Legislator Case Law & Legislation
1605/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against shipowner's liability for fuel delivery signed by chief engineer without captain's authorization.

Case Number 1605/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Third Instance Court of Piraeus regarding a fuel supply contract dispute. The shipowner argued that the chief engineer's signature on delivery notes implicitly bound the vessel owner to the payment terms. The court rejected this, ruling that the chief engineer lacked statutory authority to bind the owner without the captain's prior authorization. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 261, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; A shipowner cannot be contractually bound by the signature of a chief engineer on delivery notes unless that engineer has specific authorization from the captain or the owner's governing body to represent the owner in contractual matters.

Keywords

AI generated
shipowner liability chief engineer authority contractual binding delivery notes captain authorization implied agency Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 261 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1605 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1605/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ε....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπαταγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία ".... S.A.", που εδρεύει στη Δημοκρατία του ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "... CO.", που διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιατρίδη - Ραμαντάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1087/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 581/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, που εδρεύει στο ... Αττικής, και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της εμπορίας ναυτιλιακών καυσίμων για τις ανάγκες λειτουργίας ποντοπόρων πλοίων, άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας την από 24.2.2015 αγωγή της, με την οποία εξέθετε ότι σε εκτέλεση σύμβασης πώλησης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ιδίας ως πωλήτριας και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "P… S.A." ως αγοράστριας, παρέδωσε στις 25.10.2014, στον Πειραιά, στο πλοίο με την ονομασία "G….", σημαίας ..., πλοιοκτησίας της εναγομένης, τα αναφερόμενα στην αγωγή κατά ποσότητα, τύπο και ποιότητα ναυτιλιακά καύσιμα, τα οποία παρέλαβε ανεπιφύλακτα ο πλοίαρχος του ανωτέρω πλοίου, που έθεσε τη σφραγίδα του πλοίου και την υπογραφή του στα επίσης διαλαμβανόμενα δύο (2) δελτία αποστολής της.

Ότι η εναγόμενη, διά της υπογραφής των εν λόγω δελτίων αποστολής από τον πλοίαρχο του ανωτέρω πλοίου, ο οποίος κατά νόμο την εκπροσωπεί, αποδέχθηκε τους διαλαμβανόμενους σ' αυτά γενικούς και ειδικούς όρους, βάσει των οποίων ευθύνεται εις ολόκληρον με την αγοράστρια των καυσίμων για την καταβολή του τιμήματος αυτών, το οποίο πιστωθέν και συμφωνηθέν καταβλητέο μέχρι τις 4.12.2014, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 407.314 δολαρίων Η.Π.Α, και το οποίο (τίμημα) δεν έχει ακόμη καταβληθεί και εξακολουθεί να οφείλεται.

Ότι, επικουρικώς, η εναγόμενη ενέχεται προς καταβολή αποζημίωσης ισόποσης με την προαναφερθείσα αξία των εν λόγω καυσίμων, διότι παράνομα και υπαίτια ανάλωσε αυτά για τις ανάγκες του πλοίου, πλοιοκτησίας της, στο οποίο παραδόθηκαν, και επικουρικότερα διότι κατά την αξία των καυσίμων αυτών κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της δικής της περιουσίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, κυρίως μεν με βάση την ενδοσυμβατική της ευθύνη, ως εκ της με τον προεκτεθέντα τρόπο καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης, δυνάμει της οποίας ανέλαβε και αυτή την αυτοτελή υποχρέωση για την εκπλήρωση της οφειλής, που απορρέει από την ανωτέρω σύμβαση αγοραπωλησίας ναυτιλιακών καυσίμων, εις ολόκληρον με την αγοράστρια των καυσίμων αυτών άνω εταιρία, άλλως επικουρικώς με βάση τις διατάξεις των αδικοπραξιών, και επικουρικότερα τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το σε ευρώ ισόποσο των 407.314 δολαρίων Η.Π.Α.

του συμφωνηθέντος τιμήματος της εν λόγω πώλησης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1087/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της και δη καθόσον αφορά την δεύτερη επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως απαράδεκτη, καθόσον αφορά την πρώτη επικουρική βάση της, ως μη νόμιμη, και ως προς την κύρια βάση της, ως ουσία αβάσιμη, διότι κρίθηκε ότι η εναγόμενη δεν ανέλαβε την αυτοτελή συμβατική υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα της μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "P....

S.A." πώλησης των παραδοθεισών στο πλοίο, πλοιοκτησίας της εναγομένης, ποσοτήτων καυσίμων, καθώς τα εκδοθέντα από την ενάγουσα δελτία αποστολής των πωληθέντων καυσίμων δεν υπογράφηκαν από τον πλοίαρχο, όπως ισχυριζόταν η ενάγουσα, αλλά από τον A' μηχανικό του εν λόγω πλοίου, ο οποίος, όπως έγινε δεκτό, αφενός μεν εκ του νόμου δεν έχει την εξουσία να εκπροσωπεί την πλοιοκτήτρια - εναγόμενη, ως αντιπρόσωπός της, για την κατάρτιση συμβάσεων με τρίτους, αφετέρου δε ουδόλως αποδείχθηκε ότι είχε εξουσιοδοτηθεί σχετικά από τον πλοίαρχο του πλοίου, που έχει εκ του νόμου αντιπροσωπευτική εξουσία για τη σύναψη δικαιοπραξιών για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας.

Κατά της απόφασης αυτής και δη μόνον κατά του κεφαλαίου που αφορά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, τη στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, άσκησε έφεση η ενάγουσα, με τον πρώτο λόγο της οποίας ισχυρίσθηκε ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση ότι τα επίμαχα δελτία αποστολής υπέγραψε και σφράγισε κατά την παράδοση των καυσίμων ο Α' μηχανικός του πλοίου και όχι ο πλοίαρχος, ενώ με το δεύτερο λόγο ισχυρίσθηκε, για πρώτη φορά, ότι και υπό την εκδοχή ότι τα δελτία αποστολής υπέγραψε ο Α' μηχανικός του πλοίου, ευθύνεται η εναγομένη λόγω σιωπηρής ή φαινομένης πληρεξουσιότητας αυτού να την εκπροσωπεί νόμιμα και να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό της.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 581/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε αυτή (έφεση) ως ουσία αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του, δεν το δεσμεύει (ΑΠ 477/2021, 630/2019, ΑΠ 1552/2018, ΑΠ 682/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ συνάγεται ότι η πληρεξουσιότητα αποτελεί δικαιοπραξία, που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτο, δηλαδή τον πληρεξούσιο, της εξουσίας αντιπροσώπευσής του και ότι, όταν δοθεί πληρεξουσιότητα για χρόνο αόριστο, η εξουσία αντιπροσώπευσης διατηρείται μέχρι να συμβεί κάποιο γεγονός καταλυτικό της σχέσης μεταξύ αντιπροσωπευομένου και πληρεξουσίου, όπως είναι η ανάκληση ή η παύση της πληρεξουσιότητας.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ προκύπτει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 173, 200, 281 ΑΚ, καθώς και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάσθηκε η έννοια της "φαινομένης" πληρεξουσιότητας.

Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν παρέσχε μεν πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στη συνέχεια όμως την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" του, όμως θα μπορούσε να την γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επεδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως, ότι στον εμφανιζόμενο ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα.

Προς τούτο όμως απαιτείται διαρκής ή επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο του συναλλαγέντος τρίτου. Ο τελευταίος δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε συνεπεία αμελείας. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και, αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισθείσα, μέσω του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου", ο συναλλαχθείς δε τρίτος, έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευόμενου, τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση.

Με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι σιωπηρή (ή φαινομένη) είναι η πληρεξουσιότητα, η οποία συνάγεται από την έννομη σχέση που συνδέει τον εξουσιοδοτούντα και τον πληρεξούσιο είτε από τη συμπεριφορά του εξουσιοδοτούντος που δημιουργεί στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση ότι έχει χορηγήσει σε κάποιον πληρεξουσιότητα (ΑΠ 477/2021, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 776/2013, ΑΠ 1509/2011).

Περαιτέρω, πλοίαρχος είναι το πρόσωπο που έχει την εν γένει διοίκηση του πλοίου και διαδραματίζει το σημαντικότερο ρόλο στην επιχείρηση εκμετάλλευσης αυτού, μετά τον φορέα της (πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή), έχοντας ευρύτατα κυριαρχικά δικαιώματα τόσο στα πράγματα που μεταφέρονται με το πλοίο όσο και σ' αυτούς που επιβαίνουν.

Ειδικότερα, ο πλοίαρχος, μεταξύ άλλων, είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή, οι οποίοι ενέχονται για τις δικαιοπραξίες που επιχειρεί ο πλοίαρχος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (άρθρα 84 και 105 ΚΙΝΔ). Η παραπάνω νόμιμη εκπροσώπηση διακρίνεται σε: α) δικαστική εκπροσώπηση, η οποία συνίσταται στην ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση του πλοιάρχου, σε ότι αφορά την κοινοποίηση διαδικαστικών και εξώδικων εγγράφων, στη λήψη συντηρητικών μέτρων, στην έγερση αγωγών κλπ και β) δικαιοπρακτική εκπροσώπηση, η οποία είναι γενική και αφορά σε όλες τις δικαιοπραξίες που επιχειρεί ο πλοίαρχος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, διότι κατά κανόνα συνάπτει δικαιοπραξίες ως άμεσος αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη, με βάση τη γενική από το νόμο ή την ειδική από τον πλοιοκτήτη εξουσιοδότηση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του ΒΔ 683/1060 "1. Ο παρών Κανονισμός καθορίζει την ιεραρχίαν και τα καθήκοντα του προσωπικού των Ελληνικών επιβατηγών πλοίων ολικής χωρητικότητος κόρων πεντακοσίων και άνω και το σύστημα εν γένει καθ` ο δέον να διεξάγεται η εν αυτοίς εργασία προς τον σκοπόν της μετ` ευρυθμίας τάξεως και ασφαλείας εκπληρώσεως της αποστολής αυτών ως μέσων της διά θαλάσσης μεταφοράς επιβατών. 2.

Τα εν τω παρόντι Κανονισμώ αναγραφόμενα καθήκοντα δεν καθορίζονται περιοριστικώς αλλά χάριν των εν τη προηγουμένη παραγράφω μνημονευομένων σκοπών δικαιούται ο Πλοίαρχος ν` αναθέση εις έκαστον εκ του πληρώματος την εκτέλεσιν και ετέρων καθηκόντων εξ εκείνων άτινα κατά την κοινήν ναυτικήν εμπειρίαν ανάγονται εις την ειδικότητα και τον βαθμόν του δι` αυτών επιφορτιζομένου", κατά το άρθρο 66 του αυτού ΒΔ " 1.

Ο Α` Μηχανικός είναι ο αξιωματικός προϊστάμενος Υπηρεσίας Μηχανής και του προσωπικού αυτής. 2. Τελεί υπό τας αμέσους διαταγάς και τον έλεγχον του Πλοιάρχου ή του νομίμου αναπληρωτού του και είναι υπεύθυνος και υπόλογος απέναντι αυτών εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του" και κατά το άρθρο 75 του ίδιου ΒΔ " Ο Α` Μηχανικός οφείλει:

α) να επιβλέπη προσωπικώς την κατανάλωσιν του πλοίου εις καύσιμα και υλικά μηχανής, να βεβαιούται περί της ικανοποιητικής ποσότητος, ποιότητος, και καλής εναποθηκεύσεως αυτών, να χορηγηθή τας σχετικάς αποδείξεις μετά προηγουμένην θεώρησιν αυτών υπό του Πλοιάρχου και να ενεργή τας σχετικάς καταχωρήσεις εις το ημερολόγιον μηχανής.

β) να συννενοήται μετά του Πλοιάρχου διά τον τρόπον της παραλαβής των καυσίμων και διά την εναποθήκευσιν εις τας αποθήκας ή άλλους καταλλήλους χώρους ως και διά την κατανάλωσιν αυτών και να ζητή τας οδηγίας αυτού, όσον αφορά την ταχύτητα του πλοίου ίνα αναλόγως κανονίζη την κατανάλωσιν και τον ανεφοδιασμόν των αποθηκών.

γ) είναι υπεύθυνος διά την προμήθειαν επαρκούς ποσότητος καυσίμων διά τον υπό εκτέλεσιν πλούν συνεννοούμενος προς τούτο μετά του Πλοιάρχου ώστε να έχη επί του πλοίου 20-25 ο)ο επί πλέον της αναγκαιούσης ποσότητος, διά το υπό εκτέλεσιν ταξείδιον από του ενός μέχρι του επομένου λιμένος ανεφοδιασμού". Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 70 και 75 του β.δ. 806/1970 "περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω" ορίζονται τα εξής: " Άρθρο 70.

Καθήκοντα και υποχρεώσεις εν όρμω. 1. Ο Α` μηχανικός οφείλει εν όρμω να λαμβάνη άπαντα τα ενδεδειγμένα μέτρα δια την καλήν συντήρησιν των κινητηρίων μηχανών, λεβήτων, βοηθητικών μηχανών και μηχανημάτων...3. Ελέγχει καθ` εκάστην την κατανάλωσιν των υλικών κινήσεως και συντηρήσεως της μηχανής και ενεργεί τας σχετικάς καταχωρήσεις εις το ημερολόγιον. 4.

Εποπτεύει και διευθύνει την παραλαβήν καυσίμων του πλοίου βοηθούμενος υπό αξιωματικού μηχανής οριζομένου υπό του ιδίου...". " `Αρθρο 75. Καύσιμα-Κατανάλωσις. Ο Α` μηχανικός οφείλει: α) να επιβλέπει πρoσωπικώς την κατανάλωσιν του πλοίου εις καύσιμα και υλικά μηχανής, να βεβαιούται περί της ικανοποιητικής ποσότητος, ποιότητος και της καλής εναποθηκεύσεως αυτών, να χορηγεί τας σχετικάς αποδείξεις μετά προηγουμένην θεώρησιν αυτών υπό του Πλοιάρχου και να ενεργή τας σχετικάς καταχωρήσεις εις το ημερολόγιον μηχανής, β) να συνεννοήται μετά του πλοιάρχου διά τον τρόπον της παραλαβής των καυσίμων και δια την αποθήκευσιν εις τας αποθήκας ή άλλους καταλήλους χώρους ως και διά την κατανάλωσιν αυτών και να ζητή τας οδηγίας αυτού, όσον αφορά την ταχύτητα του πλοίου και την διάρκειαν του πλου, ίνα αναλόγως κανονίζη την κατανάλωσιν και τον ανεφοδιασμό των αποθηκών".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 27/1998).

Όμως δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 1385/2011), δεδομένου ότι η ευδοκίμηση λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολομ.

ΑΠ 30/1998, ΑΠ 1152/2021, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 488/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς το ζήτημα της κατάρτισης ή μη της επικαλούμενης σύμβασης αναδοχής χρέους με την υπογραφή στα δελτία αποστολής καυσίμων, τα εξής: "Η ενάγουσα είναι ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, η οποία έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εμπορία πετρελαιοειδών προϊόντων, μεταξύ άλλων και ναυτιλιακών καυσίμων για τις ανάγκες λειτουργίας ποντοπόρων πλοίων, η δε εναγόμενη είναι πλοιοκτήτρια του πλοίου "G...", σημαίας ..., νηολογίου ..., με αριθμό ..., Κ.Ο.Χ. ...

και Κ.Κ.Χ. .... Στις 20.10.2014, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ του εξετασθέντος ως μάρτυρα από την εναγόμενη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής Ε. Κ., υπαλλήλου της εταιρίας με την επωνυμία "... CO. LTD", διαχειρίστριας του ανωτέρω πλοίου, και της Μ. Σ., υπαλλήλου της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη αλλοδαπής εταιρίας εμπορίας ναυτιλιακών καυσίμων με την επωνυμία "...

Ltd", η οποία κατά το χρόνο αυτό διατηρούσε υποκατάστημα στον Πειραιά (επί της οδού Κάστορος στον αριθμό 55), καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης, εκπροσωπηθείσας από την ως άνω διαχειρίστρια του εν λόγω πλοίου, πλοιοκτησίας της, ως αντιπρόσωπό της, και της προαναφερθείσας μη διαδίκου αλλοδαπής εταιρίας, σύμβαση πώλησης 820 μετρικών τόνων ναυτιλιακού καυσίμου τύπου Fuel Oil, IFO 380 CST 1%, και 25 μετρικών τόνων ναυτιλιακού καυσίμου τύπου Marine Gasoil CST.0,1%, για τον εφοδιασμό με καύσιμα του πλοίου αυτού.

Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των 499 δολλαρίων Η.Π.Α. ανά μετρικό τόνο ναυτιλιακού καυσίμου τύπου Fuel Oil IFO 380 CST, και στο ποσό των 773 δολλαρίων Η.Π.Α. ανά μετρικό τόνο ναυτιλιακού καυσίμου τύπου Marine Gasoil CST.0,1%, πλέον του ποσού των 1.000 δολλαρίων Η.Π.Α. για τη χρήση φορτηγίδας, και ορίσθηκε καταβλητέο εντός τριάντα (30) ημερών από την παράδοση των πωληθέντων με την προσκόμιση του σχετικού τιμολογίου πώλησης, τα δε καύσιμα συμφωνήθηκε να παραδοθούν στο ως άνω πλοίο, το οποίο ήταν αγκυροβολημένο στον Πειραιά, όπως αποδεικνύεται από την με επίκληση προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική από την αγγλική γλώσσα επιβεβαίωση παραγγελίας της πωλήτριας εταιρίας.

Στη συνέχεια η τελευταία συμβλήθηκε ως αγοράστρια με ξεχωριστή σύμβαση πώλησης με την επίσης μη διάδικο στην παρούσα δίκη αλλοδαπή εταιρία εμπορίας καυσίμων με την επωνυμία "P... S.Α.", από την οποία προμηθεύτηκε τις αυτές με τις προαναφερόμενες ποσότητες ναυτιλιακών καυσίμων του ιδίου τύπου για τον εφοδιασμό του πλοίου της εναγομένης.

Αποδείχθηκε επίσης ότι η εταιρία με την επωνυμία "P... S.A." την ίδια ημέρα, στις 20.10.2014, κατήρτισε με τη σειρά της, ως αγοράστρια, με την ενάγουσα, ως πωλήτρια, έτερη, επίσης ξεχωριστή από τις προαναφερθείσες, σύμβαση πώλησης για τα ίδια, κατά ποιότητα, τύπο και ποσότητα, ναυτιλιακά καύσιμα, που προορίζονταν για τον εφοδιασμό του ανωτέρω πλοίου, πλοιοκτησίας της εναγομένης, αντί τιμήματος, το οποίο θα προσδιοριζόταν (ανά μετρικό τόνο καυσίμου) στη συνέχεια με νεότερη μεταξύ τους συμφωνία, όπως αποδεικνύεται από το με επίκληση προσκομιζόμενο από 21.10.2014 (σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική από την αγγλική γλώσσα) έγγραφο της αγοράστριας εταιρίας "P...

S.A." προς την πωλήτρια - ενάγουσα, που απεστάλη διά ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, περί επιβεβαίωσης της αρχικά τηλεφωνικά διαβιβασθείσης προς αυτήν παραγγελίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, σε εκτέλεση της μεταξύ αυτής και της εταιρίας με την επωνυμία "P... S.A." καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης, κατά τα προεκτεθέντα, παρέδωσε στις 25.10.2014, διά του δεξαμενοπλοίου "Α...", στο ανωτέρω πλοίο, πλοιοκτησίας της εναγομένης, και ενώ αυτό βρισκόταν στη ράδα του λιμένος Πειραιώς, ποσότητα 819,020 μετρικών τόνων καυσίμου τύπου Fuel Oil IFO 380 CST, καθώς και ποσότητα 25,224 μετρικών τόνων καυσίμου τύπου Marine Gazoil 0,1% S, εκδοθέντων από την ίδια (την ενάγουσα) σχετικά δι' εκάστη ποσότητα των υπ'αριθμ. .../22.10.2014 και .../22.10.2014 αντίστοιχα δελτίων αποστολής, της παραλαβής των σ' αυτά αναγραφομένων ως παραδοθεισών στο πλοίο ποσοτήτων καυσίμων ουδόλως αμφισβητουμένης εν προκειμένω από την εναγόμενη.

Αποδείχθηκε επίσης ότι στην παραλαβή των πωληθέντων καυσίμων προέβη, την ίδια ημέρα (στις 25.10.2014) για λογαριασμό της εναγομένης, ο Α' μηχανικός του πλοίου V... (ον.) B. F. (επ.), ισπανικής υπηκοότητας, ο οποίος ήταν και αυτός που υπέγραψε επί των ανωτέρω δελτίων αποστολής, θέτοντας, επιπροσθέτως, τη σφραγίδα του πλοίου, κάτωθεν των ακόλουθων προδιατυπωμένων όρων, οι οποίοι έχουν τεθεί μονομερώς από την ενάγουσα, στην εμπρόσθια σελίδα των εγγράφων αυτών: "Ο υπογράφων δηλώνει ρητά και ανεπιφύλακτα ότι σποδέχεται τους όρους πώλησης, που αναγράφονται στο πίσω μέρος της σελίδας" και επίσης "Παρελήφθησαν σήμερα (έχει αναγραφεί χειρόγραφα η ημερομηνία 25.10.2014) οι πιο πάνω ποσότητες κατά βάρος και σε καλή κατάσταση για καύσιμα του πλοίου μου", οι οποίοι είναι διατυπωμένοι σε αμφότερες τις γλώσσες ελληνική και αγγλική (ακολουθεί η σφραγίδα του πλοίου και επ'αυτής η υπογραφή του ανωτέρω μέλους του πληρώματος).

Στην οπίσθια σελίδα των προαναφερθέντων δελτίων αποστολής περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ο ακόλουθος όρος, ο οποίος είναι επίσης διατυπωμένος στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα: ""Οι πλοιοκτήτες και/ή οι διαχειριστές και/ή οι ναυλωτές είναι από κοινού και μεμονωμένα υπεύθυνοι για την πληρωμή των καυσίμων, που παραδόθηκαν με το παρόν, και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμολογίου τα καύσιμα παραμένουν περιουσιακό στοιχείο του προμηθευτή...".

Επίσης στην αυτή σελίδα αναφέρεται ότι "επιπρόσθετα των παραπάνω ισχύουν όλοι οι υπόλοιποι γενικοί όροι της εταιρίας μας", δηλαδή της εκδότριας των δελτίων αποστολής - ενάγουσας, οι οποίοι, όμως, δεν αναγράφονται στα ανωτέρω δελτία αποστολής. Σ' αυτούς τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών και Πώλησης της ενάγουσας, στους οποίους τα εν λόγω δελτία αποστολής παραπέμπουν, περιλαμβάνεται και ο υπό στοιχεία 6.7 όρος, ο οποίος προσκομίζεται σε αποσπασματική μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, και σύμφωνα με τον οποίο: "Παραδόσεις Ναυτιλιακών Καυσίμων δε γίνονται μόνον επί πιστώσει της Αγοράστριας, αλλά και σε πίστη και για λογαριασμό του Πλοίου, το οποίο χρησιμοποιεί τα ναυτιλιακά καύσιμα και συμφωνείται ότι η Πωλήτρια θα διατηρεί και θα δύναται να επιβάλει προνόμιο κατά του Πλοίου αυτού για το τίμημα της πώλησης των ρηθέντων Ναυτιλιακών Καυσίμων, καθώς και για κάθε άλλο ποσό, το οποίο οφείλεται στην Πωλήτρια από την Αγοράστρια, το οποίο προκύπτει από την πώληση αυτή και την παράδοση των ρηθέντων Ναυτιλιακών Καυσίμων".

Αποδείχθηκε επίσης ότι στις 27.10.2014 η ενάγουσα εξέδωσε για την επίμαχη συναλλαγή το υπ'αριθμ. Ε 23622/27.10.2014 τιμολόγιο, συνολικού ποσού 407.314 δολλαρίων Η.Π.Α., που αφορά στην αξία των πωληθέντων καυσίμων (25,224 μετρικοί τόνοι καυσίμου τύπου Marine Gazoil 0,1% S X 750 δολλάρια Η.Π.Α. ανά μετρικό τόνο = 18.918 δολλάρια Η.Π.Α. + 819,020 μετρικοί τόνοι καυσίμου Fuel Oil IFO 380 CST X 473 δολλάρια Η.Π.Α.

ανά μετρικό τόνο = 387.396 δολλάρια Η.Π.Α.), πλέον του ποσού των 1.000 δολλαρίων Η.Π.Α., για τη χρήση της φορτηγίδας, πληρωτέου μέχρι την 4η.12.2014, σε χρέωση της αντισυμβαλλομένης της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "P... S.A.", αλλά και του πλοιάρχου και πλοιοκτητών/και/ή χειριστών και/ή διαχειριστών και/ή ναυλωτών του πλοίου, πλην όμως όλως γενικώς, χωρίς, δηλαδή, να κατονομάζονται σ' αυτήν συγκεκριμένα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, ως επιπλέον υπόχρεοι, εκτός από την ρητά αναφερόμενη αγοράστρια, για την καταβολή της αξίας των καυσίμων, και ιδίως δεν αναγράφηκε ως οφειλέτρια του ποσού και η εναγόμενη.

Σημειωτέον ότι μόνη η γενικόλογη αναφορά στο τιμολόγιο αυτό της πλοιοκτήτριας - μεταξύ άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων - υπό την ένδειξη "στοιχεία πελάτη", και μάλιστα μονομερώς από την ενάγουσα, και χωρίς αυτή να κατονομάζεται, αλλά ακόμη και στην περίπτωση, που κατονομαζόταν, δεν αρκεί, βέβαια, για να θεμελιώσει ευθύνη της (της εναγομένης) για την αποπληρωμή του οφειλομένου τιμήματος της μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "P...

S.A." καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης, στην οποία αυτή (η εναγόμενη) ουδόλως συμβλήθηκε κατά τα προεκτεθέντα. Με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι διά της υπογραφής των ανωτέρω δελτίων αποστολής, που περιέχουν τους προαναφερθέντες όρους, αλλά και παραπέμπουν στους γενικούς όρους, που διέπουν όλες τις πωλήσεις της, από τον πλοίαρχο του εν λόγω πλοίου, ο οποίος κατά νόμο εκπροσωπεί την πλοιοκτήτρια/ εναγόμενη, με αποτέλεσμα η τελευταία να ενέχεται για τις δικαιοπραξίες, τις οποίες αυτός επιχειρεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ τους σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη, υπό την συγκεκριμένη ιδιότητά της, ανέλαβε την αυτοτελή υποχρέωση να της καταβάλει το τίμημα της πώλησης, παρότι δε συμβλήθηκε μαζί της.

Πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι στην κρινόμενη περίπτωση τα ανωτέρω δελτία αποστολής δεν υπέγραψε ο πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου, όπως αβάσιμα αναφέρεται στην αγωγή, αλλά ο πρώτος μηχανικός αυτού V... (ον.) B. F. (επ.), κάτωθι της τεθείσας σφραγίδας του πλοίου, ο οποίος, στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί, επόπτευσε τη διαδικασία της πετρέλευσης, λόγω της ειδικότητάς του και των γνώσεων που διαθέτει, και διά της υπογραφής του βεβαίωσε το γεγονός της παραλαβής των αγορασθέντων καυσίμων, όπως σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας προκύπτει ιδίως, πέραν των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων της εναγομένης, οι οποίοι εξετάσθηκαν εις εξ αυτών στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και οι λοιποί τρεις εκτός δίκης ενώπιον Συμβολαιογράφου (άπαντες υπάλληλοι της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρίας), και κατηγορηματικά κατέθεσαν ότι οι επί των συγκεκριμένων δελτίων υπογραφές έχουν τεθεί από τον Α' μηχανικό του πλοίου, ως είθισται στη διεθνή ναυτιλία, αλλά, επιπροσθέτως, και από την αντιπαραβολή των υπογραφών, που έχουν τεθεί στα δελτία αυτά, με αυτήν στο προσκομιζόμενο από την ανωτέρω διάδικο αντίγραφο του διαβατηρίου του προαναφερθέντος, σύγκριση, που καταδεικνύει ότι και οι δύο υπογραφές έχουν προφανώς τεθεί από το ίδιο φυσικό πρόσωπο, καθώς οφθαλμοφανώς προσομοιάζουν σε σημαντικό βαθμό, και δεν αντικρούεται πειστικά από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, εξ αυτών, που εισφέρθηκαν στη δίκη, κυρίως από την ενάγουσα, η οποία, άλλωστε, φέρει και το δικονομικό βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής της.

Αποδείχθηκε επίσης ότι εν προκειμένω ο πρώτος μηχανικός του ανωτέρω πλοίου δια της υπογραφής των εν λόγω δελτίων αποστολής, στα οποία η ενάγουσα είχε μονομερώς περιλάβει τον προδιατυπωμένο όρο περί ευθύνης και του πλοιοκτήτη προς αποπληρωμή του τιμήματος της πώλησης των καυσίμων, ενεργώντας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του (άρθρου 66 του Β.Δ. 683/1960), βεβαίωσε αυτό ακριβώς το γεγονός της παράδοσης και παραλαβής της αγορασθείσης ποσότητας πετρελαίου και μόνο, για λογαριασμό της τελευταίας, αφού, παρασταθείς κατά τη διαδικασία της πετρέλευσης και της λήψης των δειγμάτων, ήλεγξε τα καύσιμα, με βάση και τις ειδικές γνώσεις, που διαθέτει λόγω της ιδιότητάς του, ώστε να εξασφαλίσει ότι παραδίδονται στο πλοίο τα συμφωνηθέντα από πλευράς ποιότητας και ποσότητας, όπως όφειλε, σε εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων, που απορρέουν από το νόμο και από τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, που είχε συνάψει με την εναγόμενη, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής αποκλειστικά και μόνο κατά την παραλαβή των πωληθέντων και για την παραλαβή αυτή, εντός των ορίων της περιορισμένης - με το προεκτεθέν περιεχόμενο - εξουσίας αντιπροσώπευσής της, χωρίς εκ του νόμου να έχει την εξουσία να την εκπροσωπεί, ως αντιπρόσωπός της, για την κατάρτιση συμβάσεων με τρίτους, ούτε, όμως, να του έχει χορηγηθεί, δυνάμει δικαιοπραξίας από όργανο που τη διοικεί, η εντολή και πληρεξουσιότητα να την δεσμεύει επί οιουδήποτε άλλου θέματος, ή εν προκειμένω χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως σχετική εξουσιοδότηση από τον πλοίαρχο, ο οποίος έχει εκ του νόμου αντιπροσωπευτική εξουσία για τη σύναψη δικαιοπραξιών για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας (άρθρο 84 του ΚΙΝΔ), για την ανάληψη της ανωτέρω ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής υποχρέωσης.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται ιδίως στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, άπαντες οι οποίοι κατέθεσαν με κατηγορηματικό τρόπο ότι ο Α' μηχανικός πράγματι παρευρίσκετο κατά την παράδοση των πωληθέντων καυσίμων, προκειμένου να προβεί σε καταμέτρηση της ποσότητάς τους, κατά το σύνηθες συμβαίνον στη διεθνή ναυτιλιακή πρακτική, ακολούθως δε ο ίδιος υπέγραψε τα δελτία αποστολής, μόνο για την πιστοποίηση της ποσότητας, που παραλήφθηκε, και μάλιστα χωρίς διατύπωση ουδεμίας αντίρρησης, εναντίωσης, διαμαρτυρίας, ή επιφύλαξης επ' αυτών, αφού διεπίστωσε ότι παραδόθηκαν τα συμφωνηθέντα, κατάθεση, που δεν αντικρούσθηκε από τη μάρτυρα απόδειξης, η οποία αντίθετα ρητά κατέθεσε ότι στη πλειονότητα των πλοίων τα καύσιμα παραλαμβάνονται από τους μηχανικούς, αλλά ότι "υπάρχει περίπτωση να παραλάβει ο καπετάνιος ή να παραλάβει ο μηχανικός και να πάει όλα τα έγγραφα στον καπετάνιο για σφραγίδα και υπογραφή", καθώς και στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Επομένως, η υπό τη σφραγίδα του πλοίου της εναγομένης υπογραφή του προαναφερόμενού Α' μηχανικού στα επίμαχα δελτία αποστολής, που εξέδωσε η ενάγουσα, αποδεικνύει μόνο την παράδοση και παραλαβή των πωληθεισών ποσοτήτων καυσίμων στο πλοίο, όπερ κατά νόμο ανάγεται στα καθήκοντα του Α' μηχανικού, και δεν έχει ως έννομη συνέπεια τη σύναψη μεταξύ τους σύμβασης, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση για την εκπλήρωση της οφειλής, που απορρέει από τη σύμβαση αγοραπωλησίας ναυτιλιακών καυσίμων, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη με την επωνυμία "P...

S.A.", όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επίσης απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά την κύρια βάση της (της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης), καθώς δέχθηκε ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση για την εκπλήρωση της οφειλής, που απορρέει από τη σύμβαση αγοραπωλησίας των παραδοθέντων σε πλοίο, πλοιοκτησίας της, ναυτιλιακών καυσίμων, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη με την επωνυμία "P...

S.A.", διότι τα περιέχοντα τον όρο περί ευθύνης και της πλοιοκτήτριας για την καταβολή του ποσού του τιμήματος δελτία αποστολής των πωληθέντων καυσίμων υπογράφηκαν, όχι από τον πλοίαρχο του πλοίου αυτού, αλλά από τον Α' μηχανικό του, ο οποίος δεν την εκπροσωπεί κατά νόμο, ούτε δυνάμει σχετικής εντολής και πληρεξουσιότητας από τον πλοίαρχο, και, συνεπώς, δεν τη δεσμεύει, διά της υπογραφής του για την ανάληψη της ανωτέρω, ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής υποχρέωσης, ει μη μόνον βεβαίωσε το γεγονός της παραλαβής των καυσίμων για λογαριασμό της, όπερ ανάγεται στα καθήκοντά του, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με την κρινόμενη έφεσή της απορριπτομένων ως αβασίμων, όπως και της έφεσης αυτής στο σύνολό της ...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμη κατά την κύρια βάση της. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με άλλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο προβληθείς για πρώτη φορά στο Εφετείο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί δέσμευσης της αναιρεσίβλητης από την υπογραφή του α` μηχανικού λόγω σιωπηρής ή φαινομένης πληρεξουσιότητας αυτού να την εκπροσωπεί νόμιμα και να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό της, ως συνιστών απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, κρίση που δεν προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση.

Με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 66 του β.δ. 683/1960, η οποία δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, αφού το ως άνω πλοίο δεν είναι επιβατηγό αλλά ούτε και ελληνικό και έτσι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο Α` μηχανικός του πλοίου είχε την περιορισμένη αρμοδιότητα και πληρεξουσιότητα να ελέγξει και να πιστοποιήσει μόνο την ποιότητα και ποσότητα των παραληφθέντων καυσίμων και όχι να υπογράψει τους περιεχόμενους στην επίμαχη απόδειξη παραλαβής καυσίμων όρους και τις συνομολογηθείσες με αυτούς συμβάσεις.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον είναι σαφές ότι οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καλύπτουν πλήρως το πραγματικό του εφαρμοζομένου στην ένδικη υπόθεση ελληνικού δικαίου και ειδικότερα των ως άνω διατάξεων των άρθρων 70 και 75 του β.δ. 806/1970 ως προς τα καθήκοντα και την ευθύνη του α` μηχανικού επί φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω, δεδομένου ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασης.

Επομένως, η εσφαλμένη μνεία, στη μείζονα πρόταση του συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, της ως άνω μη εφαρμοζόμενης στην ένδικη περίπτωση διάταξης του άρθρου 66 του β.δ. 683/1960, αντί των πράγματι εφαρμοζόμενων, ομοίου όμως περιεχομένου, διατάξεων των άρθρων 70 και 75 του β.δ. 806/1970, δεν επιδρά στο διατακτικό της, αφού η υπαγωγή στις διατάξεις αυτές απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης, και συνεπώς, ενόψει του ότι δεν υφίσταται σχετικό έννομο συμφέρον, δεν συντρέχει περίπτωση αντικατάστασης της πιο πάνω αιτιολογίας (άρθρ. 578 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, και υπό την εκδοχή ότι είναι εφαρμοστέο το ΒΔ 683/1960, και πάλι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του εν λόγω ΒΔ, δεχόμενη ότι με βάση αυτές ο Α' μηχανικός δεν θα μπορούσε να δεσμεύσει συμβατικά την πλοιοκτήτρια δια της υπογραφής των επίμαχων δελτίων αποστολής, καθόσον υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών και δη του άρθρου 1 παρ. 2 δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο Α' μηχανικός θα μπορούσε κατ' εξουσιοδότηση του πλοιάρχου να δεσμεύσει συμβατικά την πλοιοκτήτρια και να αναλάβει για λογαριασμό της την αγωγική υποχρέωση πληρωμής της αξίας των παραδοθέντων στο πλοίο καυσίμων.

Κατά το σκέλος αυτό ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον αφενός μεν εν προκειμένω δεν τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τις αρμοδιότητες του Α' μηχανικού οι διατάξεις του ΒΔ 683/1960, αλλά οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΒΔ 806/1970, αφετέρου δε και σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δέχθηκε ότι ο Α' μηχανικός δεν θα μπορούσε γενικά να δεσμεύσει συμβατικά την πλοιοκτήτρια δια της υπογραφής των επίμαχων δελτίων αποστολής, αλλά, αντίθετα, δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε λάβει προηγουμένως σχετική εξουσιοδότηση από τον πλοίαρχο, ο οποίος έχει εκ του νόμου αντιπροσωπευτική εξουσία για τη σύναψη δικαιοπραξιών για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας, για την ανάληψη της ανωτέρω ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής υποχρέωσης.

Σε κάθε, τέλος, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, διότι με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο Α' μηχανικός του πλοίου της αναιρεσίβλητης, στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, επόπτευσε τη διαδικασία της πετρέλευσης και διά της υπογραφής του βεβαίωσε το γεγονός της παραλαβής των αγορασθέντων καυσίμων και μόνο, χωρίς εκ του νόμου να έχει την εξουσία να εκπροσωπεί την αναιρεσίβλητη, ως αντιπρόσωπός της, για την κατάρτιση συμβάσεων με τρίτους, ούτε, όμως, να του έχει χορηγηθεί, δυνάμει δικαιοπραξίας από όργανο που τη διοικεί, η εντολή και πληρεξουσιότητα να την δεσμεύει επί οιουδήποτε άλλου θέματος και, εν προκειμένω, χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως σχετική εξουσιοδότηση από τον πλοίαρχο, ο οποίος έχει εκ του νόμου αντιπροσωπευτική εξουσία για τη σύναψη δικαιοπραξιών για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας, για την ανάληψη της ανωτέρω ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής υποχρέωσης, δεν συνέτρεχε περίπτωση συμβατικής δέσμευσης της αναιρεσίβλητης με μόνη την υπογραφή του Α' μηχανικού του πλοίου στα επίμαχα δελτία αποστολής, ώστε να υποχρεούται αυτή στην πληρωμή του τιμήματος της πώλησης των παραδοθέντων στο πλοίο καυσίμων.

Όπως δε προεκτέθηκε, με άλλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο προβληθείς για πρώτη φορά στο Εφετείο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί δέσμευσης της αναιρεσίβλητης από την υπογραφή του α` μηχανικού λόγω σιωπηρής ή φαινομένης πληρεξουσιότητας αυτού να την εκπροσωπεί νόμιμα και να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό της.

Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας "Ε… ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 581/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ