Legislator Case Law & Legislation
1605/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, ruling employer's disciplinary action was proportionate.

Case Number 1605/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against the termination of an employee's indefinite-term labor contract. The court found the employer's decision to terminate the contract justified because the employee's conduct violated internal discipline, and a disciplinary fine was a more appropriate measure than dismissal. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 1 of Law 2112/1920 and 1, 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code; Article 25(1) of the Constitution; Articles 9 and 9A of the Constitution; Article 8 of the ECHR: The termination of an indefinite-term labor contract constitutes a right of the employer or employee to denounce conduct that violates discipline and internal order, provided the measure is proportionate to the goal and does not exceed the necessary limits.

Keywords

AI generated
termination of labor contract proportionality of disciplinary measures violation of internal discipline appeal dismissal legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 669(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1, 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Article 25(1) of the Constitution
Articles 9 and 9A of the Constitution
Article 8 of the ECHR

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1605 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1605/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. Π. Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ν. Μ. του Α., κατοίκου …………..Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βιολέττα Βασιλάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη η κλήση στο σωματείο με την επωνυμία "Σ. Ε. Κ. – Ξ. – Τ. Π.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "Σ.Ε.Κ.-Ξ. - Τ. Π.". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3269/2014 μη οριστική, 837/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2740/2016 μη οριστική και 1130/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 27-4-2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1084/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 20-12-2021 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20 Δεκεμβρίου 2021 κλήση του αναιρεσιβλήτου - καλούντος νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 27.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης 4177/360/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 1130/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1084/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 15ης Δεκεμβρίου 2020, για το λόγο ότι δεν προέκυπτε κλήτευση του συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Σ.Ε.Κ.-Ξ.-Τ.Π.", το οποίο είχε παρέμβει υπέρ του αναιρεσιβλήτου κατά τη συζήτηση της αγωγής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και το οποίο ήδη κλητεύθηκε για να παραστεί, όπως προκύπτει από την 514/16.2.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών - Πειραιώς Μ.

Κ., με επίδοση της κλήσης και συγκοινοποίηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζομένου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία.

Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180).

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.

Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 904/2012).

Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της συμβάσεως (πρβλ.

ΑΠ 184/2015, σκέψη αρ.3). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσεως εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος).

Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφ' όσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 744/2020, 380/2019, 2093/2014, 904/2012, πρβλ. ΑΠ 255/2006 για σύμβαση ορισμένου χρόνου).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 Σ και 8 της ΕΣΔΑ , συνάγεται ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ' αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων εκείνων, που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο το ίδιο κάθε φορά προσδιορίζει.

Έτσι, εκτός της ερωτικής ζωής, των ζητημάτων υγείας και της οικογενειακής ζωής του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής του ατόμου εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή (ΟλΑΠ 1/2017).

Τέτοιες υποθέσεις θα πρέπει να θεωρούνται και οι συνομιλίες μεταξύ εργαζομένων στον ίδιο χώρο, που προορίζονται να παραμείνουν ιδιωτικές και να μην κοινολογηθούν σε άλλους μη συμμετέχοντες στη συζήτηση και με τις οποίες οι εργαζόμενοι ανταλλάσσουν γνώμες για τρίτα πρόσωπα του εργασιακού τους περιβάλλοντος, συνιστούν δε έκφραση της προσωπικότητάς τους, ακόμη και αν διατυπώνονται με ιδιαιτέρως καταφρονητικό τρόπο για τον τρίτο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001 προς εναρμόνιση προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο, καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.

Κατοχυρώνεται, επομένως, το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, δηλαδή το δικαίωμα του λεγόμενου "πληροφοριακού αυτοκαθορισμού" ή "αυτοδιάθεσης των πληροφοριών". Ως τέτοια δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ η προστασία καταλαμβάνει την επεξεργασία των στοιχείων αυτών όχι μόνο από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες (ΣτΕ 1616/2012).

Εξάλλου, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και απρόσωποι και να προβλέπονται από το νόμο, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι τυπικός. Συνεπεία των ανωτέρω και το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι απορρέουν από την ανάγκη ικανοποίησης άλλων δικαιωμάτων ή έννομων συμφερόντων ή το δημόσιο συμφέρον.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α', β' και γ' του Ν. 2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα "για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών.

β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας". Έτσι ο σκοπός της συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων επιτρέπεται αποκλειστικά καταρχήν για τους σκοπούς που συνδέονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης και την οργάνωση της εργασίας.

Η διαπίστωση της συμβατότητας μεταξύ της συλλεγόμενης πληροφορίας και της σχέσης απασχόλησης δεν μπορεί να γίνει σε αφηρημένη βάση αλλά θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά στάθμιση in concreto των συμφερόντων των εργαζομένων και των δικαιωμάτων των εργοδοτών, λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα όπως το είδος της εργασίας για την οποία γίνεται η συλλογή και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ή το εάν η συλλογή και επεξεργασία γίνεται κατά το στάδιο της πρόσληψης ή το στάδιο της λειτουργίας της σχέσης εργασίας.

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά χρειάζονται, ενόψει των σκοπών επεξεργασίας. Η συλλογή και επεξεργασία πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επεμβαίνει όσο το δυνατόν λιγότερο στην προσωπική ζωή του εργαζόμενου με ηπιότερα μέσα επίτευξης του σκοπού για τον οποίο συγκεντρώνονται οι πληροφορίες.

Για να είναι νόμιμη η επεξεργασία θα πρέπει να διενεργείται για το σκοπό για τη θεραπεία του οποίου αποσκοπεί και όχι για άλλο σκοπό (ΟλΑΠ 1/2017). Περαιτέρω με την 115/2001 Οδηγία της Α.Π.Δ.Π.Χ ορίζονται τα ακόλουθα : 1) (στο Κεφάλαιο Β' "Αντικείμενο - Έννοιες - Πεδίο Εφαρμογής") ως σκοποί επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, που σχετίζονται με τη σχέση απασχόλησης και, κατά τούτο, δεν υπερβαίνουν ούτε περιγράφουν την αρχή του σκοπού (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 2472/1997) νοούνται αυτοί που αφορούν, μεταξύ άλλων και την εκπλήρωση της εργασιακής σχέσης και των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή, την εκτέλεση των σχετικών συμβάσεων, καθώς και την οργάνωση της εργασίας (καθορισμός των μέσων, μεθόδων, προτεραιοτήτων κ.λπ.), 2) (στο Κεφάλαιο Γ' "Γενικές Αρχές Προστασίας Δεδομένων των Εργαζομένων") (α) η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων επιτρέπεται αποκλειστικά για σκοπούς που συνδέονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης και εφόσον είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που θεμελιώνονται σε αυτή τη σχέση, είτε αυτές πηγάζουν από το νόμο είτε από σύμβαση (αριθ. 2), (β) τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων πρέπει να συλλέγονται και να υφίστανται επεξεργασία για σαφείς και καθορισμένους σκοπούς, οι οποίοι θα πρέπει να είναι εκ των προτέρων γνωστοί στους εργαζομένους και κατανοητοί από αυτούς (αριθ. 3), (γ) απαγορεύεται, από το σκοπό του νόμου (2472/1997) η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων για σκοπούς που δεν αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, τη σχέση απασχόλησης, η δε συγκατάθεση των εργαζομένων δεν αίρει την απαγόρευση εφόσον, κατ' εφαρμογή των άρθρων 2 στοιχ.

ια, 4, 5 και 7 του ν. 2472/1997, αξιολογείται ως ανελεύθερη και μη νόμιμη (αριθ. 4), (δ) αποφάσεις που αφορούν κάθε πτυχή της προσωπικότητας των εργαζομένων, όπως η συμπεριφορά ή η αποδοτικότητά τους, δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενώ δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται σε συνδυασμό με τεχνικά ή οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και ασφαλής λειτουργία συστημάτων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο της συμπεριφοράς των εργαζομένων, εκτός εάν αυτή συνδέεται με την λειτουργία των συστημάτων αυτών με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καταγραφή ενεργειών, συνομιλιών κ.λπ.

των πιλότων στο λεγόμενο "μαύρο κουτί" ενός αεροσκάφους ή η καταγραφή συνομιλιών μεταξύ πιλότων και πύργου ελέγχου (αριθ. 7 και 8) και (ε) (στο Κεφάλαιο Ε' "Προστασία των εργαζομένων από τη χρήση συστημάτων ελέγχου και παρακολούθησης") η συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τη χρήση μεθόδων ελέγχου και παρακολούθησης των εργαζομένων πρέπει να περιορίζεται στα δεδομένα που συνδέονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης και να μην επεκτείνεται κατά το δυνατόν στην προσωπική συμπεριφορά, στα προσωπικά χαρακτηριστικά ή στις προσωπικές εσωτερικές και εξωτερικές επαφές των εργαζομένων (αριθ. 1), ενώ ο σκοπός του νόμου 2472/1997 επιτάσσει όπως, προσωπικά δεδομένα εργαζομένων που έχουν συλλεγεί μέσω κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, ηχοσκόπησης και βιντεοσκόπησης, η χρήση των οποίων είναι αναγκαία για την ασφάλεια των χώρων εργασίας, την προστασία των προσώπων που βρίσκονται στους χώρους αυτούς (εργαζόμενων και μη) και την προστασία περιουσιακών αγαθών, να μην χρησιμοποιούνται ως αποκλειστικά κριτήρια για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς των εργαζομένων (αριθ. 6 και αριθ. 7).

Τέλος, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1 - 3 του ν. 2206/1994, 1, 2, 3 και 5 του ν. 3139/2003 και της κατ' εξουσιοδότηση των πρώτων εκδοθείσας Τ/6736/2003 (ΦΕΚ Β 929/4-7-2009) απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, ρυθμίζονται τα ζητήματα της ίδρυσης, λειτουργίας, ελέγχου και εποπτείας του ………. στην ………... Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η άδεια λειτουργίας του ………….

χορηγήθηκε στην εταιρεία "Ε.Τ.Α. Α.Ε.", η οποία, εν συνεχεία, την εισέφερε στην εταιρεία "Ε.Κ.Π. Α.Ε.", υπό τους ειδικότερους όρους της λειτουργίας του …….. αποκλειστικά και μόνο στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου "…………" στην …………., βάσει των οριζόμενων ρυθμίσεων στις διατάξεις του νόμου 2206/1994 και των αποφάσεων του Υπουργού Τουρισμού, του Υπουργού Ανάπτυξης και των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, όπως ισχύουν κάθε φορά (άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3139/2003).

Δυνάμει δε του άρθρου 4 της υπ' αριθ. Τ/6736 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης "Κανονισμός Διοικητικού Ελέγχου και Εποπτείας της Λειτουργίας των ………..", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του ν. 2206/1994 και φέρει τον τίτλο "Κ.Η.Σ.Ο.Π.C.C. T.V. S. (………..)", ορίστηκαν τα ακόλουθα: 1) στην πρώτη παράγραφο ότι το …………..υποχρεούται να χρησιμοποιεί για τον έλεγχο της λειτουργίας του, των τυχερών παιχνιδιών και των λοιπών ταμειακών διαδικασιών του, κλειστό, ηλεκτρονικό σύστημα οπτικοακουστικής παρακολούθησης (…………), σύγχρονης τεχνολογίας, με υψηλή ευκρίνεια εικόνας και ήχου, με δυνατότητα καταγραφής και αναπαραγωγής εικόνας και ήχου, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να καλύπτει το 100% των πιο κάτω χώρων του:

α)... β) των λοιπών επικουρικών χώρων του ……………, περιλαμβανομένων και των διαδρόμων πρόσβασης σε αυτούς και συγκεκριμένα: (1) του χώρου υποδοχής (Reception), .... 2) στην δεύτερη παράγραφο ότι το ………….. οφείλει να έχει εγκατεστημένη στο Γραφείο του Κλιμακίου των Εντεταλμένων για τον Έλεγχο Υπαλλήλων της Διεύθυνσης ………….

του Υπουργείου Ανάπτυξης οθόνη, συνδεδεμένη πλήρως με το κεντρικό σύστημα ηλεκτρονικής οπτικοακουστικής παρακολούθησης, με την οποία είναι εφικτή η επιλογή παρακολούθησης, μέσω όλων των εγκατεστημένων σταθερών και κινητών καμερών, όλων των σημείων τα οποία καλύπτει το …………., συμπεριλαμβανομένου και αυτού του χώρου οπτικοακουστικής παρακολούθησης (……………) του καζίνο.

Το κλιμάκιο δικαιούται, σε περιπτώσεις που κρίνει αναγκαίο, να επικοινωνεί με τον υπεύθυνο βάρδιας του Τ. Κ. Η. Σ. Ο. Π. και να δίδει σχετικές οδηγίες σε αυτόν, για τον ανάλογο χειρισμό κινητής κάμερας, με σκοπό την παρακολούθηση ενός γεγονότος κατά την διεξαγωγή των παιχνιδιών (όπως εστίαση (FOCUS) σε χώρο των παιχνιδιών, παρακολούθηση των κινήσεων κάποιου παίκτη, κ.λπ.).

Ο υπεύθυνος βάρδιας υποχρεούται να εκτελεί την πιο πάνω εντολή του Κλιμακίου άμεσα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την αναγκαία ομαλή λειτουργία της παρακολούθησης και καταγραφής του χώρου, 3) στην τρίτη παράγραφο περίπτωση ε' αυτής, ότι επικουρικά ή εναλλακτικά με τον πιο πάνω συμβατικό τρόπο οπτικοακουστικής παρακολούθησης και καταγραφής, το καζίνο έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί, εγκεκριμένα από την Επιτροπή Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο και τον Υπουργό Ανάπτυξης, ψηφιακά συστήματα οπτικοακουστικής παρακολούθησης και εγγραφής (αποθήκευσης) των στοιχείων, με δυνατότητες άμεσης πρόσβασης του Κλιμακίου Εντεταλμένων για τον Έλεγχο Υπαλλήλων της Διεύθυνσης Καζίνο στα αποθηκευμένα στοιχεία, μέσω κονσόλας ή Η/Υ, με επιλογές κάμερας, ημερομηνίας και ώρας και σε διαθεσιμότητα χρόνου όπως ορίζεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, 4) στην τέταρτη παράγραφο ότι, το καζίνο είναι υποχρεωμένο να επιδεικνύει αμέσως και σε κάθε ζήτηση τις βιντεοκασέτες ή τα αρχεία ψηφιακής εγγραφής στους Εντεταλμένους για τον Έλεγχο Υπαλλήλους της Διεύθυνσης Καζίνο και τις λοιπές Εντεταλμένες Κρατικές Αρχές.

Το καζίνο υποχρεούται, εφόσον ζητηθούν εγγράφως, να παραδίδει το αργότερο εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών στους ανωτέρω, τα αντίγραφα των βιντεοκασετών ή των αρχείων ψηφιακής εγγραφής και 5) στην πέμπτη παράγραφο ότι σε κάθε περίπτωση, το καζίνο υποχρεούται να αποθηκεύει και να έχει διαθέσιμες σε κάθε ζήτηση, τις μεν βιντεοκασέτες για χρονικό διάστημα δέκα πέντε (15) ημερών, τις δε ψηφιακές εγγραφές για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ημερών, πλην των περιπτώσεων που έχει δημιουργηθεί θέμα αμφισβήτησης.

Στις περιπτώσεις αυτές η αποθήκευση και διαθεσιμότητα των συγκεκριμένων στοιχείων επιβάλλεται έως ότου η αμφισβήτηση αρθεί οριστικά. Από τα ανωτέρω συμπεραίνεται ότι: Α) Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων από τον εργοδότη πρέπει να είναι απαραίτητη, κατάλληλη και η λιγότερο επαχθής μεταξύ των εναλλακτικών μέσων που ο εργοδότης διαθέτει, όταν δε ο ιδιωτικός βίος του εργαζομένου συμπλέκεται με την επαγγελματική του δραστηριότητα και η παραβίαση της ιδιωτικότητάς του με το καλώς νοούμενο εργοδοτικό συμφέρον, είναι απαραίτητη η στάθμιση των εν λόγω συμφερόντων (σεβασμός της προσωπικότητας του εργαζομένου και εργοδοτικό συμφέρον), εφαρμοζομένης (και εδώ) της αρχής της αναλογικότητας.

Β) Ειδικά στην περίπτωση της αναιρεσείουσας η βιντεοσκόπηση και η χρήση του υλικού της επιτρέπεται εφόσον στοχεύει στην καταγραφή και τον έλεγχο της δραστηριότητας των εργαζομένων που σχετίζονται με την ασφάλεια της διενέργειας των παιγνίων και των χρηματικών συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα στις εγκαταστάσεις της.

Αντίθετη εκδοχή συνεπάγεται την υποβολή των εργαζομένων στο διαρκή και εξαντλητικό έλεγχο της αναιρεσείουσας ως προς τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσουν στο πλαίσιο του εργασιακού τους βίου, δηλαδή της προστατευόμενης ιδιωτικής ζωής τους και συνακολούθως υπέρμετρο περιορισμό της ατομικής ελευθερίας τους, στο βαθμό που οι σχετικές καταγραφές δεν εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησής της.

Στην προκείμενη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξαφανίστηκε η 837/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε μερικώς δεκτή η από 30.10.2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 12.10.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τον απασχολεί και να του καταβάλει τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας.

Τα ανωτέρω αιτήματα έγιναν δεκτά, ενώ απορρίφθηκε το αίτημά του για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης επειδή κρίθηκε ότι δεν υπήρχε δόλια προαίρεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας για προσβολή της προσωπικότητάς του, όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ως προς τις ενδιαφέρουσες τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, απασχολούνταν από την αναιρεσείουσα, στην οποία έχει παρασχεθεί η άδεια λειτουργίας και εκμετάλλευσης του καζίνο στο ξενοδοχείο …………, ως υπάλληλος υποδοχής με τα ειδικότερα καθήκοντα που προβλέπονται από τον από 28.6.2004 Κανονισμό Εργασίας, που καταρτίστηκε με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση και ρυθμίζει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων στην αναιρεσείουσα, από κοινού με τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους.

Ότι την 12.10.2012 καταγγέλθηκε νομότυπα η σύμβαση εργασίας του, λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς του, επειδή αυτός, σύμφωνα με την απόφαση περί καταγγελίας που τού ανακοινώθηκε την 8.12.2012, σε συνομιλία που είχε με συναδέλφους του, στο χώρο και την ώρα εργασίας του, αναφέρθηκε στο πρόσωπο του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσείουσας με χαρακτηρισμό εξαιρετικά και ακραία υβριστικό και προσβλητικό, τον οποίον ο αναιρεσίβλητος συνομολογεί.

Ότι όπως αποδείχθηκε από την καταγραφή του συμβάντος μέσω του νομίμως τηρούμενου κλειστού ηλεκτρονικού συστήματος οπτικοακουστικής παρακολούθησης του χώρου, την 5.10.2012 και κατά το χρονικό διάστημα από 17:35:14 έως 17:40:49 ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν στην υποδοχή μαζί με τον συνάδελφό του Δ. Β. ενώ στον ίδιο χώρο βρισκόταν και η εργαζόμενη ως καθαρίστρια στην επιχείρηση Ν.

Β., η οποία τους χαιρέτησε και ξεκίνησε με αυτούς συνομιλία που περιείχε σεξουαλικά υπονοούμενα για τον Γενικό Διευθυντή της αναιρεσείουσας, η δε συνομιλία τους είχε επί λέξει ως εξής: ……….: "Τον ψάχνω τον ………… με τη τσιμπίδα...Τον είδα έκανα ότι δεν τον είδα. Βάζω την τσιμπίδα ανάμεσα στα πόδια του να πιάσω την χαρτοπετσέτα και λέω εγώ εντάξει την έπιασα...Καυλιάρη.

Και κάνει έτσι". (ακούγονται γέλια). ………..: "χαχαχα", …………..: "Έφυγε, γέλασε. Τη χαρτοπετσέτα, λέω". …………: "Α". …………..: "Αυτός είναι". ………….: "Είναι αυτός". ……………..: "Δεν χρειάζεται τσιμπίδα" …………..: "Χαχαχαχα". Αναιρεσείων: "Αυτός χρειάζεται". ……………..: "Την αναστήλωση της Ακρόπολης Χαχαχαχα". ………….: "Τώρα που τον είχα φτιαγμένο".

Αναιρεσείων: "Είναι μουνάκιας ο τύπος". ……………: Είναι. Ναι. Όλοι αυτοί είναι". Ότι κατά την ώρα του συμβάντος στον ίδιο χώρο δεν συνυπήρχαν άλλοι υπάλληλοι ή πελάτες, η στιχομυθία έγινε ενώ οι συνομιλούντες ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, οι δυο άνδρες πίσω από τον πάγκο υποδοχής και η καθαρίστρια μπροστά από αυτόν, αδειάζοντας κάδους απορριμμάτων, ότι οι δυο άνδρες εκείνη την ώρα δεν εκτελούσαν κάποια εργασία σχετική με τα καθήκοντά τους και ότι η ένταση της φωνής τους επέτρεπε να ακούγονται μόνο μεταξύ τους.

Ότι, ενόψει της διάθεσης των συνομιλούντων εργαζομένων, η οποία, όπως σαφώς προκύπτει, όχι μόνο από την επισκόπηση της εν λόγω οπτικοακουστικής καταγραφής, αλλά και από αυτό το ίδιο το κείμενο της απομαγνητοφώνησής της, είναι εύθυμη, συνάγεται, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η εν λόγω στιχομυθία έλαβε χώρα χάριν αστεϊσμού και εντός πλαισίων ιδιωτικής συζήτησης, αφού κατά τη σαφή βούληση των συνομιλούντων, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω προκύπτει, και εν όψει της απουσίας, κατά τον επίμαχο χρόνο, πελατών και λοιπών εργαζομένων στον χώρο της αίθουσας υποδοχής του καζίνο, τα ως άνω λεγόμενά τους δεν προορίζονταν να ακουσθούν από αόριστο αριθμό προσώπων, ο δε ισχυρισμός της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) ότι η συνομιλία αυτή, η καταγραφή της οποίας έγινε σε πραγματικό χρόνο, δεν ήταν ιδιωτική, επειδή έλαβε χώρα ενώπιον άλλων υπαλλήλων, καθώς και αυτών που χειρίζονται το σύστημα επιτήρησης - παρακολούθησης και των ελεγκτών του Υπουργείου Ανάπτυξης, ο δε αναιρεσίβλητος γνώριζε ότι ο χώρος βιντεοεπιτηρείται, είναι αβάσιμος, επειδή κύριο μέλημα των ως άνω υπαλλήλων, όπως αυτό ορίζεται από την Τ6736/4.7.2003 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, είναι η εποπτεία των χώρων των παιγνίων και των χρηματικών συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα σε αυτούς για την αποφυγή ύποπτων συναλλαγών.

Ότι στιχομυθίες όπως οι ανωτέρω, είτε αφορούν πελάτες είτε εργαζομένους, δεν συνδέονται με τους σκοπούς της εύρυθμης και νόμιμης λειτουργίας του καζίνο και επομένως δεν είναι επεξεργάσιμες, ενώ και οι υπάλληλοι προσδοκούν ότι οι σχετικές καταγραφές δεν χρησιμοποιούνται για τη συλλογή πληροφοριών, καθώς είναι άσχετες με τους παραπάνω σκοπούς.

Ότι ο Διευθυντής Προσωπικού της αναιρεσείουσας ενημέρωσε τον Γενικό Διευθυντή και εκκινήθηκε η διαδικασία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, αποδεχόμενος το περιεχόμενο της συνομιλίας, ζήτησε συγγνώμη την οποία υπέβαλε και εγγράφως, εκφράζοντας ταυτόχρονα την μεταμέλειά του, αποστέλλοντας δυο επιστολές στο Γενικό Διευθυντή.

Ότι την 12.12.2012 η αναιρεσείουσα επέδωσε στον αναιρεσίβλητο την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ότι μετά την ως άνω καταγγελία, κατόπιν σχετικής αιτήσεως που ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Άνοιξης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, την 16.10.2012, επιχειρήθηκε η επίλυση της σχετικής εργατικής διαφοράς, κατά την οποία η αναιρεσείουσα δήλωσε ότι "..

η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι απολύτως δικαιολογημένη εξαιτίας της απαράδεκτης, υβριστικής, αντιεπαγγελματικής και μη ανεκτής συμπεριφοράς εν χώρω εργασίας, εν ώρα εργασίας και παρουσία συναδέλφων, αντίθετης προς τον Κανονισμό Εργασίας", καθώς και ότι "το σχετικό βίντεο θα προσκομισθεί στο πολιτικό δικαστήριο εφόσον ζητηθεί από το δικαστήριο".

Ότι ο σχετικός ψηφιακός δίσκος καταγραφής προσκομίσθηκε από την αναιρεσείουσα, το πρώτον, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσθήκη - αντίκρουση αυτής, σε ικανοποίηση σχετικού αιτήματος επίδειξης που υπέβαλε παραδεκτά ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, πριν από την συζήτηση της αγωγής αιτήθηκε πολλάκις να του δοθεί αντίγραφο, αντιμετωπίζοντας, ωστόσο, την άρνηση της αναιρεσέιουσας, διό και αυτός κατέφυγε, στις 27.6.2013, στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία απέστειλε σχετική επιστολή στην αντίδικό του, χωρίς, ωστόσο, αποτέλεσμα.

Ότι, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στον Κανονισμό Εργασίας της εναγόμενης - εφεσίβλητης και συγκεκριμένα, στο άρθρο 15 Δ. αριθ. 4 αυτού, προβλέπεται ως πειθαρχικό παράπτωμα του εργαζόμενου η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους συναδέλφους και του συναλλασσόμενους με την εταιρεία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 18 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται, για την περίπτωση του πειθαρχικού παραπτώματος της απρεπούς και αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς προς συναδέλφους ή προϊσταμένους, καθώς και της προσβολής της προσωπικότητας αυτών, η πειθαρχική ποινή είτε της έγγραφης επίπληξης, είτε του προστίμου μέχρι τα 2/25 του μισθού.

Ότι, τέλος, στην τελευταία παράγραφο του αυτού ως άνω άρθρου 18 του Κανονισμού Εργασίας, ορίζεται ότι η απόλυση ως πειθαρχική ποινή επιβάλλεται σε περίπτωση που ο εργαζόμενος παρά την επιβολή των ανωτέρω πειθαρχικών ποινών, δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του κανονισμού ή σε περίπτωση υποτροπής σε παραπτώματα που αναφέρονται ενδεικτικά στην παράγραφο (Δ) του άρθρου 15 και σε μη πιστή τήρηση των εκάστοτε κανονιστικών διατάξεων που ρυθμίζουν τα της λειτουργίας των καζίνο.

Ότι η ως άνω διαδικασία δεν ακολουθήθηκε στην επίδικη περίπτωση, αλλά ο αναιρεσίβλητος απολύθηκε πάραυτα. Ότι από τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά δεν διαπιστώνεται ένας αντικειμενικός και υπαγορευόμενος από το εύλογο συμφέρον της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρείας, λόγος άσκησης της ως άνω καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, : 1ον) η καταγγελία έλαβε χώρα κατ' επίκληση, ως δικαιολογητικού λόγου αυτής, την ως άνω αναφορά του ενάγοντος- εκκαλούντος στο πρόσωπο του Γενικού Διευθυντή, η οποία, ωστόσο, έγινε, στα πλαίσια ιδιωτικής συζήτησης αυτού με συναδέλφους του, οι οποίοι, επίσης, εκφράστηκαν όμοια για τον Γενικό Διευθυντή, αν και όχι με ίδιας έντασης εκφράσεις.

Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου διατυπώνεται ανεξάρτητα από την κρίση αυτού αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι η αντίδικος του εργοδότρια δεν αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο τους άλλους εργαζόμενους, που συμμετείχαν στην ίδια συζήτηση, ιδία δε την συνάδελφο του Ν. Β., η οποία την ξεκίνησε, ο οποίος κρίνεται μη νόμιμος, διότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν αφορά θέματα καταγγελίας και συνεπώς είναι νόμιμη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι για άλλους συναδέλφους αυτού, που διέπραξαν τα ίδια παραπτώματα, επιβλήθηκαν απλώς πειθαρχικές ποινές 2ον) δεν αποδείχθηκε ότι, λόγω της ως άνω αναφοράς του αναιρεσιβλήτου εθίγησαν τα εργοδοτικά συμφέροντα της αναιρεσείουσας, καθόσον η αναφορά του αυτή, ως συμπεριφορά, δεν αποδείχθηκε ότι συνδέθηκε με, προηγούμενη ή μεταγενέστερη, πλημμελή εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του, 3ον) η εκ μέρους της αναιρεσείουσας επίκληση προγενέστερων λαθών του αναιρεσιβλήτου, κατά την εκτέλεση της εργασίας του και δη αφενός μεν η λανθασμένη ταυτοποίηση και καταγραφή πελατών κατά την είσοδό τους στο καζίνο, αφετέρου δε η υπέρβαση του ποσού του επιτρεπόμενου ορίου διαχειριστικού λάθους, κατά την είσπραξη από πελάτες του αντιτίμου του εισιτηρίου εισόδου στο καζίνο, δεν μπορεί να αξιολογηθεί, κρινόμενη συνδυαστικά με την ως άνω αναφορά αυτού στο Γενικό Διευθυντή, ως πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του, ενόψει του ότι τα ως άνω λάθη έλαβαν χώρα στις 4.8.2010, 7.8.2010, 24.9.2011, την 12.10.2011, τον Ιανουάριο του 2012 και τον Αύγουστο του 2012 και αντιμετωπίστηκαν η μεν λανθασμένη ταυτοποίηση με προφορική σύσταση, η δε υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου διαχειριστικών λαθών με έγγραφη επίπληξη 4ον) δεν αποδείχθηκε ότι, λόγω της ως άνω συνομιλίας και αναφοράς στο πρόσωπο του Γενικού Διευθυντή, διαταράχθηκε η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης της αναιρεσείουσας και επήλθε διατάραξη της σχέσης μεταξύ των εργαζομένων της, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται αναγκαία η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, προς επάνοδο της ειρήνευσης των εργασιακών και εργοδοτικών σχέσεων, 5ον) τέλος, ακόμη και εάν ήθελε εκληφθεί και κριθεί ως πειθαρχικό παράπτωμα η ως άνω συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, δεν θα ήταν δυνατόν να επισύρει, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στον Κανονισμό Εργασίας της αναιρεσείουσας, ποινή μεγαλύτερη αυτής του προστίμου μέχρι και τα 2/25 του μισθού του, ενόψει και του ότι, όπως αποδείχθηκε, η κατά το παρελθόν, ήτοι από την πρόσληψή του και μέχρι το ανωτέρω συμβάν, διαγωγή αυτού ως υπαλλήλου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπήρξε καλή και ειδικά η συμπεριφορά αυτού έναντι των συναδέλφων και των προϊσταμένων του ήταν άριστη.

Συμπληρωματικά προς τα ανωτέρω, πρέπει να αναφερθεί ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην ως άνω καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενη την ανωτέρω ανάρμοστη αναφορά αυτού στο πρόσωπο του Γενικού Διευθυντή, την οποία αξιολόγησε και ανήγαγε σε ανάρμοστη, απαράδεκτη, υβριστική, αντιεπαγγελματική και μη ανεκτή συμπεριφορά (τους χαρακτηρισμούς αυτούς αποδίδει η ίδια στις προτάσεις της, αλλά και στη δήλωση ενώπιον της Επιθεωρήτριας Εργασίας κατά την επιχειρούμενη επίλυση της εργατικής διαφοράς), στηριζόμενη αποκλειστικά και μόνον στην επίμαχη καταγραφή της σχετικής συνομιλίας.

Ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας, κατά τον ως άνω τρόπο αξιολόγηση της εργασιακής απόδοσης του αναιρεσιβλήτου είναι αντίθετη προς το πνεύμα και τους σκοπούς του νόμου 2472/1997, όπως οι διατάξεις αυτού ερμηνεύτηκαν, ειδικά όσον αφορά τα ζητήματα της νομιμότητας και των προϋποθέσεων του επιτρεπτού της βιντεοεπιτήρησης των εργαζομένων σε ώρα και χώρους εργασίας, με τις υπ' αριθ. 115/2001 και 1/2011 Οδηγίες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, σύμφωνα με τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα παραπάνω στο υπό στοιχείο

ΙΙΙ.Β κεφάλαιο της παρούσας. Ότι ειδικότερα, εν προκειμένω η αναιρεσείουσα στήριξε την κρίση της περί ανάρμοστης και αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, που δικαιολογεί την καταγγελία της εργασιακής σύμβασής του, στην καταγραφή ενός βιοτικού συμβάντος και δη σε μια ιδιωτική συνομιλία μεταξύ εργαζομένων, το οποίο ήταν τελείως άσχετο με την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, επιπροσθέτως δε και με τους προαναφερόμενους σκοπούς της νόμιμα επιβαλλόμενης επιτήρησης και καταγραφής των εργασιακών χώρων του καζίνο και των δρώμενων σε αυτούς από πελάτες και υπαλλήλους.

Ότι περαιτέρω, η αναιρεσείουσα χρησιμοποίησε την ως άνω καταγραφή ως αποκλειστικό κριτήριο για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου ως ανάρμοστης και αντιεπαγγελματικής, παραβαίνοντας, μάλιστα και την καθιερωμένη στο άρθρο 4 παρ. 1 β' του ν. 2472/1997 αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, ελλείψει άλλης επιλήψιμης συμπεριφοράς αυτού περί την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του, το ως άνω δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, που συλλέχθηκε και έγινε επεξεργασία του ως άνω, δεν ήταν πρόσφορο και συναφές στο πλαίσιο της λειτουργίας της συγκεκριμένης εργασιακής σχέσης, ενώ, τα προαναφερόμενα λάθη ταυτοποίησης και διαχείρισης του αναιρεσιβλήτου καίτοι, κατ' αντικειμενική κρίση σχετίζονταν άμεσα με τα εργασιακά καθήκοντά του και ήταν σαφώς πιο σημαντικά ως αντικειμενικώς δυνάμενα να διαταράξουν την εύρυθμη λειτουργία και οργάνωση της εργασίας που του είχε ανατεθεί (έλεγχος και ταυτοπροσωπία πελατών, καταγραφή αυτών σε ειδικά βιβλία, άνοιγμα και τήρηση επ' ονόματι τους λογαριασμών και είσπραξη του αντιτίμου του εισιτηρίου για την είσοδο στο καζίνο), δεν αξιολογήθηκαν ως δικαιολογούντα την καταγγελία της εργασιακής σύμβασής του.

Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος - εκκαλούντος δεν δικαιολογεί, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, την εξ αφορμής αυτής καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του, η οποία γενόμενη καθ' υπέρβαση των, από την στο άρθρο 281 του ΑΚ, καλή πίστη, επιβαλλόμενων ορίων, κατέστη καταχρηστική και συνεπώς είναι άκυρη, ενόψει και των προαναφερόμενων ηπιότερων μέσων και δη της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό Εργασίας πειθαρχικής διαδικασίας, που η αναιρεσείουσα είχε στην ευχέρειά της και μπορούσε να ενεργοποιήσει, προκειμένου να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό της και δη την τιμωρία του εργαζομένου για την ως άνω ανάρμοστη αναφορά αυτού στο πρόσωπο του Γενικού Διευθυντή, εάν ήθελε κριθεί και αξιολογηθεί αυτή ως συμπεριφορά που προσέβαλε την πειθαρχία και την εσωτερική τάξη της εκμετάλλευσης.

Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς δέχεται αιτιολογημένα ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου προκάλεσε αντίδραση της αναιρεσείουσας που υπερβαίνει την αναλογία μέτρου προς σκοπό και ειδικότερα ότι η καταγραφή μιας ιδιωτικής συνομιλίας με ανάρμοστο μεν περιεχόμενο, αλλά χωρίς συνέπειες για τη λειτουργία της επιχείρησης, μπορούσε να αντιμετωπιστεί με το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής αντί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης, που θεμελιώνεται σε παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμος.

Αβάσιμος παρίσταται και ο δεύτερος, ερειδόμενος στον αριθμό 19 της ως άνω διάταξης, λόγος αναίρεσης για αντιφατικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης και ειδικότερα ότι α) η συνομιλία ήταν ιδιωτική, ενώ ταυτόχρονα αυτή καταγραφόταν και έγινε αντιληπτή από τους επεξεργαστές του βιντεοληπτικού υλικού υπαλλήλους της εταιρίας που ενημέρωσαν τους προϊσταμένους τους, αλλά και του αρμόδιου Υπουργείου, β) η εξυβριστική και εξευτελιστική αναφορά του αναιρεσιβλήτου συγχωρείται, επειδή η καταγραφή αυτής ήταν εκτός των αρμοδιοτήτων των επιτηρούντων τον χώρο και άρα προσδοκούσε ότι τα λεγόμενά του δεν θα μεταφερθούν στη Διεύθυνση και γ) το πταίσμα του αναιρεσίβλητου δεν ήταν τόσο σοβαρό ώστε να διαταράξει την εργασιακή ειρήνη και να επιφέρει την καταγγελία της συμβάσεώς του.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως διότι παραλείπει να αναφέρει ότι η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στα ανωτέρω συμπεράσματα συνεκτιμώντας τα απορρέοντα από τις διατάξεις 9 και 9Α του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ δικαιώματα του αναιρεσιβλήτου για την προστασία της ιδιωτικής του ζωής και των προσωπικών του δεδομένων, τα οποία στάθμισε και έκρινε άξια προστασίας έναντι του διευθυντικού δικαιώματος το οποίο ουδόλως εθίγη, καθώς η μεταφορά στη Διεύθυνση μιας ιδιωτικής συζήτησης (στοιχείο που δεν πρέπει να παροράται) δεν έθιξε τη λειτουργία της και την εργασιακή ειρήνη, αφού και ο αναιρεσίβλητος εγγράφως παραδέχθηκε το σφάλμα του και επέδειξε τη μεταμέλειά του, ενώ η επιβολή πειθαρχικής ποινής σε βάρος του, λόγω της διαρροής της ιδιωτικής συνομιλίας, ήταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, αρκετή για τη διατήρηση της τάξης στην επιχείρηση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας που χάνει τη δίκη (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης 4177/360/2018 αίτηση για αναίρεση της 1130/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ