A failure by the court of first instance to examine a substantive claim regarding wage rates based on collective agreements or specific regulations constitutes a valid ground for appeal, requiring the case to be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1606 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1606/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "......", και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2327/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/2/2005 αίτησή τους και τους από 6/2/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων της αναίρεσης κατά της 2327/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ΄ ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως.
Εξάλλου από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομική σύμβαση) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ., την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενεστέρων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 6 παρ. 2 ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ.
εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με Π.Δ. εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπ. Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των Π.Δ.
της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα. Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Το ως άνω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 131 ν. 2071/1992 επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου. Με το Π.Δ. 305/5-8-1983 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 108/17-8-1983) που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του η. 1397/1983 το εναγόμενο - αναιρεσείον μετατράπηκε σε Ν.Π.Δ.Δ. και υπήχθη στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 και ν. 1397/1983, ορίστηκε δε ότι το προσωπικό που εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του νέου οργανισμού και ότι, μέχρι την έκδοση του οργανισμού αυτού και την τακτοποίηση του προσωπικού, τούτο εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση (άρθρο 2 Π.Δ. 305/1983).
Ο οργανισμός του εναγομένου - αναιρεσείοντος δημοσιεύτηκε στην 17-3-1987 και, μετά την ακυρωτική απόφαση 3900/1987 του Συμβουλίου της Επικρατείας και την ακολουθήσασα εγκριτική απόφαση Α3β οικ/13891/17-9-1990 του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναδημοσιεύτηκε την 11-10-1990, με χρόνο ενάρξεως ισχύος την 18-3-1987.
Τέλος κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1988 οι αποδοχές του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 1198/1972. Εξάλλου με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους (εργοδότες και εργαζομένους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988 επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953 που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988.
Με το άρθρο 9 της άνω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ως πράγματα των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Με την ένδικη αγωγή τους, όπως από αυτή προκύπτει, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι προσελήφθησαν από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ηλεκτροτεχνίτες και με αποδοχές τις οριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες σ.σ.ε. ή δ.α., που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, οικοδομών κ.λ.π.
Επικαλέσθηκαν δηλαδή με την αγωγή τους, ως όρον των ατομικών εργασιακών τους συμβάσεων, την αμοιβή τους με βάση τις άνω σ.σ.ε. ή δ.α. επί της οποίας και εστήριξαν τις ένδικες αξιώσεις τους για καταβολή της διαφοράς μεταξύ των καταβληθέντων και καταβλητέων αποδοχών τους για την σε αυτή (αγωγή) παροχή της εργασίας τους.
Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως, προκύπτει από αυτήν, δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων. Τούτο διότι ενώ σε αυτήν διαλαμβάνεται το κατά την εκτίμηση του Εφετείου, λοιπόν περιεχόμενο της αγωγής, ουδαμού γίνεται μνεία ότι περιέχεται σε αυτή και το ως άνω περιστατικόν, δηλαδή το επικαλούμενο τοιούτο για συμφωνία των διαδίκων περί αμοιβής των αναιρεσειόντων με βάση τις άνω σ.σ.ε.
και δ.α.. Ούτε και αποκρούεται από την προσβαλλομένη ο ισχυρισμός αυτός ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμος. Συνεπώς η σχετική από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική αιτίαση είναι βάσιμη και πρέπει ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλομένης το σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2327/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ