Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling evidence evaluation not required in specific detail.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a security guard's employment contract dispute. The appellant argued the Court of Appeal failed to consider specific documentary evidence submitted, but the court found this claim unfounded. The court ruled that while the lower court must consider all evidence, it is not required to provide a specific evaluation for each item, and the appellant failed to demonstrate how the alleged omission affected the final verdict.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 335-340 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible unless the appellant proves the unconsidered fact was essential to the outcome and the lower court's general assessment renders the evidence's consideration certain.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1605 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1605/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Ντάβου, ορισθείσας με την 113/23-9-2016 πράξη παροχής νομικής βοήθειας του προέδρου του Αρείου Πάγου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "
... Ανώνυμη Εταιρία - Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας" και το διακριτικό τίτλο "... SA", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταμάτη Τερεζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-10-2009, 14-12-2009, 9-12-2009 τρεις αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1522/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5521/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2015 αίτησή του και τους από 24-3-2017 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 13-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 12-10-2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε ως φύλακας στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία που ασκεί επιχείρηση παροχής υπηρεσιών φύλαξης, από 3-7-2006 έως 13-7-2009, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση καταβάλλοντας ελλιπή τη νόμιμη αποζημίωση και ασκώντας καταχρηστικά το σχετικό δικαίωμά της, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διασίματος από 14-7-2009 έως 13-7-2010 το συνολικό ποσό των 33.932,31 ευρώ, νομιμοτόκως.
Ακολούθως, ο ενάγων, με την από 14-12-2009 νεότερη αγωγή ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, παραιτούμενος του δικογράφου της προηγούμενης ως προς το κονδύλιο των αποδοχών υπερημερίας, ζήτησε αφ' ενός να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διασίματος από 14-7-2009 έως 8-12-2010 το ποσό των 40.000 ευρώ και αφ' ετέρου να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει για την ίδια αιτία, επί πλέον, 29.343,88 ευρώ, νομιμοτόκως.
Τέλος, ο ενάγων, με την από 9-12-2009 τρίτη αγωγή ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του η εναγόμενη του είχε καταβάλει αποδοχές υπολειπόμενες των νομίμων, διότι δεν είχε συνυπολογίσει τη 12ετή προϋπηρεσία του, την εργασία του κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες πέραν του νομίμου ωραρίου και τη μη χορήγηση της προσήκουσας εβδομαδιαίας ανάπαυσης, της κανονικής άδειας για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 και τα αντίστοιχα επιδόματα άδειας, ζήτησε, μεταξύ άλλων, αφ' ενός να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 50.000 ευρώ και αφ' ετέρου να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει για την ίδια αιτία, επί πλέον, 81.338,60 ευρώ.
Επί των εν λόγω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 1522/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτές έγιναν εν μέρει δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες και, μεταξύ άλλων, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας λόγω μη πλήρους καταβολής της νομίμου αποζημιώσεως, υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα ως μισθούς υπερημερίας το ποσό των 32.057,96 ευρώ και ως διαφορές αποδοχών για παράνομη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και για νυκτερινή εργασία το ποσό των 29.686,76 ευρώ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της για καταβολή αποζημίωσης για παράνομη υπερωριακή απασχόληση ύψους 32.247,22 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως του πρωτοδικείου, οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 5521/ 2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτές έγιναν δεκτές, η τότε εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίσθηκε και οι τρεις αγωγές συνεκδικάσθηκαν εκ νέου. Κατόπιν, οι αγωγές έγιναν και πάλι εν μέρει δεκτές, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 26.236.38 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 14-7-2009 έως 8-12-2010 και το ποσό των 17.780,05 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 3-7-2006 έως 13-7-2009, νομιμοτόκως.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 679, 653 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 υπ' αριθ. 95/49 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 3 παρ.1 και 3 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 και 17 του ν. 4504/1966, 5 παρ.2 του ν. 133/1975, 1 παρ.1 του ν. 435/ 1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και του άρθρου 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας.
Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία, η αμοιβή για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και τις αργίες (ΑΠ 1411/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, τα δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ' όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση και είναι για το δώρο Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Εάν, όμως, η εργασιακή σχέση διήρκεσε μικρότερο χρονικό διάστημα μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται ως δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/5 του μηνιαίου μισθού (ή 2 ημερομίσθια, ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής) για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως και ως δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/5 του μισού μηνιαίου μισθού (ή 1 ημερομίσθιο, αντίστοιχα) για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως.
Για διαστήματα μικρότερα του 19ημέρου ή του 8ημέρου καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα (ΑΠ 1425/2008).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στην έννοια του οποίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην παραμένουν αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Στην απόφαση είναι απαραίτητο να εκτίθεται, με σαφήνεια και πληρότητα, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι το γιατί το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι κάποιο ουσιώδες περιστατικό αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα δε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης και δεν ελέγχονται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1009/2010).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη ως προς την έρευνα των αναιρετικών λόγων: Ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, την 3-7-2006, προσέλαβε τον ενάγοντα, που είχε την κατά νόμο άδεια εργασίας, με σύμβαση αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως στατικός φύλακας στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφάλειας που ασκεί, αντί των αποδοχών που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ.
Ότι ο ενάγων είχε την υποχρέωση να εργάζεται πέντε ημέρες την εβδομάδα με πλήρες εναλλασσόμενο ωράριο (πρωί, απόγευμα, νύκτα), σύμφωνα με το πρόγραμμα που εξέδιδε η εναγόμενη και θεωρείτο από την αρμόδια αρχή. Ότι κατά την πρόσληψή του, αρχικώς, ο ενάγων ανέφερε στον αρμόδιο υπάλληλο ότι είχε προϋπηρεσία άνω των 12 ετών στον κλάδο παροχής ιδιωτικών υπηρεσιών ασφάλειας.
Ότι ο υπάλληλος του συνέστησε να αποσιωπήσει την προϋπηρεσία αυτή, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η πρόσληψή του. Ότι, κατόπιν αυτού, ο ενάγων ανέγραψε στην αίτηση πρόσληψης ότι δεν έχει προϋπηρεσία και βεβαίωσε υπεύθυνα την αλήθεια του περιεχομένου της. Ότι, παρά ταύτα, η προϋπηρεσία του ενάγοντος προέκυπτε και από την άδεια εργασίας σε συνδυασμό με τα βιβλιάρια ενσήμων, τα οποία κατά την πρόσληψή του κατέθεσε σε άλλη υπάλληλο της εναγόμενης.
Ότι κατά το διάστημα της απασχόλησής του η εναγόμενη δεν λάμβανε υπ' όψη την προϋπηρεσία του ενάγοντος κατά την εκκαθάριση των αποδοχών του. Ότι ο ενάγων, αν και είχε την υποχρέωση να εργάζεται σύμφωνα με το θεωρημένο πρόγραμμα εργασίας, σε συνεννόηση με τους συναδέλφους του που φύλασσαν τις εγκαταστάσεις του ίδιου πελάτη της εναγόμενης και προς διευκόλυνση αυτών των ιδίων, μετέβαλαν το ωράριο του Σαββάτου, της Κυριακής και των λοιπών αργιών από τρεις σε δύο βάρδιες.
Ότι, επίσης, μετέβαλαν το πρόγραμμα των καθημερινών, μειώνοντας το απογευματινό ωράριο σε επτά ώρες (από 16:00 έως 23:00) και αυξάνοντας το νυκτερινό σε εννέα ώρες (από 23:00 έως 08:00). Ότι για τις μεταβολές αυτές όχι μόνο δεν υπήρξε εντολή της εναγόμενης, αλλά ούτε και απλή ενημέρωση αυτής, ούτε από τον ενάγοντα ή τους συναδέλφους του ούτε από τους επόπτες της εργασίας τους, από τους οποίους οι μεταβολές δεν έγιναν αντιληπτές.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι κατά τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος θα έπρεπε μεν να ληφθεί υπ' όψη η προϋπηρεσία του, όχι, όμως, και η αυτόβουλη απασχόλησή του σε ημέρες ή ώρες εκτός ή πέραν του από την εναγόμενη καθορισμένου προγράμματος εργασίας. Κατόπιν, το εφετείο δέχθηκε ότι, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως και της μη πραγματικής απασχόλησης του ενάγοντος από την εναγόμενη μετά την 13-7-2009, η τελευταία οφείλει σ' αυτόν τις νόμιμες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 14-7-2009 έως 8-12-2010 (όπως είχε καθορισθεί με τη νεότερη αγωγή).
Ως προς το δώρο Πάσχα, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας του έτους 2009, όμως, έκρινε ότι είχαν ήδη καταβληθεί παράλληλα προς την καταβολή των αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 13-7-2009. Γι' αυτό και για το χρονικό διάστημα από 14-7-2009 έως 31-12-2009 επιδίκασε μόνο τις αποδοχές πέντε μηνών και δεκαπέντε ημερών και το δώρο Χριστουγέννων.
Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 8-12-2010 επιδίκασε τις αποδοχές ένδεκα μηνών και οκτώ ημερών, το δώρο Πάσχα, τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας και την αναλογία του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2010. Και, τέλος, επιδίκασε τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών, όπως προέκυπταν με το συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας του ενάγοντος σύμφωνα με τους όρους της από 24-8-2004 ΣΣΕ για την αμοιβή των εργαζόμενων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφάλειας όλης της Χώρας, που είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με την ΥΑ 11869/26-6-2007 (ΦΕΚ Β' 1190/ 12-7-2007), με όλες τις προσαυξήσεις που δικαιούταν σύμφωνα με το εγκεκριμένο πρόγραμμα, αλλά χωρίς την αυτοβούλως παρασχεθείσα εργασία εκτός του προγράμματος αυτού.
5. Με τις κρίσεις αυτές, το εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες ουδόλως παραβίασε με τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό του συλλογισμό επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες (με εκτενείς και ορθούς μαθηματικούς υπολογισμούς) που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων σχετικά με την επιδίκαση ή μη (κατά περίπτωση) των ως άνω αποδοχών. Επομένως, τα περί του αντιθέτου συλλήβδην αναφερόμενα στο κεφάλαιο περί αναιρετικών λόγων (χωρίς ιδιαίτερο διαχωρισμό ή αρίθμηση), το οποίο χωρίς ιδιαίτερη σαφήνεια εντοπίζεται από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα στις σελίδες 31 έως 39 της αιτήσεως αναιρέσεως (που έχει συνολική έκταση 176 σελίδων), με τα οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 ή, άλλως, αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Με το υπόλοιπο περιεχόμενο των λόγων αυτών και του συνόλου της αιτήσεως πλήττονται, υπό την επίφαση αναιρετικών πλημμελειών, οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ.
ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Ειδικότερα, ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει σ' αυτό διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το αληθές περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/2013).
Στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων, μεταξύ των άλλων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια με τον ισχυρισμό ότι το εφετείο παραμόρφωσε τα προγράμματα εργασίας, τα οποία εξέδιδε η αναιρεσίβλητη. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο ουδόλως προσδιορίζεται ούτε το περιεχόμενο των προγραμμάτων αυτών ούτε το διαγνωστικό σφάλμα του εφετείου κατά την ανάγνωσή τους.
Αλλά και πέραν τούτου, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές προκύπτει (χωρίς ο αναιρεσείων με την αίτηση να ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό), το εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως την αρνητική διάγνωση του δικαιώματος του ενάγοντος να λάβει προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις για εργασία πέραν των προγραμμάτων αυτών, από τη συνεκτίμηση όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και κυρίως των μαρτύρων, από τα οποία πρόεκυψε ότι η επί πλέον εργασία είχε παρασχεθεί αυτοβούλως και προς διευκόλυνση των ίδιων των εργαζόμενων.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προτεινόμενοι στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις ή αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Ακόμη, "πράγμα" δεν συνιστά ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ως τυπικά ή ουσιαστικά αβάσιμο ή όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με το φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, όταν δηλαδή κατ' αποτέλεσμα τον απορρίπτει ως αβάσιμο (ΑΠ 1721/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, μεταξύ των άλλων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια με τον ισχυρισμό ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του για παρασχεθείσα, πρόσθετη νυκτερινή εργασία. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές, όμως, προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, που συγκροτούσε αυτοτελές κονδύλιο της αγωγής, τον έκανε εν μέρει δεκτό και τον απέρριψε ρητώς ως προς το υπόλοιπο μέρος, κατά το οποίο αναφερόταν σε νυκτερινή εργασία την οποία ο ενάγων είχε προσφέρει μεταβάλλοντας αυθαίρετα το ωράριο προς διευκόλυνση αυτού και των συναδέλφων του.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρόσθετους λόγους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη 81 φωτογραφίες, δελτίο συμβάντων της Αμέσου Δράσεως, λίστα κτιρίων και χώρων φύλαξης από την αναιρεσίβλητη, λίστα της ΑΔΕΔΥ για απεργιακές κινητοποιήσεις, λίστα δρομολογίων μέσων μαζικής μεταφοράς και καταγγελία στο ΣΕΠΕ, ήτοι έγγραφα τα οποία αυτός είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει.
Πέραν, όμως, του ότι από τη γενική διαβεβαίωση του εφετείου, περί του ότι συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών εγγράφων, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών του, δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς το ότι τα έγγραφα αυτά έχουν ληφθεί υπόψη, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι σ' αυτούς ουδόλως προσδιορίζεται τι επί πλέον θα αποδεικνυόταν από τα έγγραφα αυτά και πώς το αποδεικνυόμενο θα επηρέαζε το τελικό επί των πραγμάτων πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας.
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος κύριος ή πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 5521/ 2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ