1605/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1605/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1605 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1605/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Πολυχρονιάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 24/4/2017 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2011 αγωγή του Χ. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2655/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3906/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2016 αίτησή του και η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 6/12/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." ζήτησε την παραδοχή της από 6/12/2016 αίτησή της και την απόρριψη της από 28/6/2016 αίτησης του αντιδίκου της καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 ΚΠολΔ, που μνημονεύει ως εφαρμοστέα στη διαδικασία της αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, τη διάταξη του άρθρου 246, όχι δε και αυτήν του 1 άρθρου 247 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή κατ' αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, να διατάξει την ένωση και την συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών που εκκρεμούν ενώπιον του μεταξύ των ίδιων ή διαφορετικών διαδίκων, εάν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά της υπ' αριθμόν 3906/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν: α) η από 28-6 με αριθμό κατάθεσης 569/30-6-2016 αίτηση αναίρεσης από τον εκκαλούντα (ενάγοντα)και β) η από 6-12-2016 με αριθμό κατάθεσης 1007/6-12-2016 αίτηση αναίρεσης από την εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα (εναγομένη). Οι αναιρέσεις αυτές, η δεύτερη των οποίων ασκήθηκε από τον νικήσαντα διάδικο, που επικαλείται έννομο για άσκηση της συμφέρον, για την περίπτωση που γίνει δεκτή η ως άνω αναίρεση του αντιδίκου της, καθόσον απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη η παραδεκτώς ασκηθείσα από αυτήν με την αντέφεσή της ένστασή της περί λύσεως της μεταξύ αυτής και του αντιδίκου της σύμβασης εργασίας με έγγραφη καταγγελία και καταβολή της αποζημίωσης και αποσβέσεως του αγωγικού του δικαιώματος του ενάγοντος - ανεφεσιβλήτου προς ακύρωση της καταγγελίας λόγω παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας προς προσβολή της, είναι συναφείς, ασκήθηκαν δε νομοτύπως και εμπροθέσμως, αφού δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης από τα έγγραφα της δικογραφίας ούτε άλλωστε γίνεται επίκληση επίδοσης αυτής, και πρέπει να συνεκδικασθούν καθόσον συντρέχουν προς τούτο, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις.
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόδου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Εξ άλλου, σύμφωνα με την ΑΙΒ/8577/1983 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 526/8.9.1983) η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940 άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 "Υγειονομικός έλεγχος είναι η Λεπτομερής εξέταση από τις αρμόδιες Υγειονομικές Υπηρεσίες των τροφίμων γενικής ή φυτικής προελεύσεως και των ποτών, καθώς και των χώρων και των εγκαταστάσεων, που παρουσιάζουν υγειονομικό ενδιαφέρον, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο άρθρο 2, για να διαπιστωθούν τυχόν δυσμενείς επιδράσεις στη δημόσια Υγεία και το περιβάλλον γενικότερα. Σκοπός του Υγειονομικού ελέγχου είναι η προστασία Δημόσιας Υγείας. Αναλυτικά ο Υγειονομικός έλεγχος ασκείται τακτικά ή έκτακτα, πλην τροφίμων και ποτών και: Στους χώρους και στα μέσα παραγωγής, επεξεργασίας, βιομηχανοποιήσεως, εμπορίας, διακινήσεως, αποθηκεύσεως, συντηρήσεως, πωλήσεως καταναλώσεως τροφίμων και ποτών. Στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους υγιεινής των εργοστασίων γενικά... Στα υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματα...Στον τρόπο και στα μέσα συλλογής και αποκομιδής των απορριμμάτων...". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 της ίδιας αποφάσεως Α1Β/8577/1983, όπως αντικαταστάθηκε ήδη από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β7
11-11-92)," Όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντας, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του, πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόληση του (παρ. 1).
Το ανωτέρω βιβλιάριο Υγείας εκδίδεται από την οικεία Υγειονομική Υπηρεσία (παρ. 2). Για την απόκτηση του οι εργαζόμενοι σε καταστήματα ή εργαστήρια ή εργοστάσια υγειονομικού ενδιαφέροντος υποβάλλονται υποχρεωτικά σε ιατρική κλινική εξέταση... (παρ. 4). Το βιβλιάριο Υγείας θεωρείται αφού συμπληρωθούν πέντε έτη από την ημερομηνία εκδόσεως του ή της τελευταίας θεωρήσεως του (παρ. 8).
Η αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία τηρεί Ειδικό Μητρώο κατόχων βιβλιαρίων Υγείας στο οποίο καταχωρούνται πλην των άλλων απαραιτήτων στοιχείων και οι ημερομηνίες εκδόσεως και θεωρήσεως των βιβλιαρίων (παρ. 7). Το βιβλιάριο Υγείας κρατείται ενημερωμένο από τον κάτοχο και επιδεικνύεται, όταν ζητείται στα αρμόδια Όργανα Υγειονομικού και στη Διεύθυνση της επιχείρησης που απασχολείται ο εργαζόμενος (παρ. 10)".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 3, 174, 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι: 1) η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρηση του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας των εργαζομένων, 2) με βιβλιάρια υγείας πρέπει να είναι εφοδιασμένοι και οι απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού "ενδιαφέροντος και όχι μόνον οι εργαζόμενοι σ' αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και 3) με τα βιβλιάρια αυτά πρέπει να εφοδιάζονται όσοι ασκούν περαιτέρω από την ίδια διάταξη σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της άσκησης των αξιώσεων του μισθωτού, που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι η εγκυρότητα της τελευταίας, διότι σε περίπτωση άκυρης σύμβασης ο εργοδότης, αν παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται να καταβάλει μισθούς υπερημερίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: " Με την υπ' αρ 515/24-6-2004 απόφαση της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής του άρθρου 9 του Ν. 2643/1993. Η Αττικής, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη εταιρεία με το υπ' αριθμ. 1989/22-7-2004 έγγραφο της, ο ενάγων, προστατευόμενος του νόμου αυτού, ως τέκνο αγωνιστή Εθνικές Αντίστασης τοποθετήθηκε στην εναγόμενη εταιρεία προκειμένου να εργασθεί σ αυτήν ως εργάτης στην Διεύθυνση Παραγωγής.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, συνήφθη την 16-8-2004 μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας, νομίμως εκπροσωπούμενης, και του ενάγοντας, αναγκαστικά, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Έκτοτε πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη ως εργάτης στην αποθήκη υλικών συσκευασίας της τελευταίας, όπου αποθηκεύονται σε χαρτοκιβώτιο τα κενά κύπελλα γιαουρτιού, πριν χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή.
Η εναγόμενη εταιρεία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων και ειδών ζαχαροπλαστικής και σοκολατοποιίας. Την 14-8-2007 και ενώ ο ενάγων εργαζόταν μαζί με άλλους συνάδελφους του στην αποθήκη υλικών συσκευασίας της εναγόμενης όπου, κατά τα προαναφερόμενα, αποθηκεύονται τα κενά κύπελλα γιαουρτιού σε χαρτοκιβώτια πριν χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή, ούρησε εντός του χώρου αυτού, γεγονός που έγινε αντιληπτό από τους συναδέλφους του, οι οποίοι και το κατήγγειλαν στην Διεύθυνση της εναγόμενης.
Για το λόγο αυτό, η τελευταία την 28-8-2007 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, επικαλούμενη σοβαρή παράβαση κανόνων υγιεινής και ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους του και του κατέβαλε την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του...... Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ακόμη ότι η εμπορική δραστηριότητα της εναγομένης εμπίπτει στην έννοια της επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος "αφού αυτή είναι ενταγμένη στην διατροφική αλυσίδα και σ αυτήν παρασκευάζονται βασικά είδη διατροφής, όπως γιαούρτια, γάλατα, τυριά κλπ, Τα άνω προϊόντα παρασκευάζονται και κυκλοφορούν περαιτέρω για την ικανοποίηση των διατροφικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν στην αποθήκη της εναγόμενης στη συσκευασία γιαουρτιών και έπρεπε να είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο .υγείας, έστω και αν δεν ερχόταν σε άμεση επαφή με το καταναλωτικό κοινό, έστω και αν αυτός ήταν υγιής. Επομένως, αφού ο ενάγων, δεν κατείχε, όπως συνομολογείται, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του, το από την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση προβλεπόμενο βιβλιάριο υγείας, η σύμβαση εργασίας του, ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη νόμου , είναι άκυρη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), ......" Με τις παραδοχές δε αυτές το εφετείο έκρινε ότι η εναγομένη δεν υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας, που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Και τούτο γιατί η εναγομένη εταιρεία (βιομηχανία επεξεργασίας γάλακτος) ανέθεσε στον ενάγοντα εργασία υγειονομικού ενδιαφέροντος, για την οποία απαιτείται ο εφοδιασμός της τελευταίας με βιβλιάριο υγείας, ενόψει του ότι το εργοστάσιο της εναγομένης ήταν υγειονομικού ενδιαφέροντος, αφού αυτή, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, δραστηριοποιείτο στην παραγωγή και εμπορία γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων, τα οποία παρασκευάζονται και πωλούνται στο καταναλωτικό κοινό για τις εργασίες χειριστή τροφίμων ή ποτών είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι, είτε ως εργάτες, είτε ως βοηθοί, ή απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχουν τις υπηρεσίες προς το κοινό και έρχονται, έτσι σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα ή ποτά ή με καταναλωτή τούτων ή με τον χρήστη των υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει κίνδυνος μεταδόσεως των νοσημάτων από τα οποία τυχόν πάσχουν ή των μικροβίων, των ιών και των παρασίτων, των οποίων είναι φορείς. 4) Για την απόκτηση του, οι εργαζόμενοι σε καταστήματα ή εργαστήρια ή εργοστάσια υγειονομικού ενδιαφέροντος υποβάλλονται υποχρεωτικά σε ιατρική κλινική εξέταση Σημειώνεται ότι η γενόμενη σύβαση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου που δεν είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας ή που είναι εφοδιασμένος αλλά παρέλειψε να το θεωρήσει έχει κριθεί ότι είναι άκυρη με τη με αριθμό 192/1962 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Η ακυρότητα αυτή ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο επειδή αφορά τη δημόσια τάξη και το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 656 του Α.Κ. ο εργοδότης έχει υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να καταβάλει στο μισθωτό όλες τις απολαβές που θα έπρεπε να του καταβάλλει κατά το ίδιο διάστημα σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία διατροφικές του ανάγκες.
Ο δε ενάγων συμμετείχε στην διαδικασία παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων με την ιδιότητα του εργάτη στην αποθήκη υλικών συσκευασίας, αποθηκεύοντας τα κενά κύπελλα γιαουρτιού σε χαρτοκιβώτια, πριν αυτά χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή από άλλους εργαζόμενους και συνεπώς υπήρχε κίνδυνος μετάδοσης νοσημάτων.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση και ως εκ τούτου οι δύο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν.
3.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 55.9 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 2/2001). Ως νόμιμη επαναφορά νοείται η σαφής και ορισμένη αναφορά με τις προτάσεις του εφετείου σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή σε συγκεκριμένα μέρη των (επαναφερομένων) προτάσεων του πρωτοδικείου, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα και το περιεχόμενο των επαναφερομένων ισχυρισμών, και όχι η απλή και γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις και η αυτούσια ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις τού εφετείου.
Αντίθετα δεν θεωρούνται "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά, και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολομ. Α.Π. 3/197). Ενόψει όλων αυτών είναι απαράδεκτοι οι τρίτος και πέμπτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ καθόσον με τη με αυτούς επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από την ως άνω διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ γίνεται εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που αφορά την έλλειψη του βιβλιαρίου υγείας στο πρόσωπο του ενάγοντος-αναιρεσείοντος.
4.-Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη έχει αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, του εγκύρου ή μη της από 16-8-2004 αναγκαστικής σύμβασης εργασίας του με την αναιρεσίβλητη καθόσον δέχεται ταυτοχρόνως ότι η από 28-8-2007 καταγγελία της από 14 2004 σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη και θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη και ότι από 14-8-2004 αναγκαστική σύμβαση εργασίας του είναι άκυρη επειδή δεν κατείχε, δήθεν ( βιβλιάριο υγείας καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθόσον η επικαλούμενη παραδοχή του εφετείου ότι η από 28-8-2007 καταγγελία της από 14-8-2004 σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη και θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη και ότι η από 14-8-2007 αναγκαστική σύμβαση εργασίας του είναι άκυρη επειδή δεν κατείχε, δήθεν βιβλιάριο υγείας καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του, δεν ενέχει αντιφατική αιτιολογία διότι η από 28-8-2007 καταγγελία -από 18-4-2004 σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κρίθηκε άκυρη και θεωρήθηκε ως μηδέποτε γενομένη κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 εδ.
γ του ν. 2643/1998, επειδή, όπως προκύπτει από τη σχετική παραδοχή του εφετείου, για το έγκυρο της απόλυσης μισθωτού που τοποθετήθηκε αναγκαστικά με τις διατάξεις του ν. 2643/1998, ως ο αναιρεσείων, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 εδ. γ του νόμου αυτού, απαιτεί να προηγηθεί θετική απόφαση της επιτροπής του άρθρου 9 του ιδίου ως άνω νόμου ή του Διοικητικού πρωτοδικείου άλλως η καταγγελία είναι άκυρη και στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε προηγηθεί της ως άνω καταγγελίας σχετική έγκριση της επιτροπής.
Η ακυρότητα δε αυτή της καταγγελίας της από 14-8-2004 σύμβασης εργασίας που δέχθηκε το εφετείο δεν ενέχει αντίφαση με την περαιτέρω παραδοχή του ότι η από 14-8-2004 αναγκαστική σύμβαση εργασίας του είναι άκυρη επειδή δεν κατείχε βιβλιάριο υγείας καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του καθόσον εξ άλλης αιτίας δέχθηκε τούτο, χωρίς να υπάρχει αντιφατική αιτιολογία, και ειδικότερα με την ακόλουθη παραδοχή: "...Στη συνέχεια υπέβαλε (εναγομένη) στην πρωτοβάθμια επιτροπή του άρθρου 9 του Ν. 2643/1998 την υπ' αριθμ.
πρωτ. 1265/30-8- 2007 αίτηση της, με την οποία ζήτησε την παροχή έγκρισης κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ του Ν. 2643/1998 για καταγγελία της αναγκαστικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Η Πρωτοβάθμια Επιτροπή με την υπ' αριθμ. 1378/12-11-2007 απόφασή της απέρριψε την ως άνω αίτηση της εναγόμενης, για το λόγο ότι αυτή (ανωτέρω πρωτοβάθμια επιτροπή) δεν είχε αρμοδιότητα να προβεί στην εκ των υστέρων έγκριση της ήδη γενομένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.
Ακολούθως, η εναγόμενη άσκησε προσφυγή, κατά της ανωτέρω απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν. 2643/1998, η οποία απορρίφθηκε με την από 23-9-2011 απόφαση της και επικυρώθηκε η προαναφερθείσα απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, για να προβεί η εναγομένη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έπρεπε να ζητήσει και να λάβει την άδεια της Επιτροπής του άρθρου 9 του Ν. 2643/1998. Τέτοια άδεια η Εναγομένη, όπως η ίδια συνομολογεί, ούτε ζήτησε, ούτε έλαβε πριν από την καταγγελία.
Αντίθετα, αυτή (εναγομένη) πρώτα κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του ως άνω αναγκαστικώς τοποθετηθέντος ενάγοντος και εν συνεχεία, κατά τα προεκτεθέντα, υπέβαλε την αίτηση της στην πρωτοβάθμια επιτροπή του άρθρου 9 του ν.2643/1998 για να λάβει τη σχετική έγκριση για λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.
Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εναγόμενη με το σχετικό λόγο αντέφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Αφού λοιπόν, όπως ήδη αναφέρθηκε, η πιο πάνω απόλυση του ενάγοντος που έγινε την 28-8-2007 θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη, η εναγομένη περιήλθε κατ' αρχήν έκτοτε σε κατάσταση υπερημερίας, με αποτέλεσμα να οφείλει, κατ' αρχήν σ' αυτόν από την απόλυση του, την 28.8.2007 μέχρι την 30-11-2011 τους αιτουμένους με την αγωγή του μισθούς υπερημερίας.
Όμως, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη εταιρεία δραστηριοποιείται στην παραγωγή εμπορία γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων και επομένως η επιχείρηση αυτής εμπίπτει πράγματι στην έννοια της από την προαναφερθεί σα υπουργική απόφαση μνημονευομένης επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος, αφού αυτή είναι ενταγμένη στην διατροφική αλυσίδα και σ' αυτήν παρασκευάζονται βασικά είδη διατροφής, όπως γιαούρτια γάλατα, τυριά κλπ.
Τα άνω προϊόντα παρασκευάζονται και κυκλοφορούν περαιτέρω για την ικανοποίηση των διατροφικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν στην αποθήκη της εναγομένης στη συσκευασία γιαουρτιών και έπρεπε να είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, έστω και αν δεν ερχόταν σε άμεση επαφή με το καταναλωτικό κοινό, έστω και αν αυτός ήταν υγιής.
Επομένως, αφού ο ενάγων, δεν κατείχε, όπως συνομολογείται, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του, το από την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση προβλεπόμενο βιβλιάριο υγείας, η σύμβαση εργασίας του, ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη νόμου, είναι άκυρη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), ενώ η εναγομένη δεν είχε, σε κάθε περίπτωση, υποχρέωση να τον ενημερώσει σχετικώς, ήτοι περί εφοδιασμού βιβλιαρίου υγείας και ως εκ τούτου, τελικά, δεν υποχρεούται αυτή (εναγομένη) να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς το κεφάλαιο της καταβολής μισθών υπερημερίας, που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων - εκκαλών με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης κρίνονται απορριπτέα αβάσιμα......
5.- Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του -άρθρου 2 ντου α. ν 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν.133/1956 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση (εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζόμενους, αλλά και από το ότι αντιθέτως στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή εργασιακή σχέση.
Συνεπώς, και περίπτωση και σε περίπτωση άκυρης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου - όχι εκ των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού- τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς κα επιδόματα δώρα εορτών. (Α.Π. 13/2015, Α.Π. 948/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα (με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κρίθηκε άκυρη, για το λόγο ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του, εστερείτο του προβλεπόμενου από το νόμο (Υ.Α) βιβλιαρίου υγείας.
Με τον λόγο της έφεσής του ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι, ακόμη και με την εκδοχή ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη, αυτός εδικαιούτο τα επιδόματα και τις αποδοχές αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών, για το χρονικό διάστημα από 28-8-2007 έως 30-11-2011, που, κατά τους ισχυρισμούς του, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του.
Ο λόγος αυτός κρίθηκε από το εφετείο απορριπτέος επειδή οι σχετικές απαιτήσεις από την παραπάνω αιτία αφορούν παροχές όχι για διάστημα που αυτός παρείχε την εργασία του στην εναγομένη, αλλά για μεταγενέστερο διάστημα, κατά το οποίο ο ενάγων δεν εργαζόταν στην εναγομένη, ώστε να μπορεί να προβάλλει τις σχετικές αξιώσεις του από άκυρη σύμβαση.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση. Επομένως είναι αβάσιμος και ο έκτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη για παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος της υπό στοιχείο α από 28.6.2016 με αριθμό κατάθεσης 569/2016 αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη, να μη ερευνηθεί η υπό στοιχείο β από 6-12-2016 με αριθμό κατάθεσης 1007/2016 αίτηση αναίρεσης καθόσον μετά την παραδοχή της υπό από 28.6.2016 παρέλκει η εξέταση αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων της υπό στοιχείο α αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.6.2016 με αριθμό κατάθεσης 569/2016 αναίρεσης του Χ. Μ. κατά της υπ' αριθμόν 3906/2015 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ. Μ. στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ